Legislator Case Law & Legislation
658/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment regarding loan contract validity and document production.

Case Number 658/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment on a loan dispute. The appellant argued that the lower court erred in rejecting evidence regarding the loan's existence and failed to order the production of specific documents held by a third party. The court held that the appellant's claims regarding the timing of the contract and payment did not affect the case outcome, and the request for document production was inadmissible due to vagueness and improper standing. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 806 of the Civil Code; Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if substantive law was violated or the judgment lacks legal basis; requests for document production are inadmissible if the documents are held by a third party without a separate lawsuit or if the request is vague and fails to demonstrate legal interest.

Keywords

AI generated
loan contract validity appeal admissibility document production third party evidence legal costs award substantive law violation judgment annulment

Cited Legislation

AI generated
Article 806 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 450 of the Code of Civil Procedure
Article 451, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
General Supreme Court Decision 7/2006
General Supreme Court Decision 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 658 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 658/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: X, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βρεττάκο.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Ψ1 χας Z, 2. Ψ2 του Z, 3.Ψ3 του Z, και 4. Ψ4 του Z, υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων και διαδόχων του Z, απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τoυς Παναγιώτη Δουφεξή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Απριλίου 2003 αγωγή, του αρχικώς ενάγοντος και ήδη αποβιώσαντος Z, την δίκη του οποίου συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι και διάδοχοι αυτού ως αναιρεσίβλητοι, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5112/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2469/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Ιουνίου 2008 αίτησή του και των από 19 Ιουνίου 2008 προσθέτων λόγων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 24 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής .

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλο κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π.868/2008).

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση, τα εξής: Ο ενάγων, Z, ο οποίος απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής του και συγκεκριμένα στις 26-3-2005, εργαζόταν, ως προϊστάμενος λογιστηρίου, µε σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου, από το έτος 1973 σε τεχνική εταιρεία συµφερόντων του εναγοµένου και ήδη αναιρεσείοντος, αρχικά στη ...

επί δώδεκα χρόνια περίπου και στη συνέχεια και στην Ελλάδα. Για διάστηµα είκοσι χρόνων περίπου ο ενάγων, Z, εργάστηκε ως προϊστάµενος του Κεντρικού Λογιστηρίου και Οικονοµικός Διευθυντής της τεχνικής εταιρείας µε την επωνυµία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε. ", της οποίας διευθύνων σύµβουλος και κύριος µέτοχος, µε ποσοστό 55% στο µετοχικό κεφάλαιο, ήταν ο εναγόµενος.

Η ως άνω εταιρεία ήταν κατασκευαστική και είχε εκτελέσει µεγάλα δηµόσια έργα. Με την ψήφιση του ν. 2940/2001, η πιο πάνω εταιρεία, αποφάσισε τη συγχώνευσή της µε απορρόφηση από την εταιρεία "ΑΘΗΝΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", µε σκοπό την απόκτηση του νέου ανώτατου πτυχίου έβδοµης τάξης.

Έτσι, στις 29-1-2002, υπογράφηκε µεταξύ των υπό συγχώνευση εταιρειών ιδιωτικό συµφωνητικό, µε το οποίο συµφωνήθηκε, εκτός των άλλων, η συγχώνευση µε απορρόφηση της εταιρείας "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." από την εταιρεία "ΑΘΗΝΑ Α. Ε. Τ. Β. & Τ. Ε." και ορίστηκε η σχέση αξίας των εταιρειών αυτών σε ποσοστό συµµετοχής στο νέο µετοχικό κεφάλαιο της απορροφώσας εταιρίας 20,50 και 61,50 αντίστοιχα.

Η εν λόγω σχέση αξίας προσδιορίστηκε με βάση τα οικονομικά μεγέθη και κυρίως τα ίδια κεφάλαια, που οι ανωτέρω εταιρίες είχαν δηλώσει. Στη συνέχεια, αυτές ανέθεσαν σε ειδικούς ελεγκτές τη διενέργεια οικονομικού ελέγχου για τη διακρίβωση της ακρίβειας και επάρκειας των δηλωθέντων οικονομικών μεγεθών και, μετά τη σύνταξη των σχετικών εκθέσων από τους ελεγκτές, οι εταιρίες προέβησαν στη σύνταξη του από 5-6-2002 ¨Σχεδίου σύμβασης Συγχώνευσης με απορρόφηση".

Ακολούθως, στις 27-8-2002, καταρτίστηκε η οριστική σύμβαση συγχώνευσης, με βάση τη με αριθμό ... πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Βουδούρη, η οποία εγκρίθηκε με τη με αριθμό Κ2-11450/4-9-2002 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που καταχωρήθηκε στο οικείο μητρώο ανωνύμων εταιριών και δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. (τεύχος Α.Ε.

και Ε.Π.Ε) 9149/4-9-2002 μαζί με το κείμενο του καταστατικού της απορροφώσας εταιρίας. Μετά την οριστικοποίηση της συγχώνευσης η εταιρία "ΑΘΗΝΑ Α.Ε.Τ.Β.& Τ.Ε" έδωσε εντολή σε ορκωτό ελεγκτή για τη διενέργεια νέου οικονομικού ελέγχου, ενόψει του ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ των οικονομικών μεγεθών, που είχαν δηλωθεί από την εταιρία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε" κατά το χρόνο σύνταξης του σχετικού ισολογισμού μετασχηματισμού (28-2-2002) και αυτών του προσωρινού ισολογισμού (4-9-2002) που συντάχθηκε μετά την ολοκλήρωση της συγχώνευσης.

Στον πρώτο όπως παραπάνω Ισολογισµό τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." ανέρχονταν στο ποσό των 6.729.259.122 δρχ. ( ευρώ 19.748.376), ενώ στο δεύτερο ισολογισµό τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας ανέρχονταν σε 4.969,918.264 δρχ. ( ευρώ 14.585.233,35). Επίσης, η εταιρεία "ΑΘΗΝΑ Α. Τ. Ε." κοινοποίησε στις 27-9 και 21-10-2002 στον εναγόµενο τις από 26-9-2002 και 15-10-2002 εξώδικες δηλώσεις, που ο τελευταίος επικαλείται και προσκοµίζει, µε τις οποίες ζητούσε από αυτόν και τις θυγατέρες του, που ήταν κύριοι µέτοχοι της εταιρείας "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε.", την καταβολή της διαφοράς των πιο πάνω οικονοµικών µεγεθών ύψους, 5.163.143 ευρώ, επικαλούµενη την εγγυητική ευθύνη, που αυτοί είχαν αναλάβει ατοµικά µε τη συµφωνία της συγχώνευσης για την περίπτωση απόκλισης των οικονοµικών µεγεθών και στοιχείων.

Στο πλαίσιο αυτών των γεγονότων και, επειδή ο εναγόµενος δεν είχε την εποχή εκείνη οικονοµική ρευστότητα, ζήτησε από τον ενάγοντα τη χορήγηση δανείου ποσού 500.000 ευρώ και ο τελευταίος, λόγω της µακροχρόνιας συνεργασίας, αλλά και της φιλικής σχέσης, που τους συνέδεε, δέχτηκε να τον δανειοδοτήσει. Έτσι, κατάρτισαν το από 5-112002 ιδιωτικό συµφωνητικό, που επικαλούνται και προσκοµίζουν οι εφεσίβλητοι, και υπέγραψαν αυτό στις 11-11-2002 ενώπιον του αρμόδιου αξιωματικού Αστυνομικού Τμήματος ..., ο οποίος θεώρησε και βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής των συμβαλλομένων.

Με το έγγραφο αυτό συμφωνήθηκε η χορήγηση άτοκου δανείου, ύψους 500.000 ευρώ, από τον ενάγοντα στον εναγόμενο και ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να το αποδώσει στις 30-3-2003 σε λογαριασμό, του δανειστή στην Τράπεζα Πειραιώς ή σε μετοχές της εταιρίας "ΑΘΗΝΑ Α.Τ.Ε" που να καλύπτουν το ποσό του δανείου με τυχόν τόκους υπερημερίας, με βάση την τιμή διαπραγμάτευσης της ημέρας επιστροφής του δανείου.

Επίσης, συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης απόδοσης του δανείου, αυτό θα καθίστατο έντοκο με νόμιμο επιτόκιο από το χρόνο σύναψης αυτού μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία αποπληρωμής του (30-3-2003) και με επιτόκιο υπερημερίας από το χρονικό αυτό σημείο μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση. Με το ίδιο συμφωνητικό, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να μη προβεί σε πώληση, ενεχυρίαση ή άλλης μορφής δέσμευση των μετοχών της εταιρίας "ΑΘΗΝΑ ΑΤΕ", που του ανήκαν, μέχρι την αποπληρωμή του δανείου, ενώ σε περίπτωση που δεν υπήρχε νομική ή πραγματική ευχέρεια μεταβίβασης μετοχών, συμφωνήθηκε η επιστροφή του δανείου με τους τυχόν τόκους με μετρητά χρήματα.

Το ποσό των 500.000 ευρώ κατέβαλε ο ενάγων στον εναγόμενο στις 12-11-2002, ο τελευταίος δε υπέγραψε την ίδια ημέρα σχετική απόδειξη περί λήψης του ποσού αυτού, ως δανείου. Ο εναγόμενος δεν επέστρεψε το πιο πάνω ποσό κατά την ημερομηνία, που είχε συμφωνηθεί, ούτε αργότερα, και εξακολουθεί να το οφείλει. Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται, ότι το παραπάνω, από 5-11-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνήψαν ο ενάγων και ο εναγόμενος, είναι εικονικό, όπως ο τελευταίος ισχυρίστηκε.

Ειδικότερα, η κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου X, η οποία είναι θυγατέρα του τελευταίου και μέτοχος της ανωτέρω εταιρίας "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ" δεν κρίνεται πειστική. Η μάρτυρας αυτή κατέθεσε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι το ποσό των 500.000 ευρώ αποτελούσε αμοιβή, την οποία αναγκάστηκε ο εναγόμενος να υποσχεθεί, ότι θα καταβάλει στον ενάγοντα για τις υπηρεσίες, που θα παρείχε ο τελευταίος κατά τη διενέργεια του νέου ελέγχου των οικονομικών στοιχείων της απορροφηθείσας εταιρίας και ότι δεν είχε συναφθεί δάνειο μεταξύ αυτών.

Η εν λόγω κατάθεση δεν επιβεβαιώνεται από άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενώ ο μάρτυρας από την πλευρά του εναγομένου ..., μηχανολόγος -μηχανικός, που εργαζόταν στην εταιρία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ", δεν έχει προσωπική αντίληψη για το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ Z, και εναγομένου, αφού στην ένορκη βεβαίωση, που έδωσε στην Ειρηνοδίκη Αθηνών, αναφέρει ότι τα όσα σχετικά κατέθεσε, τα γνωρίζει από τον X και ότι ο τελευταίος του ζήτησε να αποχωρήσει από το γραφείο κατά τη συνάντηση, που είχε με τον Z.

Αντίθετα, από την κατάθεση της μάρτυρας ..., που εξετάστηκε από την πλευρά των κληρονόμων του ενάγοντα στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία εργάστηκε επί 20 χρόνια στην εταιρία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ" προκύπτει, ότι μεταξύ του Z και του εναγομένου καταρτίστηκε σύμβαση δανείου. Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε, ότι ήταν παρούσα κατά την καταμέτρηση των χρημάτων, που παρέδωσε ο Z στον εναγόμενο, ότι η ίδια έγραψε στον υπολογιστή το σχετικό συμφωνητικό, το οποίο είχε συντάξει ο νομικός σύμβουλος της εταιρίας Λ και ότι ο τελευταίος έγραψε την απόδειξη περί λήψης του ποσού των 500.000 ευρώ, την οποία υπέγραψε ο εναγόμενος.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση του μάρτυρα Λ, που εξετάστηκε ένορκα στην Ειρηνοδίκη Αθηνών. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται, ο Z λάμβανε υψηλές αποδοχές από την εργασία του (άνω των 7000 ευρώ το μήνα το τελευταίο διάστημα) και κατείχε μετοχικό μερίδιο 1% στην ως άνω εταιρία του εναγομένου. Επίσης, η σύζυγος και τα τέκνα του είχαν την εταιρία "MAGNA ΕΠΕ"με αντικείμενο εργασιών την ανέγερση πολυκατοικιών.

Έτσι αυτός είχε τη δυνατότητα να χορηγήσει το ανωτέρω δάνειο στον εναγόμενο. Εξάλλλου, αποδεικνύεται, ότι ο Z σε χρόνο προγενέστερο της σύναψης της επίδικης σύμβασης, είχε συναινέσει στη δέσμευση του χρηματικού ποσού των 96.000 δολλαρίων ΗΠΑ από τον προσωπικό του λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς, με σκοπό την κάλυψη τριών εγγυητικών επιστολών, που εκδόθηκαν υπέρ της εταιρίας "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ" για την ανάληψη από αυτήν δημοσίου έργου (βλ.

το από 26-1-2005 έγγραφο της Τράπεζας Πειραιώς που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι) . Το γεγονός ότι ο εναγόμενος δήλωσε στη φορολογική του δήλωση για το επίδικο διάστημα έσοδα 4.745.106 ευρώ δεν αποκλείει την ανάγκη του για δανεισμό, ενόψει των υποχρεώσεών του από τη συγχώνευση της ανωτέρω εταιρίας του και των διαφορών, που ανέκυψαν μεταξύ αυτού και της εταιρίας "ΑΘΗΝΑ ΑΤΕ".

Επίσης, το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε πού ακριβώς χρησιμοποίησε ο εναγόμενος το ποσό των 500.000 ευρώ, δεν αναιρεί της σύναψη της επίδικης σύμβασης, που αποδείχθηκε χωρίς αμφιβολία από τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε κρίνει όμοια και είχε δεχθεί την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 806 Α.Κ. και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ'αυτή πλήρεις σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα το οποίο εκτίθεται με σαφήνεια.

Συνεπώς ο πρώτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης και ο έκτος κατά το δεύτερο σκέλος του με τους οποίους υπό την επίκληση των πλημμελειών των αριθ. 1και 19 του άρθ.559 Κ.Πολ.Δ. υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου559 αριθ.1 εδ.β' Κ.Πολ.Δ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται μόνο αν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων όπως προβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση από τον αναιρεσείοντα με τον ερευνώμενο λόγο. Οι ίδιοι αυτοί λόγοι κατά το λοιπό μέρος τους είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθόσον οι προβαλλόμενες δι' αυτών αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ` ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στη προκειμένη περίπτωσης με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ.11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο : α) η από 4-9-2002 επιστολή της εταιρίας "ΑΘΗΝΑ" προς όλες τις υπό συγχώνευση εταιρίες (για την εταιρία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα και στον αντιπρόεδρο της εταιρίας ...) β) το από 5.9.2002 πρω'τοκολλο παράδοσης και παραλαβής των ταμειακών διαθέσιμων της "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ" και γ) το φαξ με ημερομηνία 2-10-2002 που στάλθηκε από την εταιρία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." στην εταιρία "ΑΘΗΝΑ" και τα επισυναπτόμενα στο φαξ αντίγραφα παρουσιολογίου προσωπικού που τηρούνταν στα γραφεία της εταιρίας "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." και "ΑΘΗΝΑ ΑΤΕ" μέχρι 9.9.2002 και από 10.9.2002 αντιστοίχως, που μ ' επίκληση προσκόμισε ο αναιρεσείων στο δικαστήριο αυτό.

Από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και τα προαναφερθέντα έγγραφα γι'αυτό και ο εξεταζόμενος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι'αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (Α.Π.212/2006). Στη προκειμένη περίπτωση με το τρίτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ.12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στο προαναφερθέν παρουσιολόγιο προσωπικού, το οποίο προσκόμισε με επίκληση στο εν λόγω Δικαστήριο και από το οποίο προέκυπτε ότι η μάρτυρας του ενάγοντος ... είχε αποχωρήσει από τα γραφεία της εταιρίας "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." από τις 10-9-2002 και εργαζόταν στα γραφεία της εταιρίας "ΑΘΗΝΑ ΑΤΕ" είναι απορριπτέος διότι δεν πρόκειται για έγγραφο από το οποίο να προκύπτει άμεση απόδειξη επί των αποδεικτέων εν προκειμένω θεμάτων αλλά για έγγραφο που συνεκτιμήθηκε κατά την κυριαρχική κρίση του Εφετείου προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Κατ' ακολουθίαν ο μοναδικός πρόσθετος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της υποκρυπτόμενης υπό την ένδικη σύμβαση, άλλης σύμβασης περί αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, ως αντιβαίνουσας της τελευταίας αυτής σύμβασης στο άρθρο 179 Α.Κ. άλλως ως προϊόντος απειλής σε βάρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση οι ισχυρισμοί αυτοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν εκ του πράγματος, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι η μόνη, εν προκειμένω, σύμβαση που καταρτίστηκε πραγματικά και την οποία ηθέλησαν τα συμβαλλόμενα μέρη ήταν εκείνα της σύμβασης του δανείου (ΑΚ 806) και ότι πράγματι ο δανειστής Z κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό του δανείου (500.000 ευρώ) σε μετρητά στις 12-11-2002.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 έως 465 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας στηρίχτηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ως παραμορφωθέν και όχι όταν το έγγραφο συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Η παραμόρφωση λαμβάνει χώρα είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου αυτού και συνεπεία των παραδρομών αυτών προσδίδεται σ` αυτό περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει. Στη προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ .

προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 5-11-2002 εγγράφου διότι ενώ στο έγγραφο αυτό αναγράφεται ότι τούτο υπεγράφη στις 5-11-2002 η απόφαση δέχεται ότι υπεγράφη στις 11- 11-2002 και ότι ενώ στο ίδιο έγγραφο αναγράφεται ότι "ο δεύτερος συμβαλλόμενος κατέβαλε σήμερον στον πρώτο συμβαλλόμενο με υπογραφή ιδιαίτερης απόδειξης το ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ(500.000) ως άτοκο δάνειο" η απόφαση δέχεται ότι το ποσό των 500.000 ευρώ κατέβαλε ο ενάγων στον εναγόμενο στις 12-11-2002, ο τελευταίος δε υπέγραψε την ίδια μέρα σχετική απόδειξη περί λήψης του ποσού αυτού, ως δανείου.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν'απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος διότι ο ακριβής χρόνος της υπογραφής της έγγραφης σύμβασης δανείου καθώς και ο πραγματικός χρόνος της καταβολής δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της προκειμένης δίκης . Αυτά δε πέραν και ανεξάρτητα του γεγονότος ότι οι διαφορετικές κατά τα'ανωτέρω παραδοχές της απόφασης ως προς τα ανωτέρω σημεία δεν είναι αποτέλεσμα εσφαλμένης αναγνώσεως του εγγράφου αλλά συνεκτιμήσεως και άλλων στοιχείων του εγγράφου ( θεώρηση και βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των συμβαλλομένων στις 11-11-2002 από τον αρμόδιο αξιωματικό του ...) σε συνδυασμό και με την από 12-11-2002 έγγραφη απόδειξη περί της καταβολής του ποσού του δανείου.

Από το άρθρο 450 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει, τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφ` όσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ,Δ. λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, τουτέστιν να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενο του και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του..

Στη προκειμένη περίπτωση το υποβληθέν αίτημα του αναιρεσείοντος για επίδειξη εγγράφων είναι αφενός μεν αόριστο διότι δεν προσδιορίζεται το συγκεκριμένο περιεχόμενο των εγγράφων των οποίων ζήτησε την επίδειξη ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν αυτά είναι πρόσφορα προς ανταπόδειξη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί μη συνάψεως του ένδικου δανείου, αφετέρου απαράδεκτο διότι υπό τα επικαλούμενα προς θεμελίωση του αιτήματος αυτού πραγματικά περιστατικά, τα έγγραφα των οποίων ζητήθηκε η επίδειξη βρίσκονται στην κατοχή της τρίτης μη διαδίκου εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑGΝΑ Ε.Π.Ε." ως προς την οποία η επίδειξη μόνο με παρεμπίπτουσα αγωγή θα μπορούσε να ζητηθεί σύμφωνα με το άρθρο 451 παρ.1 Κ.Π.Δ.

Συνεπώς το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο με το ν'απορρίψει το σχετικό αίτημα ως απαράδεκτο γι'αυτό και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 14 της ΚΠολΔ 559 με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4 Ιουνίου 2008 αίτηση και τους από 19 Ιουνίου 2008 πρόσθετους αυτής λόγους του X για αναίρεση της υπ' αριθ. 2469/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ