Supreme Court remands bankruptcy priority case for re-evaluation of labor claim timing under Art. 975 CPD.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding bankruptcy priority claims. The Court found the lower court failed to provide sufficient reasoning on which specific employee claims fell within the two-year pre-bankruptcy window required by Article 975 of the Civil and Commercial Procedure Code. Consequently, the case was remanded to the Court of First Instance for a new trial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 975 para. 3 KPolD; Art. 31 of Law 1545/1985: A bankruptcy court decision is annulled if it lacks sufficient reasoning regarding the classification of labor claims under the priority scheme.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 658 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 658/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει την Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, πάρεδρο του Νομικού συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Α.- Χ., δικηγόρου στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, υπό την ιδιότητα της ως οριστικής συνδίκου της πτωχεύσασας εταιρίας με την επωνυμία "Π. ΑΒΕΕ-ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ και ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της ως δικηγόρος με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 451/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 30-3-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 15-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μόνου λόγου αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 975 περ. 3 ΚΠολΔ στην τρίτη τάξη των προνομίων κατατάσσονται οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις δασκάλων εφόσον όλες αυτές προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985 ορίσθηκε: "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως.
Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξεως αυτής". Έτσι, με τη δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις διευρύνθηκε το προνόμιο των εργατικών απαιτήσεων.
Ως προς τις απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, όπως είναι οι κάθε είδους απαιτήσεις για δεδουλευμένες αποδοχές, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα αδείας, εορτών κ.λ.π., ως αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού του χρονικού διαστήματος στο οποίο εκτείνεται το προνόμιο ορίσθηκε η ημερομηνία για την οποία είχε αρχικά ορισθεί ο πλειστηριασμός ή κηρυχθεί η πτώχευση και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ χρόνος αυξήθηκε από έξι μήνες σε δύο έτη.
Η αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως αποτελεί την αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας. Αν συνεπώς ο πλειστηριασμός έγινε αργότερα, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαιώσεώς του κατά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί, του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις από την παροχή εξηρτημένης εργασίας, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή κηρύχθηκε η πτώχευση (ακόμη και οι παρεπόμενες αυτών απαιτήσεις τόκων, εφόσον όμως προέκυψαν μέσα στη διετία αυτή), όχι δε και οι απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή κηρυχθεί η πτώχευση και έως και την ημέρα, που τελικά αυτός διενεργήθηκε.
Αν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να εξοπλίσει με το προνόμιο αυτό τις εργασιακές απαιτήσεις ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν, θα όριζε τούτο κατά τρόπο ρητό και σαφή, όπως για τις αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, για τις οποίες ρητώς όρισε ότι κατατάσσονται στην τρίτη τάξη ανεξάρτητα από τον χρόνο που γεννήθηκαν, χωρίς να γίνεται διάκριση για τις πριν ή μετά την ημερομηνία ορισμού του πρώτου ή της πραγματικής διενέργειας του πλειστηριασμού (Ολ.ΑΠ 22/2000, ad hoc ΑΠ 1765/2009, contra ΑΠ 1140/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου Θράκης, με επίσπευση της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΣ Βιομηχανία Συσκευασιών Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στο ..., εκπλειστηριάσθηκαν στις 5 Φεβρουαρίου 2003 τρεις συνεχόμενοι αγροί στη Ν.
Πέραμο Καβάλας, που αποτελούσαν ένα ενιαίο ακίνητο, στο οποίο είχε οικοδομηθεί το βιομηχανικό συγκρότημα της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. ΑΒΕΕ - ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ & ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία είχε κηρυχθεί σε πτώχευση με την 2245/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στις 16.4.1998.
Το πλειστηρίασμα ανήλθε σε 274.000 ευρώ, μετά δε την αφαίρεση των εξόδων, απέμεινε προς διανομή ποσό 249.762,41 ευρώ, το οποίο όμως δεν ήταν επαρκές για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων δανειστών, μεταξύ των οποίων και το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο για το λόγο αυτό δεν κατατάχθηκε για τις απαιτήσεις των Δ.Ο.Υ.
Ελευθερούπολης Καβάλας και ΦΑΕ Πειραιά, για τις οποίες είχε αναγγελθεί. Η υπάλληλος του πλειστηριασμού κατά τη διανομή του ως άνω ποσού κατέταξε προνομιακώς την αναιρεσίβλητη οριστική σύνδικο της πτωχεύσεως για ποσόν 233.383,60 ευρώ για απαιτήσεις εργαζομένων της επιχειρήσεως, μεταξύ των οποίων: α) το Θεόδωρο Οικονόμου για ποσόν 20.598,50 ευρώ, β) τον Ι.
Μ. για ποσόν 13.212,72 ευρώ, γ) τον Α. Π. για ποσόν 13.538,02 ευρώ δ) τον Α. Χ. για ποσόν 15.083,69 ευρώ, ε) τον Ε. Π. για ποσόν 15.908,03 ευρώ και στ) τον Π. Μ. για ποσόν 33.021,27 ευρώ. Οι απαιτήσεις αυτές των πιο πάνω εργαζομένων αφορούσαν μισθούς, επιδόματα αδείας, Χριστουγέννων και Πάσχα με βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας για χρονική περίοδο δύο (2) ετών πριν την κήρυξη της πτώχευσης στις 16-4-1998, αλλά και μετά την κήρυξη της πτώχευσης και πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού, επιπλέον δε και αποζημιώσεις για την καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων μαζί με τους αναλογούντες τόκους.
Στην ως άνω κατάταξη η συμβολαιογράφος προέβη, θεωρώντας τις απαιτήσεις αυτές, ως προερχόμενες από εξαρτημένη εργασία και, συνεπώς, προνομιακά υπαγόμενες στην κατάταξη δανειστών, κατ' επιταγή του άρθρου 975 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Κατά του πίνακα αυτού το αναιρεσείον άσκησε την από 21-4-2004 ανακοπή, ζητώντας, μεταξύ άλλων, την ακύρωσή του, κατά το μέρος που κατατάχθηκαν σ' αυτόν προνομιακά οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης, ως οριστικής συνδίκου για λογαριασμό των εργαζομένων στην υπό πτώχευση εταιρεία, και προβάλλοντας ως λόγο ανακοπής το γεγονός ότι οι απαιτήσεις αυτές, κατά ένα μέρος τους, δεν ανάγονταν στην τελευταία διετία πριν την κήρυξη της πτωχεύσεως, με συνέπεια να μη είναι εξοπλισμένες με το προνόμιο του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Επ' αυτής εκδόθηκε η 105/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή στο σύνολό της. Κατά της αποφάσεως αυτής το αναιρεσείον άσκησε την από 3-10-2005 έφεση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της οποίας επανέφερε τον προβληθέντα με την ανακοπή ισχυρισμό, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα υπήγαγε μέρος των απαιτήσεων των εργαζομένων στο προνόμιο που θεσπίζεται με το ανωτέρω άρθρο, ενώ θα έπρεπε να τις κατατάξει μετά τις δικές του απαιτήσεις, που τυγχάνουν προνομιακές στο σύνολό τους, κατ' άρθρο 5 ΚΕΔΕ, καθώς μέρος των απαιτήσεων αυτών των εργαζομένων, όπως αυτές εξειδικεύονταν στο δικόγραφο της εφέσεως, δημιουργήθηκαν μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως (16-4-1998), δηλαδή εκτός της διετίας πριν από την κήρυξη της πτωχεύσεως.
Το Εφετείο συνεχίζει περαιτέρω ότι οι πιο πάνω απαιτήσεις των εργαζομένων αφορούν μισθούς αυτών, επίδομα αδείας, Χριστουγέννων και Πάσχα και αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, έχουν δε ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας και αναφέρονται τόσο στο χρονικό διάστημα δύο ετών πριν την ημερομηνία κηρύξεως της πτωχεύσεως, όσο και μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως και πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού, εκτός από τις απαιτήσεις του Θ.
Ο. που αναφέρονται και στο δώρο Χριστουγέννων, την άδεια και το επίδομα αδείας του έτους 1995, για τον οποίο σημειώνει, ωστόσο, ότι, ενώ στην από 3-8-1998 αναγγελία του (κοινή αυτού και των λοιπών εργαζομένων) αναγγέλθηκε για το ποσόν των 10.699.998 δρχ. (ισότιμο με 31.401,31 ευρώ), στο οποίο περιλαμβάνονταν και τα ανωτέρω επιδόματα για τα έτη 1993, 1994 και 1995 (δηλαδή πέραν της διετίας πριν από την κήρυξη της πτώχευσης) συνολικού ποσού 3.350.000 δρχ. (ισότιμο με 9.831,25 ευρώ), με την από 10-3-2000 δήλωση επαληθεύσεως περιόρισε την αρχική απαίτησή του στο ποσόν των 6.112.000 δρχ. (ισότιμο με 17.936,90 ευρώ), και κατά συνέπεια δεν κατατάχθηκε αυτός στον προσβαλλόμενο πίνακα για το ποσόν των 3.350.000 δρχ.
Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι οι απαιτήσεις αυτές στο σύνολό τους, παρόλο που μέρος αυτών προέκυψαν μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως και δεν δημιουργήθηκαν εξ ολοκλήρου κατά τη διετία πριν την κήρυξη της πτωχεύσεως, αυτές (απαιτήσεις) υπάγονται στην προνομιακή ρύθμιση του άρθρου 975 παρ. 3 του ΚΠολΔ και, συνεπώς, ορθά έγινε η προνομιακή τους κατάταξη στον προσβαλλόμενο πίνακα, απορρίπτοντας κατόπιν τούτου το σχετικούς λόγους εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ποιες απαιτήσεις των εργαζομένων είχαν προκύψει τη διετία πριν την κήρυξη της πτωχεύσεως (16-4-1996 έως 16-4-1998), ώστε να απολαμβάνουν του προνομίου της κατατάξεως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα όπως βασίμως υποστηρίζεται με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέοντα μόνο λόγο αναιρέσεως. Γι' αυτό και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρο 176 ΚΠολΔ), η οποία ωστόσο θα ορισθεί μειωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 451/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ