Supreme Court dismisses appeal for distortion of document and inadmissible grounds regarding evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a custody dispute. The appellant argued that the lower court distorted a document and accepted unproven facts without evidence. The court rejected these claims as inadmissible because the appellant failed to specify the exact contradictions in the document or the source of the unproven facts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 20, 10 K.Pol.D.; The ground for appeal alleging distortion of a document requires precise identification of the true content versus the court's finding, whereas vague accusations of error in evidence evaluation are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 658 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 658/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Ξ. του Ν., πρώην συζύγου Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1245/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 5751/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-5-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 824/2010). Εξ άλλου για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 118/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση στο ιστορικό της υπό κρίση αιτήσεως η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι αυτή (η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα) παραβίασε το διατακτικό της 1051/2014 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε ρυθμισθεί το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου με την ανήλικη θετή θυγατέρα των διαδίκων, και συγκεκριμένα ότι από τα από 3-2-2007, 19-1-2008, 2-2-2008, 16-2-2008, 8-3-2008, 22-3-2008, 12-4-2008 και 19-4-2008 αποσπάσματα του ημερησίου δελτίου οχήματος Α.Τ.
…, το περιεχόμενο των οποίων παραθέτει στο αναιρετήριο, προέκυψε ότι κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες ο ενάγων προσήλθε στην οικία της για να παραλάβει την ανήλικη θυγατέρα τους και ότι αυτή άλλοτε ηρνείτο την εκτέλεση της αποφάσεως και άλλοτε (τις περισσότερες φορές) απουσίαζε. Στη συνέχεια με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση, που μνημονεύει οκτώ αποσπάσματα από το Ημερήσιο Δελτίο Οχήματος του Αστυνομικού Τμήματος …, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 20 γιατί δέχθηκε περιστατικά ως αληθή, όχι απλά προδήλως διαφορετικά, αλλά όλως αντίθετα από τα αληθώς και κατά τρόπο σαφή και αναντίρρητο στα έγγραφα αυτά καταγραφόμενα".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας αφού για τη θεμελίωσή του προσδιορίζονται μεν τα έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων κατά την αναιρεσείουσα παραμορφώθηκε και το αληθινό περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, όχι όμως και το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από την αντιπαραβολή των δύο κειμένων, δηλαδή του θεωρουμένου ως ορθού από τον αναιρεσείοντα και εκείνου που προσέδωσε σ' αυτά το εφετείο, συγκρινομένων μεταξύ των, να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ανάγνωση αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου των αναφερόμενων εγγράφων.
2. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.
Α.Π. 25/2003) και συνεπώς όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Α.Π. 511/2016). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα, όπως κατά λέξη εκθέτει στο αναιρετήριο: "Συνεπώς, από τα αμέσως προεκτεθέντα προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο ότι παρά το ότι εγώ κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, με πληρη αναφορά σε συγκεκριμένα έγγραφα, έγγραφα τα οποία όχι μόνο εγώ αλλά και ο αντίδικός μου προσήγαγε και επικαλέσθηκε και, βεβαίως η προσβαλλόμενη-αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στα ίδια αυτά τα έγγραφα αναφέρθηκε, "πρότεινα και επικαλέστηκα αυτοτελώς" τα από τα έγγραφα αυτά προκύπτοντα, εκ των οποίων απεδεικνύετο η έλλειψη της όποιας δικής μου υπαιτιότητας στην μη πραγματοποίηση της ορισθείσης δικαστικά επικοινωνίας του αντιδίκου μου με την ανήλικη θυγατέρα μας, δηλαδή πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και παρά ταύτα, η απόφαση αυτή, παρά το αναμφίβολα σαφές και μονοσήμαντα κατανοητό των στα έγγραφα αυτά αναφερομένων, δεν τα έλαβε υπόψη της με το [να] παρερμηνεύσει ανεπίτρεπτα και αναπόδεκτα το περιεχόμενό τους, το τι εξ αυτών προέκυπτε...".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός της εναγομένης, ήτοι εκείνος της έλλειψης υπαιτιότητάς της για τη μη πραγματοποίηση της επικοινωνίας του ενάγοντος με την ανήλικη θυγατέρα τους, αποτελούσε άρνηση της αγωγής και συνακόλουθα δεν συνιστούσε πράγμα κατά την προπαρατεθείσα έννοια.
Οι λοιπές προβαλλόμενες με τον ίδιο λόγο αιτιάσεις είναι επίσης απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την κατ' επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθενται οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης και να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση αυτών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ. Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, για τη θεμελίωσή του όμως δεν εκθέτει με σαφήνεια σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις αλλά προβάλλει απαράδεκτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί γι' αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή χωρίς να εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη (Α.Π. 431/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως αληθές χωρίς απόδειξη ότι και άλλες φορές (εκτός από τις γενόμενες δεκτές με αυτήν ημεροχρονολογίες 3-2-2007, 19-1-2008, 2-2-2008, 16-2-2008, 8-3-2008, 22-3-2008, 14-2-2008 και 19-4-2008) αυτή δημιουργούσε προσκόμματα στην επικοινωνία του ενάγοντος με την ανήλικη θυγατέρα τους και ότι με την αναπόδεικτη, αυθαίρετη και παράνομη αυτή παραδοχή η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη "πλημμελής κατά τον νόμο και αναιρετέα".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού για τη θεμελίωσή του δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εξέθεσε από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή ότι δεν είχε προσκομισθεί γι' αυτά καμμιά απόδειξη αλλά με αυτόν, υπό την κατ' επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση απαράδεκτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
5. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-5-2016 αίτηση για αναίρεση της 5751/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ