Supreme Court dismisses appeal for late filing of additional grounds and vague violation claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision, ruling that additional grounds of appeal were filed too late. The appellant argued the lower court violated procedural rules regarding the cause of payment and evidence evaluation, but the court found these claims vague and unsupported by specific factual assertions. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 569 para. 2 CPolD; Art. 904 AC: Additional grounds of appeal must be filed at least thirty full days before the hearing, and vague or unsubstantiated claims regarding procedural violations are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 658 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 658/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Γρηγορίου.
Του αναιρεσιβλήτου: ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Δάμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2006 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-4-2006 αίτησή και τους από 14-3-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε τις από 5-3-2007 και 27-11-2007 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατ' άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, ως τέτοιας νοούμενης της κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα από τον πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου οριζόμενης αρχικώς και όχι μεταγενεστέρως μετ' αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (Ολ. ΑΠ. 143, 654/84). Στην προκειμένη περίπτωση ο Πρόεδρος του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου με την από 28.06.2006 πράξη του όρισε δικάσιμο για συζήτηση της κρινομένης αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3/2006 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας την 19.03.2007, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο. Ο αναιρεσείων με το από 14.3.2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων, το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 15.03.2007, όπως προκύπτει από την επ' αυτού υπ' αριθμ. 94/15.3.2007 πράξη κατάθεσης, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και για τους προβαλλόμενους με αυτό προσθέτους λόγους.
Συνεπώς οι περιλαμβανόμενοι στο άνω 14.3.2007 δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού κατατέθηκαν εκπροθέσμως στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 15.03.2007, δηλαδή όχι τριάντα ημέρες πριν από την ως άνω αρχική δικάσιμο (19.03.2007).
ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ ορίζεται, ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννάται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.
Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, ότι αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού για αιτία που έληξε έχει και εκείνος ο οποίος δυνάμει δικαστικής αποφάσεως που κηρύχτηκε προσωρινώς εκτελεστή, σύμφωνα με τα άρθρα 907 και 908 ΚΠολΔ, κατέβαλε στον ενάγοντα το επιδικασθέν προσωρινώς χρηματικό ποσό, είτε με αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης εις βάρος του από τον δικαιούχο, είτε συμμορφούμενος με τη δικαστική απόφαση προκειμένου να αποφύγει την αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης, η οποία στη συνέχεια εξαφανίστηκε συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον οφειλέτη, απορριφθείσης της αγωγής για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η αιτία, δηλαδή ο σκοπός που έγινε η παροχή, που είναι η εξαφανισθείσα προσωρινώς εκτελεστή δικαστική απόφαση, έληξε με την απόρριψη της αγωγής.
Την προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: 'Οτι με την υπ' αριθμ.4.444/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην των εναγομένων επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά και του ήδη αναιρεσιβλήτου, υποχρεώθηκαν οι συνεναγόμενοι να καταβάλλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 4.232.000 δραχμών για αποζημίωση και ποσό 200.000 δρχ.
δραχμών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κηρύχτηκε δε αυτή προσωρινώς εκτελεστή για ποσό 2.300.000 δραχμών. 'Οτι ο τότε εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της απόφασης αυτής έφεση, πλην όμως προκειμένου να αποφύγει την εις βάρος του αναγκαστική εκτέλεση, για το παραπάνω ποσό που κηρύχτηκε προσωρινώς εκτελεστή η απόφαση, κατέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα το παραπάνω των 2.300.000 δραχμών.
Ότι στη συνέχεια έγινε δεκτή η ασκηθείσα από τον τότε εναγόμενο έφεση και απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος ως αόριστη. Με τις παραδοχές αυτές το εφετείο έκρινε ότι αναιρεσείων κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος, για αιτία που έληξε, και δέχτηκε την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, υποχρέωσε δε τον εναγόμενο αναιρεσείοντα να αποδώσει στον ενάγοντα την ωφέλεια ήτοι να καταβάλλει στον αναιρεσίβλητο το ισόποσο σε ευρώ του παραπάνω ποσού των 2.300.000 δραχμών.
Έτσι που έκρινε το εφετείο, δεχόμενο την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ως προς το κεφάλαιο αυτό, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικό δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, όπως με τον πρώτο λόγο, κατά το οικείο μέρος του, αβάσιμος αιτιάται ο αναιρεσείων, και επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Εξ άλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί, την απόφαση νόμιμης βάσης, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν σε θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος που ασκείται είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι ασάφειες.
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση καν γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τη πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να υπάρχει κατά το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί και επαναφερθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωκε την προσβαλλομένη απόφαση (Ολομ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 760/2004, ΑΠ 244/2004 ΑΠ 347/06). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του και τον δεύτερο λύγο τελευταίο σκέλος, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο τις εξής αιτιάσεις:
α) ότι χωρίς αιτιολογίες απέρριψε εμμέσως την ένσταση του ότι η καταβολή από τον αναιρεσίβλητο του ποσού για το οποίο κηρύχτηκε προσωρινούς εκτελεστή η εξαφανισθείσα μετ' άσκηση εφέσεως απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγινε για νόμιμη αιτία και ειδικότερα διότι ο αναιρεσίβλητος είχε εγγυηθεί την καταβολή του οφειλομένου από τον αγοραστή των εμπορεύματος ποσού (1ος λόγος δεύτερο σκέλος) και β) ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη διότι, όπως επί λέξει αναφέρει "τα περιστατικά που δέχτηκε ως αληθινά δεν είναι ικανά για να ελεγχθεί εάν μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση την οποία στηρίζει το διατακτικό της" (δεύτερος λόγος τελευταίο σκέλος).
Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραδεκτώς (καθορίζοντας και το νόμιμο τρόπο) τον ισχυρισμό ότι η καταβολή του ποσού από τον ενάγοντα έγινε για νόμιμη αιτία, ούτε αναφέρει στο αναιρετήριο τις ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου υπό τις οποίες και συντελέστηκαν οι αποδιδόμενες με τους λόγους αυτούς παραβιάσεις, κατά τα λοιπά δε διότι με τους λύγους αυτούς κατ' επίφαση παραβίασης από την παραπάνω διάταξη, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με, τον οποίο, κατ' επίκληση παραβιάσεων από το άρθρο 559 αρ. 10 και 11 περ.γ' ΚΠολΔ, αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση ότι δέχτηκε ως αληθινό, χωρίς να διατάξει, αποδείξεις, ότι η εταιρία με την επωνυμία "...... ΟΕ" είχε αδρανοποιηθεί από το έτος 1995 και ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το προσκομισθέν από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. .....
καταστατικό της παραπάνω εταιρίας και το πιστοποιητικό του γραμματέα Πρωτοδικείου Κερκύρας, από το οποίο προέκυπτε ότι η παραπάνω εταιρία δεν είχε λυθεί, είναι απορριπτέος, ως προς το πρώτο σκέλος του οις απαράδεκτος, διότι κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 12 ν. 2115/01 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (8.12.2003) δεν εκδίδεται απόφαση με την οποία να διατάσσεται η διεξαγωγή αποδείξεων.
Ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο προς απόδειξη ποίου ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού προσκόμισε και επικαλέστηκε τα παραπάνω έγγραφα, τον νόμιμο τρόπο προβολής του ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο και ποία επίδραση ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.04.2006 αίτηση του Χ1, καθώς και τους από 14.03.2007 προσθέτους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3/2006 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ 1.800.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ