Legislator Case Law & Legislation
657/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding unilateral contract modification and penalty clauses.

Case Number 657/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court of Athens' judgment in a labor dispute. The court found that the lower court correctly recognized the employer's unilateral modification of employment terms and the resulting penalty for non-compliance. The appeal was rejected because the employer failed to prove the lower court ignored relevant documents or misapplied the law regarding witness testimony.

Legislator headnote

AI generated

Articles 340, 422, 424, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's assessment of evidence and witness credibility is subject to free evaluation and cannot be overturned unless there is a clear error in law or a failure to consider relevant documents.

Keywords

AI generated
unilateral contract modification labor dispute procedure appeal admissibility free evaluation of evidence witness testimony weight penalty clauses court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 422 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 424 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 657 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 657/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ετερρόρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Μερεκούλια. ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Π. Τ. του Θ., κατοίκου ..., 2.Μ. Π. του Σ., κατοίκου ... Αττικής, και 3.Σ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοδώρας Πετσετίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1773/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 3172/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 3-11-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 3-11-2022 και με αριθμό κατάθεσης ...2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 3172/16-6-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 9-12-2020 με αρ. κατάθ. ...2021 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθμό 1773/25-11-2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 19-12-2019 με αρ, κατάθ. ...2019 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και α) αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη την 24-10-2019 προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων και έκτοτε είχε καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας τους, κατά τις αναφερόμενες εβδομαδιαία ημέρες και ώρες και β) υποχρέωσε την εναγομένη να απασχολεί τους ενάγοντες κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα με απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ ημερησίως για τον καθένα εξ αυτών και να καταβάλει σε ένα έκαστο εξ αυτών τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για μισθούς υπερημερίας, μη καταβληθείσες δεδουλευμένες αποδοχές και για δαπάνες κίνησης και συντήρησης, με το νόμιμο τόκο.

Με την προσβαλλομένη απόφαση η έφεση της εναγομένης έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) γι' αυτό και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).

Στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1228/2022, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 120/2017).

Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118 εδ. 4 και 216 § 1 KΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής, πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 KΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται δηλαδή για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 108/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 320/2016). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1 στοιχ.

α` και β` KΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 KΠολΔ (ΑΠ 32/2022, ΑΠ 108/2020, ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017, ΑΠ 515/2016).

Ειδικότερα για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 § 1 KΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651, 653 και 655 ΑΚ η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών στον ενάγοντα μισθωτό μεταξύ οφειλομένων κατά νόμο (δεδουλευμένων ή μη) και καταβληθεισών κατά την αγωγή σε αυτόν μικρότερων αποδοχών, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση της σύμβασης (ή σχέσης) εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους αυτού παροχή της εργασίας του, ο συμβατικός ή ο κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις ή κατά τις ειδικές ρυθμίσεις του νόμου οφειλόμενος μισθός του μισθωτού με αναφορά στο βασικό μισθό και τα επί μέρους επιδόματα που ανάγονται στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της απασχόλησης του μισθωτού στην ειδικότητα αυτή, κατά το οποίο δεν υπήρξε από το νόμο ή τα πράγματα λόγος διαφοροποίησής τους, ως και η αιτία που κατά νόμο δικαιολογεί την καταβολή των συγκεκριμένων επιδομάτων στον ενάγοντα, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές και οι αξιούμενες από την αιτία αυτή διαφορές των αποδοχών (ΑΠ 33/2022, ΑΠ 1465/2022, ΑΠ 104/2020, ΑΠ 121/2019, ΑΠ 524/2018, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 1004/2017).

Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο εργαζόμενος απασχολήθηκε κατά τη διάρκεια Κυριακών και κατά νόμο εξαιρετέων αργιών ή κατά τη διάρκεια της νύκτας, για το ορισμένο των σχετικών αξιώσεων αυτού προς καταβολή των από 75% και 25% αντίστοιχα προσαυξήσεων, πρέπει επί πλέον να διαλαμβάνονται στην αγωγή ο συγκεκριμένος αριθμός των Κυριακών ή αργιών που εργάσθηκε και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός τους με ακριβείς χρονολογίες, αφού οι ημέρες αυτές προκύπτουν από το ημερολόγιο, καθώς και ο αριθμός των ωρών νυκτερινής εργασίας που παρείχε ο εργαζόμενος το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, χωρίς να είναι απαραίτητη η αναφορά στις συγκεκριμένες ημέρες κατά τις οποίες παρασχέθηκε η εργασία αυτή και ο αριθμός των ημερών αυτών (ΑΠ 520/2015).

Περαιτέρω, ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί από το μισθό των εργαζομένων, που απασχολεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ορισμένα ποσά για ασφαλιστικές εισφορές προς τους οργανισμούς κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, καθώς και για φόρο μισθωτών υπηρεσιών κλπ, τα οποία στη συνέχεια αποδίδει στους δικαιούχους υπέρ των οποίων γίνεται η παρακράτηση.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 59 παρ. 1 και 2 του ν. 4172/2013 (και ισχύοντος κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο) "Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος" (ΦΕΚ Α 167), στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες (η έννοα του οποίου, ως ακαθάριστου, ορίζεται στο άρθρο 12 του ως άνω Κώδικα), ο φόρος παρακρατείται από εκείνον που απασχολεί κατά σύστημα έμμισθο ή ημερομίσθιο προσωπικό και η παρακράτηση ενεργείται κατά την καταβολή (βλ.

ΑΠ 516/2019, ΑΠ 506/2017). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 24 εδ. α`, 25 παρ.1, 2, 4, 26 παρ.1, 3, 5 και 27 παρ.1, 2 του α.ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνει τον εργαζόμενο, περιλαμβάνεται στον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο συνολικό (ακαθάριστο) μισθό, αλλά δεν είναι καταβλητέο σε αυτόν, διότι πρέπει να παρακρατηθεί από τον εργοδότη και να αποδοθεί προς τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό.

Ως εκ τούτου, τα ποσά, τα οποία ο εργοδότης οφείλει, ως άνω, κατά νόμο να παρακρατεί από τον μισθό του εργαζομένου και να αποδίδει στους δικαιούχους τρίτους, περιλαμβάνονται στον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο συνολικό (ακαθάριστο) μισθό του εργαζομένου, που αποτελεί και αντικείμενο της δίκης για τις δεδουλευμένες αποδοχές ή τους μισθούς υπερημερίας και κατά συνέπεια δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες, στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος, αποδοχές (καθόσον αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της συναφούς δίκης), αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης επί των τελικά επιδικαζόμενων με αυτήν αποδοχών του μισθωτού και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (ΑΠ 516/2019, ΑΠ 1131/2015, ΑΠ 383/2012, ΑΠ 113/2012).

Εξ άλλου, σύμφωνα με την υπ` αριθ. 18310/1946 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των ν. 28/1944 και 866/1946 "Εις τους πάσης φύσεως μισθωτούς (υπαλλήλους, υπηρέτας και εργατοτεχνίτας) των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει συνεχούς ή μη λειτουργίας, οσάκις απασχολούνται από 10 μ.μ μέχρι 6 π.μ καταβάλλονται αι εκάστοτε κεκανονισμέναι νόμιμοι αποδοχαί ηυξημέναι κατά 25%".

Η προσαύξηση αυτή καταβάλλεται σε όλους τους εργαζόμενους κατά τις νυχτερινές ώρες, άσχετα αν η εργασία τους παρέχεται καθ` όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα της νύχτας ή μόνο σε μέρος αυτού, υπολογίζεται δε επί του νομίμου μισθού, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ' αριθ. 8900/1946 απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των ν. 28/1944 και 866/1946, του άρθρου 2 του ΝΔ 3755/1957 και ΒΔ 748/1966, "εις το εν γένει προσωπικόν πασών εν γένει των εν τη χώρα επιχειρήσεων και εργασιών (....) όπερ λόγω της φύσεως της εργασίας των, απασχολείται κατά τας Κυριακάς και τας εκ του νόμου καθιερωμένας ως μη εργασίμους εορτάς του έτους καταβάλληται δια τας ημέρας ταύτας το κεκανονισμένον εκάστοτε ημερομίσθιον ηυξημένον κατά εβδομήκοντα πέντε τοις εκατόν (75%) [ΑΠ 520/2015, ΑΠ 930/2013].

Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 721, 722 του ΑΚ που ορίζουν αντίστοιχα ότι ο εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής και ότι ο εντολέας οφείλει να αποδώσει στον εντολοδόχο οτιδήποτε αυτός δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής, εφαρμοζομένων αναλόγως, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ που αναφέρεται στην καλόπιστη εκπλήρωση της παροχής, συνάγεται ότι, σε περίπτωση έλλειψης σχετικής συμφωνίας, ο εργοδότης (εντολέας) οφείλει να καταβάλλει στον εργαζόμενο (εντολοδόχο) τις δαπάνες συντήρησης και κίνησης των οχημάτων του τελευταίου, με τα οποία, στο πλαίσιο της εργασιακής σχέσης, λαμβάνει χώρα η διανομή των προϊόντων της επιχείρησης του πρώτου σε πελάτες αυτής, καθώς οι δαπάνες αυτές συνιστούν λειτουργικές δαπάνες της επιχείρησης του εργοδότη (σχετ.

ΑΠ 1060/1998). Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη θεσπίσθηκε πλέον και νομοθετικά για τους διανομείς που μεταφέρουν προϊόντα και αντικείμενα του εργοδότη με τη χρήση μοτοποδηλάτου ή μοτοσυκλέτας, ιδιοκτησίας των εργαζομένων, με το άρθρο 56 παρ. 7 του ν. 4611/2019 (ΦΕΚ Α 73), ισχύοντος από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (17 Μαίου 2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 § 2 KΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του δικογράφου της από 19-12-2019 αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι διαλαμβάνουν σε αυτό τα ακόλουθα: Ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργάστηκαν από 16-10-2010 ο πρώτος, 17-1-2015 ο δεύτερος και 8-11-2013 ο τρίτος, με ωρομίσθιο 4,80 ευρώ μικτά, ως διανομείς στο εστιατόριο έτοιμου φαγητού και πίτσας, στο κατάστημα της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας στην Αγία Παρασκευή Αττικής με το διακριτικό τίτλο ..., κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ' αυτή, μέχρι την 24-10-2019, όταν η εναγομένη, προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους μειώνοντας τις ημέρες και ώρες της συμφωνηθείσας απασχόλησής τους καθώς και τις συμφωνηθείσες αποδοχές τους.

Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανέγραφε στις έγγραφες συμβάσεις αυτών, που είχε καταθέσει στις αρμόδιες διοικητικές αρχές, ολιγότερες ημέρες και ώρες (μειωμένης) απασχόλησής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων από εκείνες που πράγματι είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων και κατά τις οποίες οι ενάγοντες πραγματικά απασχολούνταν μέχρι την πιο πάνω βλαπτική μεταβολή και δήλωνε ως συμφωνηθέν ωρομίσθιο το ποσό των 3,93 ευρώ μικτά αντί του πράγματι συμφωνηθέντος των 4,80 ευρώ μικτά, ενώ η προκύπτουσα διαφορά μέχρι την πιο πάνω βλαπτκή μεταβολή τους καταβαλλόταν "στο χέρι".

Ότι οι ίδιοι ενέμεναν στην τήρηση των συμβατικών όρων εργασίας τους προσφέροντας τις υπηρεσίες τους κατά τις ημέρες και ώρες, όπως είχε συμφωνηθεί. Ότι η εναγομένη εξακολουθούσε να εμμένει στην παράνομη και αντισυμβατική της συμπεριφορά και να αρνείται να τους απασχολεί κατά τους προ της δυσμενούς μεταβολής τους συμφωνημένους όρους εργασίας τους, με συνέπεια να καταστεί υπερήμερη περί την αποδοχή της εργασίας τους.

Ότι αν και παρείχαν τις υπηρεσίες τους καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας τους η εναγομένη δεν τους κατέβαλλε όλα τα από το νόμο προβλεπόμενα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματα αδείας, τις νόμιμες προσαυξήσεις του μισθού τους για εργασία κατά τις αναφερόμενες νυχτερινές ώρες, Κυριακές και αργίες, την αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας, καθώς και τα έξοδα κίνησης και συντήρησης των μηχανοκίνητων μέσων τους, που οι ίδιοι χρησιμοποιούσαν κατά την εκτέλεση της εργασίας τους.

Ακολούθως, με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν 1) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη α) την 24-10-2019 προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των συμβάσεων εργασίας τους, β) από 24-10-2019 και στο εξής είχε καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας τους και 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει α) ως μισθούς υπερημερίας, για το διάστημα από 24-10-2019 έως 24-5-2020, τα αναφερόμενα για τον κάθε ενάγοντα χρηματικά ποσά, β) τις οφειλόμενες διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών τους, κατά τα αναφερόμενα για τον κάθε ενάγοντα χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούν στις νόμιμες προσαυξήσεις για την εργασία τους τις Κυριακές, αργίες και τη νύχτα, στις διαφορές των επιδομάτων εορτών και αδείας, στην αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και στα έξοδα κίνησης και συντήρησης των μηχανοκίνητων μέσων τους με το νόμιμο τόκο.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια δέχτηκε αυτήν ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη από 24-10-2019 προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων και ότι από 24-10-2019 και εντεύθεν έχει καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας τους, υποχρεώνοντας αυτήν να τους απασχολεί υπό τους πριν την βλαπτική μεταβολή όρους εργασίας με απειλή χρηματικής ποινής για τον καθένα και επιδικάζοντας τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά για ένα έκαστο των εναγόντων, για μισθούς υπερημερίας, διαφορές στα επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας, αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και προσαυξήσεις αποδοχών για παροχή εργασίας κατά τη νύκτα και σε Κυριακές και αργίες.

Επίσης επεδίκασε τα έξοδα κίνησης και συντήρησης των μοτοσυκλεττών, ιδιοκτησίας τους, που χρησιμοποιούσαν για τη διανομή του φαγητού της αναιρεσείουσας σε πελάτες της. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, ερευνώντας τους σχετικούς λόγους της από 9-12-2020 έφεσης της εναγομένης, με τους οποίους επανέφερε τους προβληθέντας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρισμούς της περί αοριστίας της αγωγής, σχετικά με την κυρία βάση αυτής με την οποία ζητούνται διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, και περί αγωγής μη στηριζόμενης στο νόμο, σχετικά με τα αιτήματα αυτής περί καταβολής νόμιμης προσαύξησης για απασχόληση κατά τις Κυριακές και τη νύχτα καθώς και των δαπανών κίνησης και συντήρησης των μηχανοκίνητων οχημάτων τους, δέχτηκε τα ακόλουθα: ".....

ως προς την αιτίαση της εκκαλούσας που αφορά στην αοριστία της υπό κρίση αγωγής, επισημαίνεται ότι το δικόγραφο αυτής είναι επαρκώς ορισμένο, κατά τις ως ανωτέρω νομικές σκέψεις, καθόσον διαλαμβάνει όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία και, ειδικότερα, την ύπαρξη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και τον χρόνο κατάρτισής τους, το συμβατικό ωρομίσθιο, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας και τους όρους της παροχής της, καθώς και τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά, στα οποία ανέρχονται οι οφειλόμενες διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων και οι μισθοί υπερημερίας στην οποία περιήλθε η εναγομένη συνεπεία της άρνησής της να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων με τους προ της δυσμενούς μεταβολής όρους εργασίας, τα υπόλοιπα, δε, στοιχεία των οποίων η έλλειψη, κατά την εναγομένη, καθιστά αόριστη την αγωγή, όπως είναι οι λόγοι που οι ενάγοντες εργάζονταν περισσότερες ημέρες και ώρες από αυτές που αναφέρονταν στις συμβάσεις τους, η εφαρμοζόμενη Σ.Σ.Ε.

και το νόμιμο ωρομίσθιο, για την εξεύρεση των νομίμων προσαυξήσεων, τα στοιχεία που θεμελιώνουν τα επιδόματα (που δεν ζητούνται) και οι καταβολές που έχουν γίνει έναντι των οφειλομένων, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της αγωγής, τυχόν σφάλματα, δε, κατά τους υπολογισμούς, επίσης, δεν καθιστούν αόριστη την αγωγή, ενώ ορθά οι ενάγοντες ζήτησαν την επιδίκαση των μικτών αποδοχών τους, για τις αναφερόμενες αιτίες, αφού αφαίρεσαν τα ποσά που έχουν καταβληθεί από την εναγομένη, απορριπτομένου, εντεύθεν, του περί της αοριστίας της αγωγής λόγου εφέσεως, ως αβασίμου.".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο της έφεσης της εναγομένης-αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε αποφανθεί ομοίως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 648, 651, 653 και 655 ΑΚ, 216 § 1 KΠολΔ και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες εκ των αρ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 KΠολΔ, ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω συνδρομής νομικής και ποσοτικής αοριστίας εκ της μη ρητής αναφοράς στο δικόγραφο αυτής της (μη αναγκαίας στην προκειμένη περίπτωση) αρμόζουσας για την ειδικότητα των εναγόντων ΣΣΕ και πραγματικών περιστατικών που επικαλείται, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ειδικότερα, με το ανωτέρω περιεχόμενο, κατά το μέρος που αφορά τις προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις, η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του KΠολΔ, για τη θεμελίωσή της στοιχεία, δηλαδή την κατάρτιση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, την ειδικότητα των εναγόντων, τη χρονική διάρκεια της συμφωνηθείσας μεταξύ των διαδίκων ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησής τους, την εκ μέρους των ιδίων, υπό τους αναφερόμενους όρους, παροχή της εργασίας τους, το συμβατικό τους ωρομίσθιο, που ανερχόταν σε 4,80 ευρώ μικτά, τις προκύπτουσες διαφορές στα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και στο επίδομα αδείας μεταξύ των ποσών που δικαιούνταν και εκείνων που έλαβαν, τις αποδοχές για τις μη ληφθείσες κατ' έτος ημέρες κανονικής τους άδειας, τις ημέρες και ώρες απασχόλησής τους κατά τη διάρκεια νυκτών, Κυριακών και αργιών με αναφορά στις αναγραφόμενες στην αγωγή αναλυτικά ημεροχρονολογίες για τον καθένα εξ αυτών καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές, καθώς και τα αξιούμενα για κάθε αιτία ποσά.

Οι προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα ελλείψεις, που κατά την άποψή της καθιστούν αόριστη την ένδικη αγωγή είναι αβάσιμες. Συγκεκριμένα: α) η αιτίαση ότι οι ενάγοντες δεν διευκρινίζουν τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να εργαστούν παραπάνω ημέρες από τις προβλεπόμενες στη σύμβαση εργασίας τους και ποιες πιθανόν ήταν οι ανάγκες της επιχείρησης που υπαγόρευσαν αυτήν την δήθεν απασχόλησή τους, είναι αβάσιμη γιατί τα στοιχεία αυτά δεν είναι απαραίτητο να εκτίθενται στην αγωγή για το ορισμένο αυτής, είναι δε ζήτημα απόδειξης αν οι αναιρεσίβλητοι απασχολούνταν κατά τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περισσότερες ημέρες και ώρες από εκείνες που αναγράφονταν στις έγγραφες συμβάσεις μερικής απασχόλησης αυτών, που είχαν υποβληθεί από την αναιρεσείουσα στις αρμόδιες διοικητικές αρχές, β) η αιτίαση ότι, οι ενάγοντες δεν αναφέρουν πως εξάγεται το ποσό των 4,80 ευρώ μικτά και 4 ευρώ καθαρά, βάσει ποιάς συλλογικής σύμβασης εργασίας, ή αν αυτό ήταν συμφωνημένος ή νόμιμος μισθός, είναι αβάσιμη, γιατί κατά τα προεκτεθέντα στην αγωγή αναφέρεται ότι με βάση τις αναφερόμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας το ωρομίσθιο των εναγόντων είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων στο ποσό των 4,80 ευρώ μικτά και συνεπώς δεν απαιτείτο η αναφορά της οικείας για την ειδικότητα αυτών συλλογικής σύμβασης εργασίας, με βάση την οποία άλλωστε δεν ζητούνται τα αντίστοιχα ποσά και τέλος, ούτε είναι απαραίτητο να αναφέρονται τα αιτούμενα χρηματικά ποσά καθαρά, χωρίς δηλαδή τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές και το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, καθόσον οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές και ο αναλογούν φόρος παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης επί των τελικά επιδικαζόμενων με αυτήν αποδοχών του μισθωτού και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους, γ) η αιτίαση ότι οι ενάγοντες για τον υπολογισμό των αιτουμένων κονδυλίων προέβησαν σε λανθασμένο υπολογισμό αυτών, είναι αβάσιμη, γιατί ο τυχόν εσφαλμένος υπολογισμός των αντιστοίχως αιτουμένων κονδυλίων δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, καθόσον το δικαστήριο κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς προκειμένου να επιδικάσει τα αιτούμενα χρηματικά ποσά προβαίνει στον ορθό υπολογισμό αυτών με απλό μαθηματικό υπολογισμό.

Στη συνέχεια το Εφετείο, ερευνώντας σχετικό λόγο της έφεσης της εναγομένης, αναφορικά με τα αιτήματα προσαύξησης της απασχόλησης των εναγόντων κατά τις Κυριακές και αργίες και τη νύχτα, καθώς και τα αιτήματα καταβολής των δαπανών κίνησης και συντήρησης των μηχανοκίνητων μέσων ιδιοκτησίας τους, με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη εταιρία έχει αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας υπηρεσίες εστιατορίων και κινητές μονάδες εστίασης και διατηρεί κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, εστιατόριο έτοιμου φαγητού και πίτσας, στην Αγία Παρασκευή Αττικής και λειτουργεί με τον διακριτικό τίτλο "...", με ωράριο λειτουργίας από τις 12.00 έως τις 00:30 και χρόνο διανομών έως τη 01:00 κάθε μέρα, όλες τις ημέρες της εβδομάδας.

Οι ενάγοντες προσελήφθησαν από την εναγομένη με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθούν ως διανομείς. Ο πρώτος ενάγων προσελήφθη στις 16.10.2010, ο δεύτερος στις 17.1.2015 και ο τρίτος στις 8.11.2013, ήταν, δε, εφοδιασμένοι με το απαιτούμενο πιστοποιητικό υγείας Κατά τη συμφωνία των μερών ο πρώτος ενάγων θα εργαζόταν 6 ημέρες την εβδομάδα και συγκεκριμένα όλες τις ημέρες της εβδομάδας, πλην της Τρίτης, 4,5 ώρες την ημέρα, από τις 20.00 έως τις 24.30, ο δεύτερος ενάγων, επίσης, όλες τις ημέρες της εβδομάδας, πλην Τρίτης, 4 ώρες την ημέρα, από τις 20.00 έως τις 24.00 και ο τρίτος 5 ημέρες την εβδομάδα και συγκεκριμένα όλες τις ημέρες της εβδομάδας, πλην Τρίτης και Τετάρτης, 4 ώρες την ημέρα από τις 20.00 έως τις 24.00 ενώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο και των τριών εναγόντων είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 4,80 ευρώ μικτά και 4,00 ευρώ καθαρά, δίχως να συμπεριλαμβάνονται σε αυτό οι νόμιμες προσαυξήσεις για την απασχόληση τις Κυριακές και αργίες και τη νύχτα - βάσει των ανωτέρω, δε, η εναγομένη απασχολούσε τους ενάγοντες μέχρι τις 24.10.2019 -, ωστόσο, στο πληροφοριακό σύστημα "ΕΡΓΑΝΗ" και στο ΙΚΑ, ανέφερε λιγότερες ημέρες και ώρες εργασίας από τις πραγματικές, καθώς και μικρότερο ημερομίσθιο, δήλωνε δε συγκεκριμένα στις συμβάσεις που κατέθετε ότι τον πρώτο ενάγοντα απασχολούσε 3 ημέρες την εβδομάδα (Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο), επί 4 ώρες την ημέρα (18:00 - 22:00), το δεύτερο 2 ημέρες την εβδομάδα (Σάββατο και Κυριακή), 4 ώρες την ημέρα (19.00 - 23.00) και τον τρίτο 2 ημέρες την εβδομάδα (Παρασκευή και Σάββατο), 4 ώρες την ημέρα (19:00 - 23:00), ενώ ως ημερομίσθιο για 4 ώρες εργασίας δήλωνε το ποσό των 15,72 ευρώ, ήτοι ωρομίσθιο 3,93 ευρώ, μικτά -όπως αποδείχθηκε, οι ενάγοντες υπέγραφαν μεν στις εξοφλητικές αποδείξεις ότι απασχολούνταν κατά τις ως άνω ημέρες και ώρες και με το ως άνω ημερομίσθιο το οποίο η εναγομένη κατέβαλλε στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, ενώ, στην πραγματικότητα, εργάζονταν τις συμφωνηθείσες ημέρες και ώρες, λαμβάνοντας "στο χέρι" τη διαφορά του ημερομισθίου.".

Στη συνέχεια το Εφετείο, δεχόμενο κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η εναγομένη προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων, την οποία αυτοί δεν αποδέχθηκαν και ότι η εναγομένη κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας τους, διέλαβε περαιτέρω τα ακόλουθα: " Προσέτι, αποδείχθηκε πως η εναγόμενη δεν κατέβαλλε στους ενάγοντες τις νόμιμες προσαυξήσεις για την απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές κι αργίες και τη νύχτα, ούτε ολόκληρα τα επιδόματα εορτών και αδείας ενώ τους χορηγούσε μόνο 9 ημέρες άδειας τον χρόνο.

Ακόμα, προέκυψε πως οι ενάγοντες προσελήφθησαν από την εναγομένη για να εκτελούν διανομές των προϊόντων της με τα δικά τους δίκυκλα οχήματα (μοτοσυκλέτες), δίχως να έχει λάβει χώρα συμφωνία των μερών σχετικά με τις δαπάνες συντήρησης και κίνησης των οχημάτων αυτών, οι οποίες πρέπει, άραγε, να βαρύνουν την εναγομένη, ως λειτουργικές δαπάνες της επιχείρησής της, βάσει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (άρθρο 288 ΑΚ) και σύμφωνα με τα άρθρα 721 - 723 ΑΚ, που αφορούν στις υποχρεώσεις του εντολέα και εφαρμόζονται αναλογικά - σημειωτέον ότι η υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλλει τις εν λόγω δαπάνες θεσπίστηκε, τελικά, με το άρθρο 56 του Ν. 4611/2019.

Εν συνεχεία, κατά το χρονικό διάστημα από 24/10/2019 έως 24/5/2020, η εναγομένη οφείλει στον 1ο ενάγοντα μισθούς υπερημερίας για τις 91 ημέρες (Δευτέρες, Τετάρτες και Κυριακές) αυτού του διαστήματος που δεν αποδέχθηκε τις υπηρεσίες του, εκ 1.965,60 ευρώ [91 ημερομίσθια X (4,80 € το ωρομίσθιο X 4,5 ώρες =) 21,60 € το ημερομίσθιο], επίσης, το ποσό των 222,95 € για τη νυχτερινή απασχόλησή του [91 ημέρες X 2,5 ώρες νυχτερινής απασχόλησης ανά ημέρα X 0,98 € η προσαύξηση νυχτερινής απασχόλησης (26,18 € το κατώτατο ημερομίσθιο κατά την από 15.7.2010 ΕΓΣΣΕ, όπως διαμορφώθηκε μετά τις μειώσεις του Ν. 4046/2012 και της ΠΥΣ 6/2012 X 0,15 = 3,92 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο X 25%)] και το ποσό των 449,82 € για την απασχόλησή του κατά τις 31 Κυριακές και τις 3 αργίες του ως άνω διαστήματος [34 ημέρες X 4,5 ώρες X 2,94 € η προσαύξηση Κυριακών και αργιών (3,92 € το νόμιμο ωρομίσθιο X 75%)] και συνολικά το ποσό των 2.638,37 ευρώ, στον 2ο ενάγοντα μισθούς υπερημερίας για τις 122 μέρες (Δευτέρες, Τετάρτες, Πέμπτες, Παρασκευές) αυτού του διαστήματος που δεν αποδέχθηκε τις υπηρεσίες του, εκ 2.342,40 ευρώ [122 ημερομίσθια X (4,80 € το ωρομίσθιο X 4 ώρες =) 19,20 €], επίσης, το ποσό των 239,12 € για τη νυχτερινή απασχόληση (122 ημέρες X 2 ώρες νυχτερινής εργασίας ανά ημέρα X 0,98 € η προσαύξηση νυχτερινής απασχόλησης) και το ποσό των 58,8 € για την απασχόλησή του 5 ημέρες αργίας του άνω διαστήματος (5 ημέρες X 4 ώρες X 2,94 € η προσαύξηση Κυριακών κι αργιών), ζητεί, όμως, το ποσό των 54,60 €, το οποίο και πρέπει να του επιδικαστεί και συνολικά το ποσό των 2.636,12 ευρώ και στον 3ο ενάγοντα μισθούς υπερημερίας για τις 92 ημέρες (Δευτέρες, Πέμπτες και Κυριακές) του άνω διαστήματος που δεν αποδέχθηκε τις υπηρεσίες του, εκ 1.766,40 ευρώ [92 ημερομίσθια X (4,80 € το ωρομίσθιο X 4 ώρες =) 19,20 €], επίσης, το ποσό των 180,32 € για νυχτερινή απασχόληση (92 ημέρες X 2 ώρες νυχτερινής εργασίας ανά ημέρα X 0,98 € η προσαύξηση νυχτερινής απασχόλησης) και το ποσό των 388,08 € για την απασχόλησή του 31 Κυριακές και 2 αργίες του άνω διαστήματος (33 ημέρες X 4 ώρες X 2,94 € η προσαύξηση) και συνολικά το ποσό των 2.334,80 €.

Περαιτέρω, ο 1ος ενάγων, από την 1.1.2014 έως τις 24.10.2019, απασχολήθηκε στην εναγομένη, συνολικά, 4.260 νυχτερινές ώρες (706,5 ώρες το 2014 + 747,5 ώρες το 2015 + 757 ώρες το 2016 + 729 ώρες το 2017 + 738 ώρες το 2018 + 582 ώρες το 2019), χωρίς να του καταβάλλεται η νόμιμη προσαύξηση και επομένως δικαιούται από αυτήν την αιτία το συνολικό ποσό των (0,98€ X 4.260 ώρες) 4.174,80 ευρώ, προσέτι, απασχολήθηκε συνολικά 1.301 ώρες τις Κυριακές (223,5 ώρες το 2014 + 232,5 το 2015 + 231,5 το 2016 + 221 το 2017 + 216,5 το 2018 + 176 το 2019) και 161,50 ώρες τις αργίες (27,5 ώρες το έτος 2014 + 33 ώρες το 2015 + 29 ώρες το 2016 + 30,5 ώρες το 2017 + 25 ώρες το 2018 + 16,5 ώρες το 2019), χωρίς να του καταβάλλεται η νόμιμη προσαύξηση και επομένως δικαιούται από αυτήν την αιτία το συνολικό ποσό των (2,94 € X (1.301 + 161,50 =) 1.462,50 ώρες =) 4.299,75 ευρώ (........).

Τέλος, ο 1ος ενάγων, από την πρόσληψη του ως την 1.1.2019, για την εκτέλεση της εργασίας του, χρησιμοποιούσε την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του και από 2.1.2019 την υπ' αριθ. 00076 δίκυκλη μοτοσικλέτα, επίσης, ιδιοκτησίας του και συνολικά από 1.1.2014 και εντεύθεν 70 μήνες, ή 1.728 ημέρες, χωρίς η εναγομένη να του έχει καταβάλει τις δαπάνες συντήρησης και κίνησης αυτών, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 10 ευρώ ανά μήνα για τη συντήρηση και στο ποσό των 2 ευρώ ανά ημέρα για τα καύσιμα και άρα ο 1ος ενάγων πρέπει να λάβει το συνολικό ποσό των 4.156 ευρώ (10 € τον μήνα X 70 μήνες = 700 € οι δαπάνες συντήρησης και 2 € X 1.728 ημέρες = 3.456 € οι δαπάνες κίνησης).

Συνεπώς, για τις ανωτέρω αιτίες η εναγομένη οφείλει στον 1ο ενάγοντα το ποσό των [4.174,80 + 4.299,75 + (1.365,75 + 2.271,39 + 1.129,17 +2.203,20-αφορούν επιδικασθείσες διαφορές στα επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων, αδείας και αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας 17 ημερών ανά έτος, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα)+ 4.156 =] 19.600,06 € και συνολικά το ποσό των (19.600,06 + 2.638,37 =) 22.238,43 ευρώ.

Ακολούθως, ο 2ος ενάγων, από τις 17.1.2015 έως τις 24.10.2019, απασχολήθηκε στην εναγομένη, συνολικά, 3.175 νυχτερινές ώρες, χωρίς να του καταβάλλεται η νόμιμη προσαύξηση και επομένως δικαιούται από αυτήν την αιτία το συνολικό ποσό των (0,98€ X 3.175 ώρες) 3.111,50 ευρώ, προσέτι, απασχολήθηκε συνολικά 1.045 ώρες τις Κυριακές και 82 ώρες τις αργίες χωρίς να του καταβάλλεται η νόμιμη προσαύξηση και επομένως δικαιούται από αυτήν την αιτία το συνολικό ποσό των (2,94 € X (1.045 + 82 =) 1.127 ώρες =) 3.313,80 ευρώ (........).

Τέλος, ο 2ος ενάγων για την εκτέλεση της εργασίας χρησιμοποιούσε από την πρόσληψή του την υπ' αριθ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, ήτοι συνολικά από 17.1.2015 και εντεύθεν 57 μήνες, ή 1.409 ημέρες, χωρίς η εναγομένη να του έχει καταβάλει τις αντίστοιχες δαπάνες συντήρησης και κίνησης, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 10 ευρώ ανά μήνα για τη συντήρηση και στο ποσό των 2 ευρώ ανά ημέρα για τα καύσιμα και άρα ο 2ος ενάγων πρέπει να λάβει το συνολικό ποσό των 3.388 ευρώ (10 € τον μήνα X 57 μήνες = 570 € οι δαπάνες συντήρησης και 2 € X 1.409 ημέρες = 2.818 € οι δαπάνες κίνησης).

Συνεπώς, για τις ανωτέρω αιτίες η εναγομένη οφείλει στον 2ο ενάγοντα το ποσό των [3.111,50 + 3.313,80 + (1.047,76 + 1.493,20 + 895,15 + 1.574,40-αφορούν επιδικασθείσες διαφορές στα επίδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων, αδείας και αποζημίωσης μη ληφθείσας αδείας 17 ημερών ανά έτος, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα) + 3.388] 14.823,81 ευρώ και συνολικά το ποσό των (14.823,81 + 2.636,12) 17.459,93 €.

Ο 3ος ενάγων, τέλος, από την 1.1.2014 έως τις 24.10.2019, εργάστηκε στην εναγομένη, συνολικά, 2.820 νυχτερινές ώρες χωρίς να του καταβάλλεται η νόμιμη προσαύξηση και άρα δικαιούται από αυτήν την αιτία το συνολικό ποσό των (0,98€ X 2.820 ώρες) 2.763,60 ευρώ, προσέτι, απασχολήθηκε συνολικά 1.009,5 ώρες τις Κυριακές και 64 ώρες κατά τις αργίες, χωρίς να του καταβάλλεται η νόμιμη προσαύξηση και επομένως δικαιούται από αυτήν την αιτία το συνολικό ποσό των (2,94 € X (1.009,5 + 64 =) 1.073,5 ώρες =) 3.156,09 €. (.........).

Τέλος, ο 3ος ενάγων χρησιμοποιούσε για την εκτέλεση της εργασίας του από την πρόσληψή του έως τις 31.5.2017 την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του και από 1.6.2017 και εντεύθεν την υπ' αριθ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ομοίως ιδιοκτησίας του, ήτοι συνολικά από 1.1.2014 και εντεύθεν 72 μήνες, ή 1.440 ημέρες, χωρίς η εναγομένη να του έχει καταβάλει τις δαπάνες συντήρησης και κίνησης αυτών, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 10 ευρώ ανά μήνα για τη συντήρηση και στο ποσό των 2 ευρώ ανά ημέρα για τα καύσιμα και άρα ο 3ος ενάγων πρέπει να λάβει το συνολικό ποσό των 3.600 ευρώ (10 € τον μήνα X 72 μήνες = 720 € οι δαπάνες συντήρησης και 2 € X 1.440 ημέρες = 2.880 € οι δαπάνες κίνησης).

Συνεπώς, για τις ανωτέρω αιτίες η εναγομένη οφείλει στον 3ο ενάγοντα το ποσό των [2.763,60 + 3.156,09 + (1.343,10 + 2.183,27 + 1.074,18 + 1.478,40-αφορούν επιδικασθείσες διαφορές στα επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας και αποζημίωσης μη ληφθείσας άδειας 12 ημερών ανά έτος, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα) + 3.600=] 15.598,64 ευρώ και συνολικά το ποσό των (15.598,64 + 2.334,80) 17.933,44 ευρώ.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως και ουσία βάσιμη και επιδίκασε τα παραπάνω ποσά στους ενάγοντες, με τον νόμιμο τόκο.(.......). Εν κατακλείδι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των εφεσίβλητων ως νόμω και ουσία βάσιμη, κατά τα ανωτέρω, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις - απορριπτομένων των λόγων εφέσεως, ως αβασίμων".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη α) ως προς τα αιτήματα προσαύξησης για εργασία των εναγόντων κατά τις Κυριακές, αργίες και νύχτα, υπολογίζοντας τα δικαιούμενα και επιδικασθέντα σ' αυτούς αντίστοιχα κονδύλια, μικρότερα των αιτηθέντων, με βάση το νόμιμο μισθό σύμφωνα με την αναφερόμενη από 15-7-2010 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε, όπως διαμορφώθηκε με το ν. 4046/2012 και την ΠΥΣ 6/2012, και β) ως προς τα αιτήματα καταβολής της δαπάνης κίνησης και συντήρησης των μηχανοκίνητων οχημάτων των εναγόντων, απορρίπτοντας ακολούθως τον σχετικό λόγο της έφεσης των εναγόντων ως αβάσιμο κατ' ουσία και επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, των με αρ. 18310/1946 και 8900/1946 αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, καθώς και εκείνες των άρθρων 648 και 649 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 721-722 του ΑΚ που εφαρμόζονται αναλόγως εν προκειμένω για το πριν την ισχύ του ν. 4611/2019 (17-5-2019) διάστημα, με το άρθρο 56 παρ. 7 του οποίου θεσπίστηκε η ρητή υποχρέωση του εργοδότη να επωμίζεται τις δαπάνες αυτές των εργαζομένων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η εναγομένη επικαλείται τις από τους αριθμούς 1, 8 και 19 (πράγματι όμως από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με τον οποίο, και ειδικότερα με τα δύο πρώτα μέρη του, επικαλείται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο αυτός αναιρετικός λόγος, κατά το τρίτο μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, λόγω του ότι "παρά τους σαθρούς ισχυρισμούς των αντιδίκων (εναγόντων), οι αναιρεσίβλητοι ουδέποτε απασχολήθηκαν για λογαριασμό της εταιρείας μας παραπάνω ημέρες και ώρες από τις δηλωθείσες και κατ' επέκταση ουδέποτε επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους με αποτέλεσμα να μην πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 7 του ν. 2112/1920", είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης για την πληρότητά του α) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη βασιμότητα του κεφαλαίου αυτού της αγωγής και β) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της επικαλούμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης, δηλαδή η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια.

Υπό το εκτεθέν δε περιεχόμενο, με το τμήμα αυτό του προκειμένου αναιρετικού λόγου πλήττεται απαραδέκτως, υπό την επίφαση συνδρομής της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η ουσία της υπόθεσης που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 14/2022).

Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 477/2021, ΑΠ 933/2019, ΑΠ 350/2017, ΑΠ 1496/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔικ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και.

ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 513/2024, ΑΠ 510/2021). Ειδικότερα, επί ενστάσεως, είναι ανάγκη να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, όσα προτάθηκαν στον πρώτο βαθμό και επαναφέρθηκαν, νόμιμα στο εφετείο, τα περιστατικά που τη συγκροτούν και δεν αρκεί η αναφορά μόνο των σχετικών διατάξεων (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1358/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας παρά το νόμο, την υπ' αυτής παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου και επαναφερθείσα ενώπιόν του, ένσταση αυτής περί μερικής εξόφλησης των αιτουμένων υπό των εναγόντων κονδυλίων που αφορούν την νυχτερινή εργασία, απασχόληση αυτών κατά τις Κυριακές και αργίες και στα δώρα εορτών και αδείας, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν και από τα προσκομισθέντα υπ' αυτής αποδεικτικά μέσα αποδεικνυόταν ότι οι ενάγοντες είχαν εξοφληθεί πλήρως, όσον αφορά τα αιτούμενα κονδύλια.

Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, ερειδόμενος πράγματι στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος, καθόσον για την πληρότητά του δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, τόσο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε, όσο και τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούσαν την υπό της αναιρεσείουσας προβληθείσα ένσταση μερικής εξόφλησης των αιτουμένων κονδυλίων των εναγόντων, όπως προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρθηκαν ενώπιον του Εφετείου.

Επισημαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αόριστη την ένσταση αυτή, χωρίς να εισέλθει στην κατ' ουσία έρευνά της (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 1409/2018, ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 818/2017) Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περιπτ.

γ` του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 42/2002).

Για να ιδρυθεί δηλαδή ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 343/2022, Α.Π. 306/2021).

Ειδικότερα, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του KΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (Ολ.Α.Π. 42/2002, ΑΠ 308/2020, Α.Π. 237/2019, Α.Π. 1588/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 του KΠολΔ, οι οποίες προστέθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο του ν. 4335/2015 και ισχύουν από 1.1.2016 κατά τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ίδιου νόμου και πριν την τροποποίηση τους με το ν. 4842/2021, ισχύοντος από 1-1-2022, ορίζονται τα εξής:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 421 του ΚΠολΔ "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", και κατά τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, "1.

Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.

Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1016/2020). Το όριο των πέντε ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 430/2021, ΑΠ 1463/2013), όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (άρθρ. 218 KΠολΔ) ή της ανταγωγής (άρθρ. 268 KΠολΔ), δηλαδή και στις περιπτώσεις αυτές πέντε συνολικά ένορκες βεβαιώσεις επιτρέπεται σε κάθε διάδικο μέρος να επικαλεσθεί και να προσκομίσει (ΑΠ 159/2019).

Αν προσκομιστούν από ένα διάδικο μέρος περισσότερες από πέντε ένορκες βεβαιώσεις, το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη τις πέντε πρώτες κατά τη σειρά επίκλησής τους, γιατί οι πέραν των πέντε ένορκες βεβαιώσεις δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 666/2022, ΑΠ 155/2020, ΑΠ 159/2019).

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (340 ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία (άρθ. 352 ΚΠολΔ) και τα δημόσια έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρ. 438 επ., 441, 445 του ΚΠολΔ).

Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατά άρθρο 340 του ΚΠολΔ, εκτιμώνται "ελεύθερα", το δε δικαστήριο αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί. Επομένως ο παραπάνω από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την έχει κατά το νόμο ή δεν προσέδωσε σε αυτό την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που έχει από το νόμο και όχι όταν το δικαστήριο της ουσίας στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340 του ΚΠολΔ) κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του εκτίμησε ως περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστα ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 773/2023, ΑΠ 868/2018, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 479/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, όπως το όλο περιεχόμενό του προσηκόντως εκτιμάται, η αναιρεσείουσα, Α. με το από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος αυτού, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τα υπ' αυτής παραδεκτώς προσκομισθέντα και επικληθέντα, τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, έγγραφα και ειδικότερα, α) την από 16-10-2010 αναγγελία πρόσληψης του πρώτου αναιρεσιβλήτου και την από 1-6-2012 ατομική σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης του ιδίου, β) το έντυπο αναγγελίας πρόσληψης και την από 17-1-2015 ατομική σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, γ) το έντυπο αναγγελίας πρόσληψης και την από 8-11-2013 ατομική σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης του τρίτου αναιρεσιβλήτου, (σχετ. 2-7), δ) όλες τις εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας των αναιρεσιβλήτων για ολόκληρο το χρονικό διάστημα εργασίας τους για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, από τις οποίες αποδεικνύεται η πλήρης και ολοσχερής εξόφλησή τους και το αβάσιμο της αγωγής τους, όλες ανεπιφύλακτα υπογεγραμμένες από τους ίδιους τους αναιρεσιβλήτους (σχετ. 8-249), ε) τις τραπεζικές καταβολές της μισθοδοσίας των αναιρεσιβλήτων από τον Μάιο του 2017 έως τον Σεπτέμβριο του 2019 (250-284), στ) τα βιβλία αδειών της αναιρεσείουσας ετών 2014-2019, από τα οποία προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν λάβει κανονικά τις ημέρες αδείας τους και κατ' επέκταση ουδέν ποσό δικαιούνται ως αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας (σχετ. 285), ζ) τις τραπεζικές καταβολές της μισθοδοσίας των αναιρεσιβλήτων από τον Οκτώβριο του 2019 έως τον Μάιο του 2020, συμπεριλαμβανομένων των Δώρων Εορτών τους, καθώς και της εξόφλησης της οικειοθελούς αποχώρησης του πρώτου αναιρεσιβλήτου (σχετ. 286), η) τους ετήσιους πίνακες προσωπικού της αναιρεσείουσας ετών 2014-2019, από τους οποίους προκύπτει το ωράριο εργασίας των αναιρεσιβλήτων το επίδικο χρονικό διάστημα (σχετ. 287-292), θ) την από 30-10-2019 εξώδικη δήλωση των αναιρεσιβλήτων προς την αναιρεσείουσα, ι) την από 7-11-2019 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσιβλήτους, δυνάμει της οποίας η πρώτη διαμαρτυρήθηκε για την καταχρηστική και αντισυμβατική συμπεριφορά των τελευταίων, ια) την από 3-6-2020 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, δυνάμει της οποίας αυτή του κοινοποίησε την οικειοθελή του αποχώρηση (σχετ. 293-295), ιβ) την από 29-10-2019 καταγγελία των αναιρεσιβλήτων εναντίον της αναιρεσείουσας προς την Επιθεώρηση Εργασίας Αγίας Παρασκευής, ιγ) το από 10-10-2019 με αριθ. 323 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς και το από 13-11- 2019 με αριθ.

πρωτ. 463382/14-11-2019 υπόμνημα της αναιρεσείουσας προς την ως άνω Επιθεώρηση, δυνάμει του οποίου αυτή προσεκόμισε όλα τα ζητηθέντα σχετικά έγγραφα (σχετ. 296-298), ιδ) τον πίνακα με τα ελάχιστα όρια αμοιβών της ΕΓΣΣΕ, σύμφωνα με την οποία έπρεπε οι αναιρεσίβλητοι να υπολογίσουν όλα τα κονδύλια της αγωγής τους αλλά κυρίως την εργασία τους κατά τη νύχτα και την Κυριακή (σχετ. 299), ιε) τις με αριθ. 1.563/21-9-2020, 1.564/21-9-2020, 1.569/22-9-2020, 1.570/22-9-020, 1.571/22-9-2020, 1.572/22-9-2020, 1.573/22-9-2020, 1.574/22-9-2020, 1.575/22-9-2020, 1.577/23-9-2020, 1.578/23-9-2020, 1.579/23-9-2020, 1.580/23-9-2020, 1.581/23-9-2020, 1.582/23-9-2020 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.

Π.. Π., από τις οποίες οι υπόλοιπες 10 πέραν των 5 πρώτων έπρεπε να ληφθούν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, ιστ) την με αριθ. 184/2007 απόφαση του Α.Π (σχετ. 316), ιζ) την με αριθ. 674/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (σχετ. 317), ιη) την με αριθ. 1722/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (σχετ. 318), ιθ) την με αριθ. 1757/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (σχετ. 319), κ) την με αριθ. 1782/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (σχετ. 320), δυνάμει των οποίων απορρίφθηκαν οι αγωγές εργατοτεχνιτών κατά των εργοδοτών τους, σε παρεμφερείς με την υπό κρίση υποθέσεις, λόγω αοριστίας, κα) την με αριθ. 1732/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου (σχετ. 321), κβ) την με αριθ.1941/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (σχετ. 322), δυνάμει των οποίων καταδεικνύεται η νομική αβασιμότητα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, κγ) το από 20-7-2015 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Συμβιβαστικής Επίλυσης της διαφοράς με απόδειξη καταβολής και είσπραξης του ποσού των 769,04€, το οποίο καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πρώην εργαζομένου της επιχείρησης, Μ.

S. B. του B. A., ο οποίος κατέθεσε ενόρκως υπέρ των αναιρεσιβλήτων, δυνάμει της από 24-9-2020 ένορκης βεβαίωσής του, νομίμως και ανεπιφύλακτα υπογεγραμμένο από αυτόν, εκ του οποίου καταρρίπτονται οι ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων και των μαρτύρων τους (σχετ. 1 της προσθήκης-αντίκρουσης της αναιρεσείουσας) και κδ) την ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας T.

K., εργαζόμενη στην επιχείρησή της από το έτος 2010, από τα οποία (αποδεικτικά μέσα) αποδεικνυόταν ότι οι αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων ήταν ουσιαστικά αβάσιμες . Β. Με το από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερο σκέλος του αυτού λόγου της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατέληξε στην εσφαλμένη κρίση του, προφανώς βασιζόμενο αποκλειστικά και μόνο στην επ' ακροατηρίου κατάθεση του μέρτυρα των αναιρεσιβλήτων κ.

Λ., αν και αυτός ήταν καθ' όλα αναξιόπιστος και ουδέν σημαντικό εισέφερε στην οικεία δίκη, δεδομένου ότι είναι πρώην συνάδελφος των αναιρεσιβήτων και είχε αποχωρήσει από την εταιρεία (αναιρεσείουσα) ήδη από το 2017 και δεν είχε ιδία αντίληψη της υπόθεσης. Ωστόσο, 1) ως προς το πρώτο σκέλος του αναιρετικού αυτού λόγου, από την ρητή διαβεβαίωση, που περιέχεται στην αρχή του πέμπτου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: "από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης και όλων, ανεξαιρέτως, των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, καθώς και των νομίμως ληφθεισών, ενόρκων βεβαιώσεων, δύο (2) από πλευράς εναγόντων (υπ' αρ. 4461/ 11.2.2020 στη Συμβολαιογράφο Αθηνών, Ό.

Α. και ...2020 στη Δικηγόρο Αθηνών Β. Β., κατ' άρθρο 74 παρ. 6 Ν. 4690/ 2020) και πέντε (5) από πλευράς εναγομένης (υπ' αρ. 1563, 1564/21.9.2020, 1569, 1570 και 1571/22.9.2020 στον Συμβολαιογράφο Αθηνών Ν. Π., ήτοι λαμβάνονται υπόψη οι πρώτες 5, κατά σειρά επικλήσεως, ένορκες βεβαιώσεις, επί συνόλου 15, κατ' άρθρα 422 παρ. 3 και 424 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ως κατωτέρω πραγματικά περιστατικά" σε συνδυασμό με το, χωρίς αντιφάσεις και ανεπάρκειες, αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην περί των πραγμάτων κρίση του, κατέληξε αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, και τα ως άνω φερόμενα κατά την αναιρεσείουσα ως αγνοηθέντα έγγραφα καθώς και την κατάθεση της πιο πάνω αναφερόμενης μάρτυρα, αλλά σχημάτισε δικανική πεποίθηση διαφορετική από την εκτίμηση της αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και πρέπει ν` απορριφθεί. Ειδικότερα δε ως προς την επικαλούμενη πλημμέλεια με αρίθμηση ιε), είναι αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, γιατί οι πέραν των πέντε, δέκα ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέστηκε και προσεκόμισε η αναιρεσείουσα, ήταν ανυπόστατες ως αποδεικτικό μέσο και ορθώς δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επισημαίνεται ότι, με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στον ως άνω αναιρετικό λόγο περαιτέρω αιτιάσεις, με βάση το περιεχόμενο των αναφερομένων εγγράφων και της κατάθεσης της εξετασθείσας μάρτυρα ανταπόδειξης, πλήττεται απαραδέκτως, υπό την επίφαση συνδρομής της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, η επί της ουσίας ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και, επομένως, κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ). 2) ως προς το δεύτερο σκέλος του, ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Τούτο δε διότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στην κατάθεση του μάρτυρα Λ., αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν είχε κατά το νόμο, αλλά στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340 ΚΠολΔ) και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, την εκτίμησε ως περισσότερο αξιόπιστη από την κατάθεση της μάρτυρα της αναιρεσείουσας, ως ισοδύναμο αποδεικτικό μέσο, συνεκτιμώντας αυτές με τα άλλα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.

Μετά τις ανωτέρω σκέψεις και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 KΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την κρινόμενη από 3-11-2022 αίτηση της εταιρείας υπό την επωνυμία "... Ε.Ε" για αναίρεση της 3172/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ