Legislator Case Law & Legislation
657/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's denial of appeal due to lack of jurisdiction.

Case Number 657/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of the case for lack of jurisdiction. The appellant argued that the First Instance Court exceeded its negative jurisdiction by rejecting the appeal, whereas the respondent contended that jurisdictional rulings are procedural and do not trigger the specific grounds for appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The Court ruled that the appellant's claim regarding the overreach of jurisdiction was valid, while dismissing the argument that the lower court violated constitutional rights by failing to provide sufficient reasoning on the existence of administrative procedures.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a lower court's rejection of an appeal on grounds of lack of jurisdiction constitutes a violation of negative jurisdiction if it exceeds its authority, thereby making the appeal admissible and the decision subject to revocation.

Keywords

AI generated
negative jurisdiction excess of authority Code of Civil Procedure lack of jurisdiction appeal admissibility procedural law jurisdictional ruling

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1 and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1 para. 1 of Law 3387/2005
Article 2 of Law 3387/2005
Article 7 of Law 3387/2005
Article 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure
Article 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 94 para. 1 and 2 of the Constitution
Article 1 para. 7 of Law 702/1977
Article 3 para. 1 and 7 para. 4 of Law 3387/2005
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 657 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 657/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευτύχιου-Δημήτριου Καλαμίδα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «Κ.Μ.Α.» και το δ.τ. (Κ..Μ..Α..), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Παπαστεριάδη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 224/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6054/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-5-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 22.5.2023 με αριθ. καταθ. …/….2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα με αριθ. 6054/29.11.2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία η από 26.4.2021 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 224/2021 εκεί εκκαλουμένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 3.2.2020 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 3387/2005 "Κ. Μ. Α. (Κ..Μ..Α..) και άλλες διατάξεις" (Α 224) ορίζεται ότι "Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κ. Μ. Α.", (Κ..Μ..Α..)....." με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Το Κ..Μ..Α.. έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και λειτουργεί προς όφελος του δημόσιου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας", και με το άρθρο 7 ορίζεται ότι "1.

Ο Διευθυντής του Κ..Μ..Α.. προσλαμβάνεται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης με τριετή θητεία, που μπορεί να ανανεώνεται, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. 2. Ο Διευθυντής απαιτείται να διαθέτει πτυχίο Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή ισότιμο της ημεδαπής ή της αλλοδαπής και αξιόλογο επιστημονικό έργο στους τομείς των διεθνών σχέσεων ή της πολιτικής και στρατηγικής εθνικής και διεθνούς ασφάλειας ή της αντεγκληματικής πολιτικής ή να έχει αποδεδειγμένη εμπειρία και εξειδίκευση στους τομείς της ασφάλειας σε συνδυασμό με επαρκή εμπειρία στη διοίκηση. 3..... 4.

Στο Κ..Μ..Α.. προσλαμβάνεται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης Αναπληρωτής Διευθυντής, με τριετή θητεία, που μπορεί να ανανεώνεται, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Ο Αναπληρωτής Διευθυντής έχει τα προσόντα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 για τον Διευθυντή, είναι άμεσος βοηθός του και τον αναπληρώνει σε περίπτωση προσωρινής απουσίας ή κωλύματος.

Επιπλέον, ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που του ανατίθεται από τον εσωτερικό κανονισμό ή το Δ.Σ. 5....". Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).

Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 1 περ. α του Συντάγματος ορίζεται ότι στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν, μεταξύ άλλων, η μετά από αίτηση ακύρωσης των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, ενώ με την παρ. 3 εδ. α του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, το δε Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει.

Σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής διάταξης του άρθρου 95 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε με λεκτικές διαφοροποιήσεις και πριν την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, αιτήσεις ακύρωσης διαφόρων κατηγοριών υποθέσεων υπήχθησαν με το ν. 702/1977 στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου. Ειδικότερα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ.

γ του ν. 702/1977, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ.1 του άρθρου 49 του ν. 3659/2008 ορίζεται ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν "την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που το συνδέει, καθώς και την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου όπου η πρόσληψη αυτή γίνεται με βάση ειδική διοικητική διαδικασία".

Σημειώνεται ότι από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ακυρωτική διαφορά υπαγόμενη στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα διοικητικά εφετεία δεν προκαλείται από τη δικαστική αμφισβήτηση κάθε πράξης διοικητικής αρχής, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά μονομερούς πράξης που παράγει έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνο από τη δικαστική αμφισβήτηση των εκτελεστών εκείνων πράξεων των διοικητικών αρχών (πρβλ.

και άρθρο 45 παρ. 1 π.δ/τος 18/1989) που εκδίδονται κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος ή εκείνων που εκδίδονται στο πλαίσιο διαγραφόμενης από το νόμο ειδικής διοικητικής διαδικασίας (ΑΠ 646/2023, 195/2023, 1366/2018). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 περ.α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές ...

και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 Συντάγματος σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, 10/1989, ΑΠ 646/2023, 147/2023, 1366/2018).

Οι λοιπές πράξεις της διοίκησης που είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, έχουν δηλαδή ως υπόβαθρο έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, όπως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εκφεύγουν της έννοιας της διοικητικής διαφοράς, έστω και αν αυτές σχετίζονται προς τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας, και επομένως συνιστούν ιδιωτικές διαφορές, επί των οποίων δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 646/2023, 195/2023, 147/2023, 1366/2018).

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν έχουν υπαχθεί μέχρι σήμερα. Ενδεικτικά, κατά το άρθρο 1 παρ.2 περ. θ' του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του ν. 2721/1999, στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται και αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, στις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και των ΝΠΔΔ, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Ως "αποδοχές", για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ με σχέση δημόσιου δικαίου (ΑΠ 6/2023, 959/2020, 1349/2019). Αντίθετα, διαφορές, που αναφύονται κατά τη σύσταση, αλλοίωση, εξέλιξη ή την εν γένει λειτουργία μιας σχέσης ή σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με αντισυμβαλλόμενο το Δημόσιο, τους ΟΤΑ, τα ΝΠΔΔ και τα ΝΠΙΔ του ευρύτερου δημόσιου τομέα, συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, ΑΠ 1134/2023, 195/2023, 1690/2022, 598/2020, 356/2020, 1366/2018) είναι δε, αδιάφορο ότι γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών, επί των οποίων (εκτελεστών πράξεων) η αρμοδιότητα προς ακύρωσή τους ανήκει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα τακτικά διοικητικά εφετεία σε πρώτο βαθμό.

Δηλαδή κρίσιμη από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας, είναι η φύση του δικαιώματος και, γενικότερα η φύση της έννομης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, και όχι η εκτελεστή πράξη της Διοίκησης, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση (ΑΠ 646/2023, 195/2023, 1230/2022, 1366/2018). Το κύρος δε και η νομιμότητα της εκτελεστής αυτής πράξης των οργάνων της διοίκησης, ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, εφ` όσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί με νόμο και δεν υπάρχει περί του κύρους αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο και δεσμεύουσα τα πολιτικά δικαστήρια (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 195/2023, 347/2023, 1230/2022, 1366/2018).

Ο, δε, παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν την εκτελεστή διοικητική πράξη, οσάκις αυτή πάσχει κατά τα προαναφερθέντα, ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 195/2023, 1366/2018) Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 4 και 14 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και, επομένως, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 4 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΑΠ 1134/2023, 366/2020, 1097/2019, 43/2016), ενώ όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της, παρά το νόμο, κήρυξης απαραδέκτου του αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 1023/2022, 1118/2020, 475/2019, 1980/2017).

Τέλος στην περίπτωση θετικής ή αρνητικής υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, που στηρίζονται αντιστοίχως στην επίκληση της πλημμέλειας της ευθείας και της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 268/2023, 1319/2022, 1529/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 3.2.2020 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι κατόπιν της υπ' αριθμ.

…/….2018 απόφασης του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη (ΦΕΚ …/…2018 τ.ΥΟΔΔ) προσλήφθηκε στις 15.11.2018 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης στη θέση του Αναπληρωτή Διευθυντή αυτού, με τριετή θητεία, ήτοι μέχρι και την 15/11/2021.

Ότι μολονότι άσκησε κανονικά και με τον προσήκοντα τρόπο τα καθήκοντά του από 15/11/2018, το εναγόμενο στις 6/11/2019 προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ήτοι πριν το πέρας της τριετούς θητείας του, κατόπιν έκδοσης και της υπ' αριθ. …/…2019 απόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Προστασίας του Πολίτη (ΦΕΚ …/…2019, τ.

ΥΟΔΔ), με την οποία παύθηκε από την ανωτέρω θέση, χωρίς κανένα σπουδαίο λόγο. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από το εναγόμενο και να υποχρεωθεί αυτό να αποδέχεται στο μέλλον τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες του, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 15.450,84 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 6/11/2019 έως 30/4/2020 και να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 2.575,14 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-5-2020 έως και 15-11-2021 και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, γ) άλλως και όλως επικουρικώς, εφόσον κριθεί ότι υφίσταται σπουδαίος λόγος για τη λύση της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας του να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 10.901,68 ευρώ, ως εύλογη αποζημίωση, κατ' άρθρο 674 του ΑΚ, με το νόμιμο τόκο.

Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 224/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων. Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 26.4.2021 έφεσή του, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 6054/29.11.2022 απόφαση, η οποία δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : "....Σύμφωνα με όσα έχουν κριθεί νομολογιακώς, προκειμένου να υπαχθούν προς εκδίκαση στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου οι αιτήσεις ακυρώσεως των ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών, που αφορούν την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου θα πρέπει η πρόσληψη του εν λόγω προσωπικού να γίνεται με βάση ειδική διοικητική διαδικασία, όπως άλλωστε αυτό γινόταν δεκτό και κατά πάγια νομολογία και πριν τη θέση σε ισχύ της περ.

γ του άρθρου 1 του ν. 702/1977 (ΔΕφΑΘ 43/2019, δημοσιευμ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ). Από τις διατάξεις του ν. 3387/2005 που αφορούν το εναγόμενο K.M.A., όπως αυτός ο νόμος τροποποιήθηκε και ισχύει, προκύπτει ότι αυτό είναι, κατά τον ιδρυτικό του νόμο, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υπό την εποπτεία του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, ενώ ο Διευθυντής και Αναπληρωτής αυτού διορίζονται με απόφαση του εποπτεύοντος Υπουργού (άρθρο 7 του ανωτέρω νόμου), ως εκ τούτου δε, θεσπίζεται ειδική διοικητική διαδικασία επιλογής.

Η σύσταση του εν λόγω ΝΠ1Δ αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος (άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3387/2005, σκοπός του είναι η διεξαγωγή θεωρητικής και εφαρμοσμένης έρευνας και η εκπόνηση μελετών, ιδίως σε στρατηγικό επίπεδο, για θέματα που αφορούν την πολιτική ασφάλειας, καθώς και η παροχή υπηρεσιών, γνωμοδοτικού και συμβουλευτικού χαρακτήρα, για τα θέματα αυτά προς το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης [ήδη Προστασίας του Πολίτη] ή άλλους φορείς).

Επομένως, η όποια διαφορά δημιουργείται από πράξεις, που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του Κ.Μ.Α., όπως εν προκειμένω, με την διαφορά που προέκυψε από την παύση του ενάγοντος ως Αναπληρωτή Διευθυντή αυτού πριν το πέρας της τριετούς θητείας του με υπουργική απόφαση, συνιστά διοικητική διαφορά, για την επίλυση της οποίας αρμόδια είναι τα διοικητικά δικαστήρια (ΔΕφΑΘ 367/2017 δημοσιευμ.

ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)...". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και την απέρριψε κατ'ουσία. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και με το να κρίνει ότι η από 3.2.2020 αγωγή του ενάγοντος υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και παρά το νόμω κήρυξε απαράδεκτο.

Και τούτο διότι το αντικείμενο της δικαστικής διάγνωσης, όπως αυτό οριοθετείται από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, που, όπως προεκτέθηκε, αφορούσε την εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ καταγγελία στις 6.11.2019 της σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος διάρκειας από 15.11.2018 έως 15.11.2021, κατόπιν της έκδοσης της υπ' αριθμ.

…/….2019 απόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Προστασίας του Πολίτη με την οποία παύθηκε ο ενάγων από τη θέση του Αναπληρωτή Διευθυντή του εναγομένου, χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, την εκ της μη αποδοχής των υπηρεσιών του ενάγοντος υπερημερία του εναγομένου για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία καταγγελίας μέχρι την ημερομηνία λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου και την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και επικουρικά επιδίκασης εύλογης αποζημίωσης, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Ειδικότερα, η διαφορά που ανεφύη μεταξύ των διαδίκων αφορούσε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του ενάγοντος εκ μέρους του εναγομένου ΝΠΙΔ, που υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι γενεσιουργός λόγος αυτής είναι η προαναφερθείσα εκτελεστή διοικητική πράξη παύσης του ενάγοντος, ήτοι η …/…2019 απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Προστασίας του Πολίτη, επί της οποίας η αρμοδιότητα της τυχόν ακυρότητάς της ανήκει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, στα διοικητικά δικαστήρια, και η οποία (ακυρότητα) μπορεί να εξετασθεί παρεμπιπτόντως από τα πολιτικά δικαστήρια (εφόσον δεν έχει εκδοθεί σχετική προς τούτο απόφαση από τα διοικητικά δικαστήρια) σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το απορρίψει την έφεση του επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή του λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.

Αντίθετα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο δεύτερος εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει την αγωγή του για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ζήτημα της ύπαρξης ειδικής διοικητικής διαδικασίας, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, της περίπτωσης γ του άρθρου 1 του ν. 702/1977 και των άρθρων 3 παρ.1 και 7 παρ.4 του ν. 3387/2005, καθότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, σε περίπτωση θετικής ή αρνητικής υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, αφού οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι διατάξεις δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το Εφετείο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου.

Συνακόλουθα κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 6054/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ