Supreme Court dismisses appeal on property acquisition, ruling lower court correctly considered evidence despite procedural irregularities.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding property acquisition. The appellant argued the appellate court erred by considering additional notarized certificates and reusing prior session proposals without legal basis. The court held that the appellant lacked legal interest to challenge the admission of evidence and that the procedural irregularities did not justify overturning the lower court's judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1045 and 974 of the Civil Code; The acquisition of ownership requires twenty years of good faith possession, and the appellate court's consideration of evidence presented in lower proceedings does not constitute a ground for cassation absent legal interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 658 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 658/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Α. Β. το γένος ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Σπυρόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων:1) Χ. Γ. του Π., και 2)Π. Γ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν ο 1ος μετά και ο 2ος δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Αναστασίας Ασπρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1490/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 4430/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2014 αίτησή της. Η αναιρεσείουσα με την από 1-11-2015 κλήση της επανέφερε, μετά από ματαίωση λόγω εκλογών την υπόθεση προς συζήτηση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 5/11/2012 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή η βούληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus).
Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής.
Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinion domini).
Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μία εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως, όπως ειπώθηκε, αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. 'Ασκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ'αυτό πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η καλλιέργεια, η δενδροφύτευση, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχηση, η ανοικοδόμηση, η δήλωση στο κτηματολόγιο και στην πολεοδομία χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Μόνη η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων και η χρήση τους στις διάφορες υπηρεσίες (πολεοδομία, δασική υπηρεσία) δεν αποτελεί πράξη νομής, ως περιοριζομένη σε εντολή προς τον συντάκτη για επίσκεψη και περιγραφή του ακινήτου, αν όμως η πράξη αυτή, όπως και η δήλωση του Ε-9 συνδυάζεται και με άλλες πράξεις, τότε προσμετράται στις πράξεις νομής.
Εξάλλου ο διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχε καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάζονται με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ'αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ'ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή κυριότητας ακινήτου της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων: "Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο που βρίσκεται στα ..., εντός σχεδίου πόλεως στο Ο.Τ.
… στην πολεοδομική ενότητα .... 'Εχει έκταση 615,88 τμ και συνορεύει βόρεια με την οδό Β., νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Χ. Γ. και εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά με ανώνυμο πεζόδρομο και δυτικά με οδό Π.. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αυτό περιήλθε στην κυριότητα της θείας της Μ. Σ. από αγορά από τον Κ. Σ.
δυνάμει του με αριθμό .../1956 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι ακολούθως η Μ. Σ. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον σύζυγο της Σ. Χ. και την θυγατέρα της Ά. Χ., οι οποίοι αποδέχτηκαν και όσον αφορά το επίδικο την κληρονομιά, δυνάμει της με αριθμό …/1973 πράξης αποδοχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.
Σ. που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι στην συνέχεια οι παραπάνω κληρονόμοι της μεταβίβασαν το ακίνητο το έτος 1978 με άτυπη δωρεά. Ότι έκτοτε αυτή νέμεται συνεχώς τούτο και επομένως έχει καταστεί κυρία αυτού .με έκτακτη χρησικτησία. Πράξεις νομής όμως της ενάγουσας επί του επιδίκου και για το επικαλούμενο από αυτήν χρονικό διάστημα [1978 έως 2007] δεν αποδείχτηκαν.
Και συγκεκριμένα δεν αποδείχτηκαν οι ισχυρισμοί της ότι αυτή όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα καθαρίζει και περιποιείται το ακίνητο, ότι φύτευσε εντός αυτού πέντε ελαιόδενδρα και ένα πεύκο το έτος 2003 και τρείς συκιές το έτος 2007,ούτε ότι αυτή αντικατέστησε το έτος 2003 την παλαιά περίφραξη του ακινήτου με νέα.
Αντίθετα αποδεικνύεται ότι νομέας του επιδίκου, το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, είναι ο δεύτερος εναγόμενος ο οποίος νέμεται αυτό ο ίδιος προσωπικά, αλλά και δια του εκπροσώπου του, πρώτου εναγομένου, γιού του ασκώντας πάνω σ'αυτό τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση του. Ειδικότερα οι εναγόμενοι με την προαναφερθείσα ιδιότητα τους, τουλάχιστον από το έτος 1978 και συνεχούς μέχρι την έγερση της αγωγής, επιτηρούν.
επιβλέπουν, και φροντίζουν το ακίνητο. Συγκεκριμένα από το έτος 1983 ο πρώτος εναγόμενος το καλλιεργεί με διάφορα οπωροκηπευτικά καθαρίζοντάς το από αγριόχορτα, ενώ και οι δύο εναγόμενοι και μάλιστα το έτος 1992 [και όχι η ενάγουσα το έτος 2003 όπως ισχυρίζεται] φύτευσαν εντός αυτού δένδρα [ελαιόδεντρα, συκιές και ένα πεύκο].
Το 1996 το περιέφραξαν με συρματόπλεγμα για πρώτη φορά και σύμφωνα με τα όρια του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής μη υφισταμένης προηγουμένως παλαιάς περίφραξης, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Ολόκληρο το χρονικό αυτό διάστημα το ακίνητο βρίσκεται υπό την εποπτεία των εναγομένων. Για τις παραπάνω πράξεις νομής επί του επιδίκου σαφώς και κατηγορηματικά καταθέτουν ο μάρτυρας ανταπόδειξης και οι ενόρκως βεβαιούντες από την πλευρά των εναγομένων, οι οποίοι αναφέρονται στην καλλιέργεια του ακινήτου από τον πρώτο εναγόμενο, στην δενδροφύτευση και στην περίφραξη του από τους εναγομένους έχοντες ιδία αντίληψη Συγκεκριμένα ο μάρτυρας ανταπόδειξης Π.
Κ. καταθέτει μεταξύ άλλων ότι "το 1983-1985 το καλλιεργούσε και φύτευε μαρούλια για οικογενειακή χρήση" και ότι "του δίναμε νερό εμείς γιατί δεν είχε νερό το οικόπεδο ... είχε βάλει και ελαιόδενδρα ...δένδρα υπήρχαν ...αυτά φυτεύτηκαν το 1992". Ο Α. Ζ. στην ένορκη βεβαίωσή του βεβαιώνει μεταξύ άλλων "Από το έτος 1985 έβλεπα τον υιό Χ.
να καλλιεργεί το οικόπεδο ... Νερό έπαιρνε με λάστιχο από την Φ. Κ. ....Το έτος 1992 φύτεψε ο Π. και ο γιός του Χ. Γ. δύο ελαιόδενδρα στην συνέχεια ένα πεύκο, τρείς συκιές και άλλα δύο ελαιόδενδρα το έτος 1996 έφεραν το συνεργείο του κυρίου Π. και το περιέφραξαν". Οι παραπάνω καταθέσεις ενισχύονται και από την από Οκτώβριο 2012 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν.
Κ., στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι το 1976 καθώς και το 1979 δεν υπάρχουν εντός του ακινήτου κτίσματα ή ζώα, δεν καλλιεργείται και δεν είναι περιφραγμένο.... Από το 1999 έως την σύνταξη του τοπογραφικού διαγράμματος τον Σεπτέμβριο του 2012 το ακίνητο είναι περιφραγμένο με το ίδιο συρματόπλεγμα στην δυτική, βόρεια και ανατολική πλευρά του ακριβώς στα όρια του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής ...
Τα ελαιόδενδρα Ε1,Ε2,Ε4,Ε5 και το πεύκο που υπάρχουν σήμερα υφίστανται από το 1999. Επίσης ενισχύονται και από τις ακόλουθες ενέργειες του δευτέρου εναγομένου, από τις οποίες καθίσταται εμφανής η πρόθεση του να εξουσιάζει το επίδικο: Ι]Τα έτη 1997 και 2005 ο δεύτερος εναγόμενος συμπεριέλαβε το ακίνητο αυτό στην δήλωση Ε9 που κατέθεσε στην αρμόδια φορολογική αρχή 2] Κατόπιν εντολής του δευτέρου εναγομένου συντάχτηκε το έτος 1999 το από 20-1-1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Η.
Τ. και το έτος 1996 .εν όψει και της περίφραξης του ακινήτου, το από Απριλίου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα της τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Ε. Σ.. 3) Με σχετική αίτηση του ο δεύτερος εναγόμενος ζήτησε την διόρθωση της με αριθμό 2/1995 πράξης εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής .... που κυρώθηκε με την με αριθμό 784/9-7-96 απόφαση του νομάρχη … Αττικής, επειδή το επίδικο στους σχετικούς πίνακες που συνόδευαν την πράξη εφαρμογής είχε καταχωρηθεί ως ιδιοκτησία Χ..
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό πρωτ. 33277/2273/ 342/2006 απόφαση του Νομάρχη … Αττικής, με την οποία αποφασίστηκε η διόρθωση του πίνακα που συνοδεύει την πράξη εφαρμογής, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα στοιχεία και ειδικότερα αναγράφηκε ιδιοκτήτης του επιδίκου, το οποίο χαρακτηρίζεται στον παραπάνω πίνακα με τον αριθμό ..., ο δεύτερος εναγόμενος. 4] Τέλος αυτός υπέβαλε την 10-7-2008 στο αρμόδιο γραφείο κτηματογράφησης και την σχετική δήλωση ν.2308/1995 που αφορά το επίδικο.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από κάποιο αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε από την ασαφή και αόριστη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, του οποίου άλλωστε η γνώση περιορίζεται στα γεγονότα μετά το έτος 1990 και ο οποίος μεταξύ άλλων καταθέτει ότι δεν γνωρίζει ποιός φύτεψε τα δένδρα, ενώ στην συνέχεια καταθέτει ότι το 1990 είχε κάτι προβατάκια ο κύριος Ν. [πατέρας της ενάγουσας] μέσα στο οικόπεδο, ότι αυτό [οικόπεδο] είχε περίφραξη με παλιό συρματόπλεγμα και ότι το 2002 ο κύριος Ν.
αντικατέστησε το συρματόπλεγμα, ερχόμενος έτσι σε αντίθεση με τα παραπάνω, αλλά και με τους ενόρκως βεβαιούντες από την πλευρά της ενάγουσας Ι. Μ. και Γ. Χ. κατά το μέρος που καταθέτουν ότι έως το 1980 έβαζαν ζώα στο οικόπεδο, όπως υποστηρίζει άλλωστε και η ίδια η ενάγουσα. Επίσης τα προαναφερθέντα δεν αναιρούνται ούτε από το αναφερόμενο στην από Δεκέμβριο 2011 έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας ιδιοκτησίας του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π.
Κ. ότι το εσωτερικό της ιδιοκτησίας [επιδίκου] είναι χέρσο, αφού η παρατήρηση αυτή αφορά συγκεκριμένη χρονική περίοδο (1999) και όχι όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, κατά το οποίο καλλιεργείτο το ακίνητο όπως ήδη αναφέρθηκε. Από όλα τα προαναφερθέντα το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση και συνεπώς δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί.
Σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν δεν αποδείχθηκαν οι αγωγικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι αυτή έχει καταστεί κυρία του επιδίκου." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ'ουσίαν τους λόγους της εφέσεως και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη που είχε κρίνει αντιθέτως, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ'αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τη μη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ, ώστε να συντρέχει περίπτωση για την με έκτακτη χρησικτησία απόκτηση από την ενάγουσα της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου.
Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα άσκησε στο επίδικο πράξεις νομής κατά το υπερβαίνον την εικοσαετία επικαλούμενο χρονικό διάστημα από το 1978 μέχρι το 2007, ενώ αντίθετα ανταποδείχθηκε ο πλήττων την ιστορική βάση της αγωγής αρνητικός (ως ταυτιζόμενος χρονικά) ισχυρισμός των εναγομένων και δη ότι κατά το διάστημα αυτό πράξεις νομής άσκησε ο δεύτερος εναγόμενος είτε αυτοπροσώπως, είτε δια του αντιπροσώπου του πρώτου εναγομένου υιού του, στις οποίες πράξεις περιλαμβάνονται η σύνταξη τοπογραφικού και η δήλωση του Ε-9, οι οποίες εφόσον συνδυάζονται και με τις λοιπές περιγραφόμενες πράξεις νομής προσμετρώνται σε αυτές.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων. Ενόψει τούτων οι κατ'εκτίμηση του περιεχομένου τους από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ υποστηρίζοντες τα αντίθετα τρίτος, τέταρτος και πέμπτος από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω οι αιτιάσεις του τέταρτου και του πέμπτου λόγου κατά τις οποίες τα γενόμενα δεκτά είναι αντίθετα από τα προκύπτοντα από τις καταθέσεις των ενόρκως βεβαιούντων μαρτύρων αποδείξεως και ιδιαίτερα της Γ. Χ., του Ι. Μ. και του Σ. Τ., καθώς και του εξετασθέντα στο ακροατήριο μάρτυρα Γ. Π., είναι απαράδεκτες, γιατί απροκάλυπτα και χωρίς επιφάσεις, πλήττουν την κατά τα άρθρα 561 παρ. 1 και 340 ΚΠολΔικ αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, ως προς την εκτίμηση των πραγματικά περιστατικών και ως προς τη στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και την αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξήχθη από αυτά.
Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της (Ολ.ΑΠ 2/2008) οφείλει να μη λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει (άρθρο 270 παρ. 2 εδ.
γ και δ ΚΠολΔικ). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ β ΚΠολΔικ, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 2915/2001, το δικαστήριο στις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας της πρωτοβάθμιας, αλλά και της κατ'έφεση δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔικ) συμπληρωματικά προς τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394, για τον περιορισμό του εμμάρτυρου μέσου απόδειξης και τις εξαιρέσεις αυτού.
Ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου νοούνται κατά τη διάταξη αυτή αποδεικτικά μέσα, που είναι υποστατά πλην όμως είναι ελαττωματικά και γι'αυτό άκυρα. Έτσι λαμβάνονται υπόψη αδιακρίτως πλέον και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ'αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους και γενικά κάθε είδους έγγραφα.
Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (Ολ. ΑΠ 15/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο για την απόδειξη των διενεργηθεισών από τους εναγομένους αναιρεσίβλητους πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου έλαβε υπόψη του το προσκομισθέν από αυτούς αντίγραφο του Ε9 του έτους 1997, μολονότι τούτο ήταν ανεπικύρωτο και δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη, καθώς και το συνταχθέν μετά από εντολή τους, από 20.1.1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Η.
Τ., το οποίο ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, αφού δεν έφερε βέβαια χρονολογία. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον τα εν λόγω έγγραφα (άρθρ. 432, 338 και 390 ΚΠολΔικ), - έστω και ανεπικύρωτα ή χωρίς βέβαιη χρονολογία - κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. β του ΚΠολΔικ ήταν επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα για την έμμεση ανταπόδειξη των επίμαχων θεμάτων της ένδικης από 6.3.2008 διεκδικητικής αγωγής και νόμιμα λήφθηκαν υπόψη.
Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός (δεύτερος) πρέπει να απορριφθεί. Επειδή κατά την περ. γ του αναφερομένου στον προηγούμενο λόγο αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την επίκληση του λόγου αυτού, όπως και κάθε άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να υφίσταται έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, ατομικό και άμεσο, που πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τις παραπάνω διατάξεις του αριθμού 11 περ. γ και περ. α του άρθρου 59 ΚΠολΔικ πλημμέλειες, κατά τις οποίες το Εφετείο για τον αναφερόμενο και στον προηγούμενο λόγο ισχυρισμό των εναγομένων περί διενεργείας επί του επιδίκου πράξεων νομής α) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τις προσκομισθείσες από τους αναιρεσίβλητους και ληφθείσες νομότυπα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών υπ'αριθμ.1757/2007 και 6846/2009 ένορκες βεβαιώσεις, με την εσφαλμένη αιτιολογία, ότι αυτές δεν είχαν προσκομισθεί στο Εφετείο όπως ορίζει το άρθρο 240 ΚΠολΔικ, ενώ τούτο δεν συνέβαινε, αφού οι πρωτόδικες προτάσεις των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων είχαν συμπεριληφθεί αυτούσιες σε εκείνες του Εφετείου και καλυπτόντουσαν από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους και ότι συνακόλουθα θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη, οπότε β) από τις προσκομισθείσες το πρώτον στο Εφετείο τρείς ακόμη ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη Αχαρνών, με αριθμούς 6,7 και 8/11.1.2012, μόνο η πρώτη θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη, ώστε ο αριθμός τους να μην υπερβαίνει τον επιτρεπτό κατά το άρθρο 270 παρ. 3 του ΚΠολΔικ αριθμό των τριών, οπότε οι επόμενες δύο ήτοι οι υπ'αριθμ. 7 και 8/11.1.2012 ανεπίτρεπτα λήφθηκαν υπόψη.
Ο λόγος αυτός κατά την πρώτη του αιτίαση είναι απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος και κατά τη δεύτερη είναι αβάσιμος. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για μη λήψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν από τους αντιδίκους της, οπότε το οικείο κεφάλαιο της απόφασης παραμένει αλώβητο και συνακόλουθα ορθά λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο οι τρείς ένορκες βεβαιώσεις που το πρώτον προσκομίσθηκαν ενώπιόν του.
Τούτο ανεξάρτητα από το ότι η ενσωμάτωση των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων (στις οποίες γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων) στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης και αν ακόμη καλύπτεται από την υπογραφή του πληρεξούσιου δικηγόρου δεν συνιστά νόμιμη, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔικ επαναφορά (Ολ.ΑΠ 23/2008, 14/2005, 9/2000).
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (πρώτος), καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ), ενώ αυτή (αναιρεσείουσα) λόγω της ήττας της (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.11.2014 αίτηση της Α. συζ. Α. Β., το γένος ... κατά των Χ. Γ. του Π. και Π. Γ. του Χ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4430/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και όπως αυτή διορθώθηκε ως προς το όνομα της αναιρεσείουσας με την υπ'αριθμ. 1298/2014 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ