Supreme Court allows appeal against appeal dismissal due to improper burden of proof regarding execution costs deduction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's dismissal of an objection to a forced auction. The State argued the objection was baseless because the deducted execution costs were not proven to be lawful, while the appellant claimed the lower court incorrectly shifted the burden of proof. The court found the lower court erred by rejecting the objection despite the appellant failing to prove the legality of the deductions, thereby improperly shifting the evidentiary burden.
Legislator headnote
AI generatedArticles 979, 559(13), 580(3), 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The court must reject an objection to execution costs if the appellant fails to prove the legality of the deductions, and the lower court cannot shift the burden of proof to the debtor when the appellant has not met their initial obligation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 658 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 658/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπούλου, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Ιουλίου 2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 282/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1587/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9 Ιουλίου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 3 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. .../05-11-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης … ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (17-02-2014), επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον αναιρεσίβλητο Α.
Κ., κατ` άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, τηρηθείσης της προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτή διαδικασίας, όπως προκύπτει από τις επισυναπτόμενες στην ως άνω έκθεση επιδόσεως, από 05-11-2013 απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου του αρμόδιου αστυνομικού του Α/Τ Λευκού Πύργου Θεσσαλονίκης Α. Π. και από 05-11-2013 απόδειξη της αρμόδιας υπαλλήλου του Ταχυδρομικού Καταστήματος Φράγκων Θεσσαλονίκης Α.
Κ.. Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, αυτός δεν εμφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη το άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως.
Τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση του άρθρου 341 ΚΠολΔ, με το αρθρ. 5 του ν. 2195/2001, από τα δικαστήρια της ουσίας, ενώπιον των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 7 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 12 του ν. 2915/2001 και τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη (αρθρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (ΑΠ 1001/2012, ΑΠ 1710/2012, ΑΠ 485/2010 Α.Π 344/2007).
Ωστόσο, εφόσον μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2915/2001, οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών.
Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 567/1984), ενώ έπρεπε να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα κατάταξης γίνεται αφού αφαιρεθούν τα έξοδα εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Από τη γραμματική διατύπωση της παραπάνω διάταξης, όπου γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των απαιτήσεων, προκύπτει, ότι υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, ως και ότι τα έξοδα εκτέλεσης δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων, ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά μόνο προαφαιρούνται για να γίνει η κατάταξη των δανειστών στο εναπομένον πλειστηρίασμα.
Η αφαίρεση των εξόδων γίνεται με βάση τα έγγραφα και τις αποδείξεις, που κατατίθενται από το δικαιούχο αυτών και βρίσκονται στο φάκελλο του πλειστηριασμού. Για να είναι δε εφικτός ο έλεγχος από κάθε ενδιαφερόμενο και από το δικαστήριο, κρίνοντας επί σχετικού λόγου ανακοπής, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος απαιτείται να προβεί, όχι σε απλή αναφορά αυτών, αλλά σε εξειδίκευση, με αναγραφή, επί της ιδιαίτερης πράξεως εκκαθαρίσεως ή επί του πίνακα κατατάξεως, των επί μέρους κονδυλίων αυτών, της αιτίας τους και του δικαιούχου αυτών (Mπρίνιας υπ` άρθρο 975, εκδ.
Β` παρ. 406, σελ. 1072). Στην αντίθετη περίπτωση, η αφαίρεση ως αναιτιολόγητη είναι μη νόμιμη και συνεπώς άκυρη. Στα έξοδα εκτέλεσης περιλαμβάνονται τα έξοδα της προδικασίας και των προπαρασκευαστικών πράξεων της εκτέλεσης και των εν συνεχεία πράξεων, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται πρωταρχικά τα έξοδα και δικαιώματα για τη λήψη απογράφου, σύνταξη αντιγράφου αυτού και επιταγής προς πληρωμή.
Η αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης αποτελεί διανομή του πλειστηριάσματος όπως και η κατάταξη των δανειστών και συνεπώς προσβάλλεται μόνο με ανακοπή του άρθρου 979 Κ.Πολ.Δ.(ΑΠ 627/1994, 1578/1995, 632/1996). Κατά συνέπεια, και στην περίπτωση αυτή η άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθού η ανακοπή ή του μεγέθους της, που αφορά τα προαφαιρεθέντα έξοδα εκτέλεσης, αποτελεί παραδεκτό και ορισμένο λόγο ανακοπής, στον καθού δε εναπόκειται να αποδείξει τα παραγωγικά της απαίτησής του και του μεγέθους της περιστατικά.
Δηλαδή και στην περίπτωση αυτή ο καθού η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του, για την οποία έχει καταταγεί. Αν ο καθού η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή (ΑΠ 1717/1999, ΑΠ 1722/1998).
Περαιτέρω, δικαιούχος των εξόδων εκτελέσεως, τα οποία κατά νόμο φέρει ο καθού ενεργείται η εκτέλεση (άρθρο 932 ΚΠολΔ), είναι ο επισπεύδων εκείνος δανειστής που έδωσε την εντολή στα όργανα εκτελέσεως και τα έχει προκαταβάλλει, ο οποίος δικαιούται να συμμετάσχει στην ως άνω απλή διαδικασία εκκαθαρίσεως των εξόδων από τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο.
Ωστόσο, με την στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2 και 1006 παρ. 3 ΚΠολΔ ανακοπή, ο ανακόπτων αναγγελθείς δανειστής μπορεί να προσβάλλει τον πίνακα κατατάξεως και όταν ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, κατά την εκκαθάριση με τον πίνακα των εξόδων του δικηγόρου, που κατ' εντολή του επισπεύδοντος την εκτέλεση δανειστού προέβη στις αναγκαίες προς τούτο ενέργειες, εσφαλμένα αφαιρεί ορισμένο ποσό πλειστηριάσματος προς κάλυψη τούτων, εφόσον θίγονται, με την κατ' αυτόν τον τρόπο γενομένη μείωση του πλειστηριάσματος, τα έννομα συμφέροντά του, με την κατάταξη άλλου δανειστή, ή τη μη προσήκουσα κατάταξη αυτού.
Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο ανακόπτων επικαλείται ότι εσφαλμένα προαφαιρέθηκαν από το πλειστηρίασμα έξοδα του καταταγέντος στον πίνακα γι' αυτά του δικηγόρου του επισπεύδοντος την εκτέλεση, τα οποία δεν είναι νόμιμα και υπαρκτά ή υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ή άλλους νόμους και υπουργικές αποφάσεις ποσά αμοιβής των δικηγόρων, για πράξεις που διενήργησαν κατά την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, η ανακοπή απευθύνεται κατά του δικηγόρου ο οποίος και μόνο νομιμοποιείται παθητικά.
Αντίθετα αν με την ανακοπή δεν αμφισβητείται η διενέργεια των πράξεων εκτελέσεως που έκανε ο δικηγόρος αλλά το αν έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών και είναι, υπό την έννοια αυτή, έξοδα εκτελέσεως, τότε νομιμοποιείται παθητικά ως καθ` ου η ανακοπή μόνο ο επισπεύδων δανειστής (ΑΠ 60/2011, ΑΠ 1774/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 31-07-2002 ανακοπή του το ανακόπτον (και ήδη αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίσθηκε, ότι μετά την διενέργεια στις 27-3-2003 πλειστηριασμού, στον οποίο είχε αναγγελθεί νομίμως για το ποσό των 1.221.717,56 ευρώ και κατά τον οποίο επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα 23.000 ευρώ, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφος Γουμένισσας Κιλκίς Ευστάθιος Γεωργιάδης, στον υπ' αριθ. .../2002 πίνακα κατάταξης προαφαίρεσε ως έξοδα εκτέλεσης, μεταξύ άλλων, από το πλειστηρίασμα, ποσό 1.600 ευρώ για έξοδα εκτέλεσης υπέρ του Α.
Κ., δευτέρου των καθ' ών (ήδη αναιρεσίβλητου), που ενεργούσε κατ' εντολή του πρώτου των καθών-επισπεύδοντος την εκτέλεση (δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) και συγκεκριμένα α) 1.500 ευρώ για λήψη απογράφου, σύνταξη επιταγής και έξοδα επίδοσης και β) 100 ευρώ για σύνταξη εντολής προς εκτέλεση, ενώ το ποσό που έπρεπε να προαφαιρεθεί υπέρ του ως άνω δικηγόρου ανέχεται στο ποσό των 90,55 ευρώ ήτοι α) 43,84 ευρώ για έκδοση απογράφου, β) 14,67 ευρώ για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση (κατ' άρθρο 127 παρ. 1 ν.δ. 3026/1954), γ) 2 ευρώ για χαρτοσήμανση, δ) 1 ευρώ για αντιγραφικά δικαιώματα, ε) 4,10 ευρώ για παραγγελία επίδοσης και στ) 10,27 ευρώ για σύνταξη επιστολής προς εκτέλεση (άρθρο 127 παρ. 4 ν.δ.3026/1954).
Με βάση τα παραπάνω και δεδομένου ότι στον πίνακα κατάταξης κατετάγη αυτό (ανακόπτον) για το ποσό των 6.108,91 ευρώ, ήτοι για μερική ικανοποίηση της αναγγελθείσας απαίτησής του, ζήτησε τη μεταρρύθμιση του πίνακα κατάταξης, ώστε να καταταγεί το ίδιο σ' αυτόν για το άνω ποσόν των 1.509,45 ευρώ (1600 ευρώ μείον 90,55=1.509,45 ευρώ), ύστερα από αντίστοιχη μείωση των άνω προαφαιρεθέντων εξόδων εκτέλεσης.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί του ανωτέρω λόγου της ανακοπής δέχθηκε τα ακόλουθα: << Με την υπ' αριθ. …/12-2-2002 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ρεψυμίας Μπαγιαρτάκη, κατασχέθηκε, με επίσπευση του πρώτου των καθών η αναφερόμενη σ' αυτήν ακίνητη περιουσία της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΙΛΒΑ - ΑΝΩΝΥΝΗ ΚΙΛΚΙΣΙΑΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΛΙΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", η οποία εκπλειστηριάσθηκε στις 27-3-2002 ενώπιον του συμβολαιογράφου Γουμένισας Ευσταθίου Γεωργιάδη, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, αντί πλειστηριάσματος 23.000 ευρώ.
Το ανακόπτον είχε αναγγελθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πλειστηριασμό, προκειμένου να καταταγεί προνομιακά και οριστικά για απαιτήσεις του ύψους 1.221.717,56 ευρώ, όπως αυτές αναλύονται στον ενσωματωμένο στην ανακοπή πίνακα χρεών. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, επειδή το επιτευχθέν πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του επισπεύδοντος και αναγγελθέντων δανειστών, συνέταξε τον προσβαλλόμενο υπ' αριθ. .../2002 πίνακα κατάταξης, με τον οποίο αφού προαφαίρεσε ως έξοδα εκτέλεσης το ποσό των α) 2.555,25 ευρώ υπέρ της δικαστικής επιμελήτριας …, β) 518 ευρώ υπέρ του ίδιου (υπαλλήλου του πλειστηριασμού) και γ) 1.600 ευρώ υπέρ του δεύτερου των καθών πληρεξουσίου δικηγόρου του επισπεύδοντος την εκτέλεση, κατέταξε στο υπόλοιπο του πλειστηριάσματος το ανακόπτον στο ποσό των 6.108,91 ευρώ (1/3) προς ικανοποίηση μέρους της απαιτήσεώς του και τον επισπεύδοντα πρώτο των καθών στο ποσό των 12.217,84 ευρώ (2/3) ως ενυπόθηκο δανειστή.
Στον εν λόγω πίνακα δεν αναφέρεται αλλά ούτε από κάποιο άλλο έγγραφο προκύπτει για ποια ή ποιες πράξεις προαφαιρέθηκε το άνω ποσό, υπέρ του δεύτερου των καθών δικηγόρου και συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξακριβώσει αν το εν λόγω ποσό προαφαιρέθηκε νόμιμα ή όχι από το πλειστηρίασμα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της ανακοπής και συνακόλουθα και η ανακοπή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη>>.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, αφού σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, στην περίπτωση της ανακοπής του άρθρου 979 του ΚΠολΔ η άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθού η ανακοπή ή του μεγέθους της, που αφορά τα προαφαιρεθέντα έξοδα εκτέλεσης, στον καθού εναπόκειται να αποδείξει τα παραγωγικά της απαίτησής του και του μεγέθους της περιστατικά, όπως άλλωστε δέχεται και το Εφετείο, το οποίο όμως στην συνέχεια, αποδεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε αν το επίδικο ποσό, που αντιστοιχούσε κατά τα ανωτέρω σε έξοδα εκτέλεσης για ενέργειες του αναιρεσίβλητου προαφαιρέθηκε νόμιμα ή όχι από το πλειστηρίασμα, αντί να οδηγηθεί στην αποδοχή της ανακοπής, προέβη στην απόρριψή της, λόγω της εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως των άνω περιστατικών, τα οποία έκρινε αναπόδεικτα λόγω έλλειψης και ανεπάρκειας αποδείξεων, μετακυλήοντας έτσι τελικά στο αναιρεσείον (ανακόπτον) το βάρος αποδείξεως των περιστατικών αυτών και όχι στον καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητο, ο οποίος πράγματι το έφερε.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1587/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 22 του ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1587/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ