Supreme Court dismisses appeal in inheritance dispute where lower court correctly interpreted donor's intent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding an inheritance dispute. The appellant argued that the lower court erred in interpreting a donation deed, but the court found the appellate court had correctly applied the principle of searching for true intent over literal wording. Consequently, the court ruled that the lower court's interpretation was legally sound and within the bounds of the prior Supreme Court ruling.
Legislator headnote
AI generatedArt. 173, Art. 200 of the Civil Code; The interpretation of declarations and contracts must seek the true intent without attachment to the words, considering good faith and transactional customs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 658 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 658/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή-εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων:1.Σ. Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2. Σ.-Σ. Ρ. του Γ.-Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 6-9-2006 αντίθετη αγωγή των αντιδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 452/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 333/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι και εκδόθηκε η 1176/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανήρεσε την προσβαλλόμενη και παρέπεμψε προς περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση.
Μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 42/2016 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο αναιρεσείων παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Συμφώνως προς τις .../10-11-2016 εκθέσεις επιδόσεως (και όπως προκύπτει από αυτές) του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Η. Π., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων αναιρεσείων, έχουν κληθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο) οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι. Ο ‘ Αρειος Πάγος, μετά ταύτα, διεξάγει την συζήτηση και προχωρεί σε αυτήν, παρά την απουσία εκείνων (απουσιαζόντων - κληθέντων), κατ’ άρθρ. 576 § 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατ’ άρθρ. 173 ΑΚ "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις". Επίσης, κατ’ άρθρ. 200 ΑΚ "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη". Περαιτέρω, οι από τα ανωτέρω άρθρα 173 και 200 του ΑΚ θεσπιζόμενοι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και γενικώς των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση, που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, υφίσταται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατυπώσεως της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως. (ΟλΑΠ 590/1968,246/1970).
Η δε έννοια της δικαιοπραξίας ή κάποιου όρου της δεν είναι πραγματικό γεγονός, αλλ’ εξευρίσκεται από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο αναζητεί την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτικών δηλώσεων με ερμηνεία του περιεχομένου τους χωρίς να δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, δυνάμενο να αντλήσει αυτεπαγγέλτως για την κρίση του επιχειρήματα από τους κανόνες της λογικής και της κοινής εμπειρίας, προσφεύγοντας και σε γεγονότα εκτός του εγγράφου της δικαιοπραξίας, εφ’ όσον αυτά τείνουν στην διασάφηση της βουλήσεως.
Η καθεμία δε από τις προαναφερόμενες διατάξεις συμπληρώνει την άλλη στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως. Και η μεν πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δηλώσεως, δηλαδή την άποψη του δηλούντος, και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως , αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη διάταξη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στην συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, εφ’ όσον διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως, οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής βουλήσεως και εάν παραλείψει να το πράξει ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, υποπίπτει στην πλημμέλεια, (όπως κατωτέρω θα εκτεθεί) του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 26/2004).
ΙΙΙ. Κατ’ άρθρ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ..." (αρ. 1 εδ. α). Ο λόγος τούτος αναιρέσεως, (για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου), ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του, κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Προσέτι, συμφώνως προς την προειπωθείσα διάταξη, αναίρεση επιτρέπεται (και) "αν το δικαστήριο ... δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν" (αρ. 11γ), καθώς και "αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση" (αρ. 18).
IV. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλομένη 42/2016 απόφασή του (ως δικαστήριο της παραπομπής) υπέπεσε στην κατ’ αρθρ. 559 αρ. 18 ΚΠολΔ πλημμέλεια υπό την έννοια, ότι μετ’ αναίρεσιν (δυνάμει της 1176/2012 αποφάσεως του Αρείου Πάγου) της 333/2009 αποφάσεώς του, κι αφού με τις παραδοχές της εν λόγω (αναιρεσιβαλλομένης) αποφάσεως αυτού εξήτασε την υπόθεση εν τω συνόλω και δη όλους τους λόγους εφέσεως που αναφέρονται και στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η προαναφερθείσα 333/2009 απόφαση, "προσέβαλε το δεδικασμένο, που απορρέει από την αμετάκλητη απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής των αντιδίκων, εδραζόμενης στην κτήση κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας, και μάλιστα έφτασε στο σημείο να καταλήξει σε εκ διαμέτρου αντίθετη κρίση επί του εξετασθέντος ζητήματος, κρίνοντας ότι δήθεν ο αδερφός του Σ.
Σ. συννέμετο και συνδιακατείχε το κληροτεμάχιο αυτό μετά της Μ. συζ. Η. Τ. και αυτού (αναιρεσείοντος)". Ωσαύτως, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την πληττομένη απόφασή του "διολίσθησε" στο κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ σφάλμα δεδομένου ότι, "αν και προσέφυγε στην ερμηνεία των υπ’ αριθμ. .../8-8-1970 και υπ’ αριθμ. .../28-12-1971 συμβολαίων δωρεάς εν ζωή, δεν αναζήτησε την αληθινή βούληση της δωρήτριας, κατά την υποκειμενική άποψη αυτής, αλλά, ερμήνευσε τη βούληση αυτής αντικειμενικά".
‘ Ετι περαιτέρω, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο, ότι κατά την κατάρτιση του πορίσματός του "παρασύρθηκε" στο κατ’ άρθρ. 559 αρ. 11 γΚΠολΔ ατόπημα, διότι δεν έλαβε υπόψιν του ουσιώδη αποδεικτικά μέσα, τα οποία μετ’ επικλήσεως προσκόμισε και συγκεκριμένα την από 6-6-2011 Τεχνική ‘ Εκθεση Στερεοσκοπική Φωτογραμμετρική Ανάλυση Φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού Α.
Τ., την από 19-11-2013 Βεβαίωση - Δήλωση Φωτοερμηνείας του συνταξιούχου Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού Γ. Σ. και την (κατά παραπομπή μετά την απόφαση 30/2015 Α.Π.) 144/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ιωαννίνων.
V. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και διαλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται τα διάδικα μέρη, καθώς και από τις υπ’ αριθμούς ...
της 15-05-2007 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ιωαννίνων, οι οποίες έχουν ληφθεί μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου από τον επισπεύδοντα τη λήψη τους διάδικο, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔικ. (σχετ. υπ’ αριθμ. .../10-05-2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Α.
Τ. για την πρώτη και τις υπ’ αριθμούς ... της 10-05-2007 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Δ. Σ. για τις λοιπές), εκτός από την υπ’ αριθμ. ...-05-2007 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ. Σ., για τη λήψη της οποίας δεν αποδεικνύεται ποιός έχει επισπεύσει τη λήψη της και εάν κλήθηκε κατ’ αυτήν ο αντίδικος και της από 03-10-2008 εκθέσεως του Δ.
Κ., γεωπόνου, η οποία αποτελεί μαρτυρία τρίτου που έχει δοθεί για τη συγκεκριμένη δίκη, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Στην Ε. συζ. Γ. Σ. και την αδελφή της Α. Μ. του Σ., παραχωρήθηκε αδιαιρέτως κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος Πεδινή - Ιωαννίνων, αγροτικός και οικοπεδικός κλήρος και εκδόθηκε στη συνέχεια το υπ’ αριθμόν .../1958 παραχωρητήριο της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων (τόμος ...).
Μεταξύ των κληροτεμαχίων που περιήλθαν σ’ αυτές είναι και ένα αγροτεμάχιο στη θέση "...", της κτηματικής περιφέρειας Πεδινής με αριθμό ..., εκτάσεως 3750τ.μ., που συνορεύει γύρωθεν και ολικά με ιδιοκτησίες Γ. Σ., Σ. Μ., Ε. Σ. και δημοτική έκταση (μουσιά). Με τον ανωτέρω τρόπο οι δύο προαναφερόμενες έγιναν συγκυρίες, κατ ίσο ιδανικό μερίδιο του κλήρου και του συγκεκριμένου κληροτεμαχίου.
Ακολούθως, οι ανωτέρω κληρούχες, με το υπ’ αριθμόν ...1969 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κ. Τ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων (τόμος … και αριθμ....), διένειμαν τα ακίνητα που ανήκαν στη συγκυριότητά τους. Με τη διανομή αυτή, το εν λόγω κληροτεμάχιο, με αριθμό ..., περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα της Ε.
συζ. Γ. Σ.. Αυτή αμέσως μετά, διά του υπ’ αριθμόν ...06-09-1969 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον Τόμο … και με αυξ. ..., των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων, μετεβίβασε λόγω δωρεάς, ποσοστό 2000/3750 εξ αδιαιρέτου, του ανωτέρω κληροτεμαχίου στην κόρη της Μ.
συζ. Η. Τ.. Πάντα τα ανωτέρω, αναφορικά με τις προαναφερόμενες διατάξεις διανομής και δωρεάς, δεν αμφισβητούνται υπό των διαδίκων μερών. Στη συνέχεια το επόμενο έτος, ήτοι την 08-08-1970, η Ε. συζ. Γ. Σ., η οποία πλέον έχει υπό την συγκυριότητα της μόνον ποσοστό 1750/3750 εξ αδιαιρέτου επί του όλου κληροτεμαχίου, καθόσον, ως προελέχθη ποσοστό 2000/3750 εξ αδιαιρέτου μετεβίβασε στην κόρη της Μ.
συζ. Η. Τ., μεταβιβάζει λόγω δωρεάς, στον υιό της Β. Σ. (ενάγοντα-εναγόμενο-εφεσίβλητο), με το υπ’ αριθμ. .../08-08-1970 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κ. Τ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο … και με αυξ.... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων, κατά την διατύπωση στο εν λόγω συμβόλαιο το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου εκ του αριθμ. ...
κληροτεμαχίου. Η ίδια ως άνω δωρήτρια Ε. συζ .Γ. Σ., το επόμενο έτος, ήτοι την 28-12-1971, μεταβιβάζει λόγω δωρεάς στον έτερο υιό της Σ. Σ., δια του υπ’ αριθ. .../28-12-1971 συμβολαίου, του ίδιου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο κα με αυξ. αριθμό των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων, κατά την διατύπωση του εν λόγω συμβολαίου το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου εκ του υπ’ αριθμ. ...
κληροτεμαχίου, το δε τελευταίο συμβόλαιο διορθώνεται και αποσαφηνίζεται με το υπ’ αριθμ. ...21-07-1972 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, ότι το ήμισυ εξ αδιαιρέτου προσδιορίζεται σε 875 τ.μ. εκ του ακινήτου αυτού, ήτοι ...1750 ποσοστά εξ αδιαιρέτου, επί του υπόλοιπου εναπομείναντος ακινήτου, μετά τη δωρεά των 2000/3750 ποσοστών προς την Μ.
συζ. Η. Τ.. Εκ της γραμματικής διατυπώσεως των ως άνω συμβολαίων δωρεάς προς τους υιούς της Ε.ς συζ. Γ. Σ., Β. κα Σ., προκύπτουν ασάφειες και ανακολουθίες, ως προς το εύρος των μεταβιβαζομένων τμημάτων προς αυτούς εκ του υπ’ αριθμ. ... αγροτεμαχίου, ώστε καθίσταται αναγκαία η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των συμβάσεως, ώστε να διακριβωθεί η αληθής βούληση της δωρήτριας, όταν συντάσσονταν τα εν λόγω συμβόλαια δωρεάς προς τους υιούς της Β.
κα Σ.. Με δεδομένο, ότι η δωρήτρια Ε. συζ. Γ. Σ., κατά τον χρόνο συντάξεως των συμβολαίων αυτών, είχε πλήρη συνείδηση και νοητική επάρκεια, καθόσον δεν υπάρχει συναφής υπαινιγμός ως προς αυτό υπό των διαδίκων μερών, το παρόν Δικαστήριο, κρίνει ότι η δωρήτρια, κατά τη σύνταξη του υπ’ αριθμ. .../1970 συμβολαίου, με το οποίο μετεβίβαζε λόγω δωρεάς στον υιό της Β.
Σ. το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου εκ του υπ’ αριθμόν ... κληροτεμαχίου, διατύπωνε την βούλησή της να μεταβιβάσει σ’ αυτόν το ήμισυ εξ αδιαιρέτου εκ του εναπομείναντος ποσοστού της επί του εν λόγω κληροτεμαχίου (...), ήτοι εκ του ποσοστού της των 1750/3750, καθόσον ποσοστό 2000/3750 εξ αδιαιρέτου, είχε ήδη μεταβιβάσει πρότερον στην θυγατέρα της Μ.
συζ. Η. Τ..
Συνεπώς κατά τούτο υπήρχε ασάφεια ως προς την αληθινή βούληση της δωρήτριας στο εν λόγω συμβόλαιο δωρεάς, όταν διατυπώνεται σ’ αυτό ότι μεταβιβάζει το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου εκ του υπ’ αριθμ. ... κληροτεμαχίου, αφού η δωρήτρια τότε, δηλαδή κατά την κατάρτιση του υπ’ αριθμ. .../1970 συμβολαίου είχε στην συγκυριότητά της μόνον 1750/3750 ποσοστό εξ αδιαιρέτου και μόνον επ’ αυτών των ποσοστών είχε δικαίωμα διαθέσεως.
Στην παραδοχή αυτή συνηγορεί και το γεγονός, ότι με την ίδια ασαφή διατύπωση, η δωρήτρια, το επόμενο έτος (1971), μεταβιβάζει λόγω δωρεάς στον έτερο υιό της Σ., το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου εκ του εν λόγω κληροτεμαχίου. Εάν ερμηνευθεί διαφορετικά η βούληση της δωρήτριας, ως δηλαδή απεδέχθη το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι δηλαδή η ως άνω δωρήτρια, με το προαναφερόμενο συμβόλαιο δωρεάς προς τον υιό της Β., ήθελε να μεταβιβάσει σ’ αυτόν ολόκληρο το εναπομείναν ποσοστό συγκυριότητός της επί του εν λόγω κληροτεμαχίου, ευκόλως και εναργώς θα διατυπωνόταν στο συμβόλαιο αυτό δωρεάς η βούλησή της, ότι μεταβιβάζει προς αυτόν το υπόλοιπο ποσοστό συγκυριότητός της, που ήταν 1750/3750 ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί ολοκλήρου του κληροτεμαχίου και δεν θα κατέφευγε στη δήλωση ότι μεταβιβάζει το ήμισυ εξ αδιαιρέτου εκ του υπ’ αριθμόν ...
κληροτεμαχίου και επιπλέον δεν θα προέβαινε το επόμενο έτος, με την ίδια ως άνω διατύπωση, στην μεταβίβαση προς τον έτερο υιό της Σ., επίσης του ημίσεως εξ αδιαιρέτου εκ του υπ’ αριθμ. ... κληροτεμαχίου, ενώ θα εγνώριζε ότι ήδη είχε αποξενωθεί παντελώς εκ του ακινήτου αυτού. Προφανώς η αληθής βούλησή της ήταν να μεταβιβάσει ισομερώς στα έτερα δύο άρρενα τέκνα της Β.
και Σ., το υπόλοιπο ποσοστό συγκυριότητός της επί του υπ’ αριθμόν ... κληροτεμαχίου, ανερχόμενο σε ...3750 ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί όλου του κληροτεμαχίου δι’ έκαστο άρρεν τέκνο της. Τούτο αυτό θεωρούσαν και τα εν λόγω άρρενα τέκνα της Β.ς και Σ., γι’ αυτό και ως απεδείχθη εκ των αποδεικτικών στοιχείων, ο εξ αυτών Σ.ς, συννέμετο και συνδιακατείχε το κληροτεμάχιο αυτό μετά των λοιπών συγκυρίων ήτοι της Μ.
συζ. Η. Τ. και Β. Σ., κατά το προαναφερόμενο ποσοστό του και συνεχώς και επιμελώς φρόντιζε το υπάρχον αμπέλι και απέδιδε στον Β. Σ. ποσότητα τσίπουρου και κρασιού από τα σταφύλια που συγκόμιζε εξ αυτού, καθόσον ο Β. Σίντος έλλειπε από την περιοχή και εργαζόταν ως μετανάστης στη Γερμανία, όταν δε καταστράφηκε το αμπέλι, λόγω φυλλοξήρας περί το έτος 1980, ο Σ.
Σ. ξύλευε στο κτήμα αυτό και το προστάτευε από επιβουλές τρίτων. Το δε έτος 2001 ο Σ. Σ., το ως άνω ποσοστό συγκυριότητός του (...3750) μεταβίβασε λόγω δωρεάς, στον εγγονό του Σ. - Σ. Ρ., συνταγέντος προς τούτο του υπ’ αριθμ. ...0/2001 συμβολαίου δωρεάς του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ε. Π., νομίμως μεταγραφέντος στον τόμο ...
και με αυξ. ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων. Με βάση τις ως άνω παραδοχές, ο μεν ενάγων της πρώτης αγωγής Β. Σ., τυγχάνει συγκύριος κατά ποσοστό ...3750 ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του υπ’ αριθμ. ... κληροτεμαχίου, ο δε ενάγων στη δεύτερη αγωγή, ανήλικος τότε και ήδη ενήλικος Σ. - Σ. Ρ., τυγχάνει συγκύριος, κατά ποσοστό ...3750 εξ αδιαιρέτου επί του ιδίου ως άνω κληροτεμαχίου, κατέστησαν δε συγκύριοι των ποσοστών αυτών με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, ως εγκαθιστάμενοι επί του εν λόγω κληροτεμαχίου κατά τα ποσοστά αυτά με τα προαναφερόμενα συμβόλαια δωρεάς έκαστος, καθ’ ερμηνεία της πραγματικής βουλήσεως της αρχικής δωρήτριας Ε.
συζ. Γ. Σ. στα συμβόλαια αυτά.
Συνεπώς, ερμηνεύοντας η εκκαλουμένη διαφορετικά την δήλωση της δωρήτριας Ε.ς συζ. Γ. Σ., κατά την σύνταξη των συμβολαίων αυτών προς τα άρρενα τέκνα της Β. και Σ. και δεχόμενη μετά ταύτα ότι στον μεν Β., μεταβιβάσθηκε ολόκληρο το εναπομείναν ποσοστό συγκυριότητός της επί του κληροτεμαχίου της αυτού και ότι δεν διέθετε άλλο ποσοστό συγκυριότητος όταν μεταβίβαζε στον έτερο υιό της Σ. επί του κληροτεμαχίου αυτού και επομένως δεν μετεβιβάσθη σ’ αυτόν ποσοστό συγκυριότητός της επί του κληροτεμαχίου αυτού, καθόσον δεν υπήρχε τοιούτο και επομένως δεν τυγχάνει συγκύριος ο Σ.ς επί του κληροτεμαχίου αυτού σε ποσοστό ...3750 εξ αδιαιρέτου και κατ’ ακολουθίαν και ο εγγονός του Σ. - Σ. Ρ., και ακολούθως έκανε δεκτή την αγωγή του Β. Σ. και απέρριψε την αγωγή του Σ.-Σ. Ρ., ως και την προβληθείσα υπ’ αυτού, αναφορικά με την αγωγή του Β. Σ., ένσταση ιδίας κυριότητος, έσφαλε και θα πρέπει να εξαφανισθεί, κατά ουσιαστική παραδοχή των συναφών με τα ανωτέρω τριών πρώτων λόγων της υπό κρίση εφέσεως. Μετά ταύτα και διακρατουμένης της υποθέσεως από το παρόν δικαστήριο, θα πρέπει η μεν πρώτη αγωγή ήτοι αυτή του Β. Σ. του Γ. να γίνει δεκτή, η δε δεύτερη αγωγή, ήτοι αυτή του Σ. - Σ. Ρ. να γίνει δεκτή και να αναγνωρισθούν οι Β. Σ. του Γ. και Σ.- Σ. Ρ., συγκύριοι κατά ποσοστό ...3750 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του υπ’ αριθμ. ... κληροτεμαχίου, όπως στο διατακτικό.".
VI. Όπως καταδεικνύεται απ’ την επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης (εφετειακής) αποφάσεως: 1) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως δικαστήριο της παραπομπής, συμμορφώθηκε προς την αναιρετική, 1176/2012, απόφαση. ‘ Ητοι, το Εφετείο στην (μετ’ αναίρεσιν) απόφασή του, συμμορφωθέν προς όσα ο ‘ Αρειος Πάγος διέλαβε στην προειπωθείσα απόφαση αυτού, στήριξε και μορφοποίησε την δικανική του κρίση επακριβώς εντός των ερμηνευτικώς υποδεικτικών ορίων της προρρηθείσης αρεοπαγιτικής αποφάσεως.
Δηλαδή, το Εφετείο προέβη σε αναλυτική διερμήνευση, εννοιολογικώς μη αποστασιοποιηθέν από όσα εμπεριέχονται στην ανωτέρω 1176/2012 απόφαση του Α.Π. κι έτσι λαμβάνει θέση (ερμηνευτικώς), ότι μετά την δωρεά των 2.000 μ2 (εξ αδιαιρέτου) στην κόρη, απ’ τα υπόλοιπα 1.750 μ2 δωρήθηκαν τελικώς 875 μ2 (εξ αδιαιρέτου) εις έκαστον υιόν.
Τα προαναφερόμενα περί συννομής και συνδιακατοχής μεταξύ του αναιρεσείοντος, του πρώτου αναιρεσιβλήτου και της Μ. Τ. συνιστούν επιχείρημα ερμηνευτικής αναλύσεως, το οποίο συμπεριλαμβάνεται για να ενισχυθεί η (ερμηνευτική), θέση, ότι τα δύο αγόρια και η αδελφή τους (Μ. Τ., ως άνω) ήταν ιδανικοί συνιδιοκτήτες κατά τα προδιερμηνευθέντα (δι’ έκαστον εξ αυτών) ποσοστά. 2) Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι η ερμηνευτική διείσδυση και ανίχνευση των διαφιλονικουμένων δωρητηρίων συμβολαίων εγένετο, όπως είναι εκπεφρασμένη η κατευθυντήρια δικανική κρίση του ανωτάτου αναιρετικού δικαστηρίου στην προρρηθείσα απόφασή του, 1176/12, παρά τα όσα αντίθετα αιτιάται ο αναιρεσείων, αδοκίμως όμως. 3) Ο τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, υπό το προειπωθέν περιεχόμενό του, είναι εκτεθειμένος σε έλλειψη λυσιτέλειας, (ανεξαρτήτως, του ότι επισκοπείται ότι ελήφθησαν υπόψιν όλα ανεξαιρέτως τα επικληθέντα και προσκομισθέντα υπό των διαδίκων έγγραφα), υπό την έννοια, ότι ως δικαστήριο παραπομπής το εφετείο ασχολήθηκε (μόνο) με την διερμήνευση του προρρηθέντος εριστού ζητήματος, τούτου δε ούτως δοθέντος, όλα τα υπόλοιπα στερούνται λυσιτέλειας, ήτοι δεν είναι επαγωγά εννόμων συνεπειών, παρά τις περί του αντιθέτου (αδόκιμες) αιτιάσεις του αναιρεσείοντος.
VII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ) στο Δημόσιο Ταμείο, συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2016 αίτηση του Β. Σ. περί αναιρέσεως της 42/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ