Legislator Case Law & Legislation
657/2020 AI generated

Supreme Court quashes appeal against environmental cleanup liability ruling, remanding case for retrial.

Case Number 657/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the appeal filed by Fokion Maritime Ltd regarding a lower court's ruling on environmental cleanup liability. The court found the first appellant's appeal admissible but insufficient to overturn the substantive decision on liability, yet necessary to address procedural defects. Consequently, the appeal was allowed only in part, leading to the annulment of the lower court's decision and remittal of the case for retrial before a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 495 of the Code of Civil Procedure: When an appeal is admissible but the grounds for quashing are limited to specific procedural errors, the decision is annulled only to the extent of those errors, and the case is remitted for retrial.

Keywords

AI generated
appeal quashing environmental cleanup liability remittal for retrial procedural defects partial annulment

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 657 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 657/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "FOKION MARITIME LTD", που εδρεύει στη ... ...), και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Μ. Έ. του Λ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χρυσομάλλη, ο οποίος στο σημείο αυτό δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 20-7-2018 αίτησης αναίρεσης ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους πλην της πρώτης.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) εταιρείας με την επωνυμία "FASTNET MARITIME LTD", που εδρεύει τύποις στη ... ...), στην πραγματικότητα όμως στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) εταιρείας με την επωνυμία "ΣΗΦΗΣ ΓΙΩΤΣ Ν.Ε.Π.Α.", που εδρεύει στον ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) εταιρείας με την επωνυμία "ΦΕΛΙΣΙΤΙ ΓΙΩΤΣ Ν.Ε.Π.Α.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ ΓΙΩΤΙΝΚ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΡΜΟΡΑ Ν.Ε.Π.Α.", που εδρεύει στην ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) εταιρείας με την επωνυμία "ANGEL ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 8) εταιρείας με την επωνυμία "ZURICH INTERNATIONAL PLC", που φέρει τον διακριτικό τίτλο "Navigators and General", εδρεύει στο ... της ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 9) εταιρείας με την επωνυμία "AXA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, 10) εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 11) εταιρείας με την επωνυμία "QBE INSURANCE (EUROPE) LIMITED", που εδρεύει στο ... του ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 12) Κ.

Κ. του Ι., κατοίκου ..., 13) Ιωάννη Βλαχαντώνη του Ανδρέα, κατοίκου ..., 14) Ε. Α. του Α., κατοίκου ..., 15) Θάλειας Βρυώνη του Φιλίππου, κατοίκου Φ. Α., 16) Δ. Π. του Ι., κατοίκου Φ. Α. και 17) Π. Σ. του Μ., κατοίκου .... Η 1η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ. Τ., οι 3η, 8η και 12ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάρι Καραμήτσιο, οι 5η και 15η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Γκιουγκή, οι 6η, 1 1η και 16ος εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Ορφανίδη και Κωνσταντίνο Σωτηριάδη, οι 7η και 17ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Λαμπρόπουλο και η 9η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο.

Η 10η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ οι 2η, 4η 13ος και 14η αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2012 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5186/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 716/2017 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2018 αίτησή τους και τους από 19-8-2019 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, οι πληρεξούσιοι των 7ης, 10ης και 17ης αναιρεσιβλήτων όσα αναφέρονται στις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97, 98, 188 παρ. 1, 190, 191 παρ. 2, 192, 294, 295 παρ. 1, 297, 299, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του εάν δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.

Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της.

Στην περίπτωση αυτή η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων γίνεται κατά τη διαδικασία των αρθρ. 679 επ. ΚΠολΔ από το Μονομελές Πρωτοδικείο. Δεν αποκλείεται όμως και η έκδοση απόφασης του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και να κηρύσσει καταργημένη τη δίκη, οπότε με την απόφαση αυτή γίνεται και η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, το οποίο δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από κατάλογο των εξόδων (ΑΠ 1180/2013, ΑΠ 1287/2011).

Τα έξοδα βαρύνουν κατ' αρχήν τον παραιτούμενο, δεν αποδίδονται, όμως, τα έξοδα, στα οποία ο αντίδικός του υποβλήθηκε για τη σύνταξη και την κατάθεση προτάσεων, εφόσον γνώριζε ότι είχε ήδη γίνει έγκυρη παραίτηση, αφού τότε πρόκειται για έξοδα από απροσεξία ή από υπερβολική πρόνοια του αντιδίκου του. Στην προκείμενη περίπτωση, φέρονται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 20-7-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 716/2017 τελεσίδικης απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και ο από 19-8-2019 με αυτοτελές δικόγραφο ασκηθείς πρόσθετος λόγος αυτής, τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρ. 246ΚΠολΔ).

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χρυσομάλλη, ο οποίος, πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, δήλωσε, ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της ανωτέρω από 20-7-2018 αίτησης αναίρεσης ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους πλην της πρώτης (δηλαδή παραιτούνται ως προς τους 2η έως και 17ο από αυτούς), η δήλωση δε αυτή καταχωρίστηκε και στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, πλην της πρώτης, (ήτοι τρίτης, πέμπτης, έκτης, εβδόμης, ογδόης, ενάτης, δεκάτης, ενδεκάτης, δωδέκατου, δεκάτης πέμπτης, δεκάτης έκτης και δεκάτου εβδόμου), δεν αντέλεξαν, - δεν είχαν άλλωστε δικαίωμα να αντιλέξουν, - πλην όμως οι πληρεξούσιοι των εβδόμης, δεκάτης και δεκάτου εβδόμου από τους αναιρεσίβλητους, που κατέθεσαν προτάσεις, ζήτησαν να τους καταβληθούν τα δικαστικά έξοδα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ως μη ασκηθείσα ως προς τους δεύτερη έως και δέκατο έβδομο των αναιρεσιβλήτων και η δίκη πρέπει να κηρυχθεί ως προς αυτούς καταργημένη. Εξάλλου, το γεγονός ότι εκδίδεται απόφαση επί της αίτησης αναίρεσης, με διατακτικό τις δικονομικές συνέπειες της παραίτησης από του δικογράφου αυτής, δικαιολογεί να περιληφθεί στην παρούσα απόφαση διάταξη περί των δικαστικών εξόδων των εβδόμης, δεκάτης και δεκάτου εβδόμου από τους αναιρεσίβλητους με την καταβολή των οποίων βαρύνονται οι αναιρεσείοντες (Κ.Πολ.Δ 188 παρ. 1).

Στα έξοδα αυτά περιλαμβάνεται και η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των ως άνω αναιρεσιβλήτων για τη σύνταξη των έγγραφων προτάσεών τους, τις οποίες είχαν καταθέσει (κοινές η εβδόμη και ο δέκατος έβδομος) πριν από την δήλωση παραιτήσεως από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, έχοντας υποβάλει με αυτές και σχετικό αίτημα.

Κατόπιν αυτών, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ) μόνον ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη (ενάγουσα).

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).

Αντίθετα, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης ως άνω 20-7-2018 αίτησης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (23-9-2019), οι δε αιτούντες άσκησαν πρόσθετο λόγο αναιρέσεως με το από 19-8-2019 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 21-8-2019, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.

Από την υπ' αριθμ. 4359Ε/21-8-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Σταματίου Χατζηδάκη, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου του άνω πρόσθετου λόγου επιδόθηκε στην (πρώτη) αναιρεσίβλητη στις 21-8-2019, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.

Επομένως, ο πρόσθετος αυτός λόγος ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτός ως προς την (πρώτη) αναιρεσίβλητη, κατά της οποίας και μόνον στρέφεται, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2160/1993 "Ρυθμίσεις για τον Τουρισμό και άλλες διατάξεις", τουριστικοί λιμένες σκαφών αναψυχής (Μαρίνες)" είναι οι χερσαίοι και θαλάσσιοι χώροι που προορίζονται, κατά κύριο λόγο, για την εξυπηρέτηση σκαφών αναψυχής, είτε για αγκυροβόλημα είτε για μακροχρόνια ή παροδική χερσαία εναπόθεση είτε για εξυπηρέτηση των διερχομένων σκαφών.

Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, το οποίο έχει αναλάβει με σύμβαση μετά του Δημοσίου ή μετά της εταιρείας ""Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Ανώνυμη Εταιρία" ή εκ του νόμου, την κατασκευή, λειτουργία και εκμετάλλευση τουριστικού λιμένα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2160/1993, αποτελεί τον "φορέα διαχείρισης" του λιμένα (άρθρο 29 παρ. 3).

Με το άρθρο 38 παρ. 3 του ν. 3105/2003 προστέθηκε στον ως άνω ν. 2160/1993 άρθρο 31α, με το οποίο ορίζονται τα εξής: "1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εμπορικής Ναυτιλίας, θεσπίζεται Γενικός Κανονισμός Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων. Ο Κανονισμός έχει εφαρμογή σε όλους τους τουριστικούς λιμένες, στις ζώνες αγκυροβολίου, στα καταφύγια τουριστικών σκαφών και στους λιμένες ξενοδοχειακών μονάδων ανεξάρτητα από το φορέα διαχείρισης αυτών (δημόσιο ή ιδιωτικό) και από το χρόνο έναρξης λειτουργίας τους. 2.

Με το Γενικό Κανονισμό Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων ρυθμίζονται θέματα λειτουργίας και ασφάλειας των λιμένων αυτών όπως: α. Τα μέτρα ασφαλείας και προστασίας από πυρκαγιά, ρύπανση και κάθε είδους κίνδυνο εντός της ζώνης του λιμένα. β. Η προστασία περιβάλλοντος, καθαριότητα και ευταξία του λιμένα.

γ. Οι πέραν της καταβολής της αξίας των τιμολογίων υποχρεώσεις και ευθύνες των ιδιοκτητών των ελλιμενιζομένων σκαφών και όσων κάνουν χρήση των εξυπηρετήσεων του τουριστικού λιμένα. δ. Ο είσπλους και έκπλους των σκαφών, η αγκυροβολία, πρυμνοδέτηση ή πλαγιοδέτηση αυτών, καθώς και η κατάληψη θέσης και η παραμονή αυτών στον τουριστικό λιμένα.

ε...ζ.. Κάθε άλλο θέμα σχετικό με την ασφάλεια, προστασία και την εύρυθμη λειτουργία των τουριστικών λιμένων... 8 (που προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3270/2004).... Οι Ειδικοί Κανονισμοί Λειτουργίας των τουριστικών λιμένων που ανήκουν κατά διοίκηση και διαχείριση στην Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης (ΕΤΑ ΑΕ), καταρτίζονται από το διοικητικό συμβούλιο του εκάστοτε, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 2160/1993, φορέα διαχείρισης και εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Τουριστικής Ανάπτυξης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως".

Με την απόφαση Τ/9803/5.9.2003 του Υφυπουργού Ανάπτυξης και του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β' 1323) εγκρίθηκε, κατ' επίκληση του άρθρου 31α του ν. 2160/1993, ο Γενικός Κανονισμός Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων, ο οποίος "ισχύει και εφαρμόζεται", σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, "στη χερσαία και θαλάσσια ζώνη όλων των τουριστικών λιμένων ανεξάρτητα από το φορέα διαχείρισης αυτών (δημόσιο ή ιδιωτικό)".

Στο άρθρο 3 του Κανονισμού, το οποίο αναφέρεται στα "μέτρα ασφάλειας και πυροπροστασίας", διαλαμβάνονται, στην παράγραφο 1, τα εξής: "Οι φορείς διαχείρισης των τουριστικών λιμένων οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα φύλαξης και προστασίας των σκαφών και να διαθέτουν πλήρες και εφαρμόσιμο σχέδιο λήψης μέτρων για την πρόληψη και προστασία των εγκαταστάσεων του τουριστικού λιμένα, των ατόμων, των σκαφών και των οχημάτων που βρίσκονται στη ζώνη αυτού από έκτακτα περιστατικά, όπως έκρηξη, πυρκαγιά, ακραία καιρικά φαινόμενα κ.λπ.

γνωστοποιώντας το στο προσωπικό και τους χρήστες", και στην παράγρ. 2 "Ειδικότερα, οι φορείς διαχείρισης των τουριστικών λιμένων οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα και μέσα πυροπροστασίας που προβλέπονται στην αριθμ. 10/2002 Πυροσβεστική Διάταξη όπως εκάστοτε ισχύει, καθώς και στις κείμενες διατάξεις, για την πρόληψη και αποτροπή πυρκαϊών και ατυχημάτων καθώς και τη διάσωση ατόμων και υλικών αγαθών που βρίσκονται και διακινούνται στη χερσαία και θαλάσσια ζώνη τους.

Οι φορείς διαχείρισης έχουν την ευθύνη συντήρησης και καλής λειτουργίας όλων των συστημάτων και μέσων πυροπροστασίας του τουριστικού λιμένα". Τέλος, με το άρθρο 4 του ανωτέρω Κανονισμού, που αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, ορίζεται στην παράγρ. 1 ότι "Οι φορείς διαχείρισης των τουριστικών λιμένων, τα ελλιμενιζόμενα σκάφη και όποιος χρησιμοποιεί τις εγκαταστάσεις της θαλάσσιας και χερσαίας ζώνης του τουριστικού λιμένα οφείλουν να τηρούν τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος και ιδιαίτερα να μεριμνούν για την αποφυγή ρύπανσης της θάλασσας και των ακτών από πετρέλαιο, πετρελαιοειδή μείγματα, επιβλαβείς ουσίες ή μείγματα αυτών και πάσης φύσεως απόβλητα, λύματα και απορρίμματα".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η προβλεπόμενη σ' αυτές υποχρέωση των φορέων διαχείρισης των τουριστικών λιμένων σκαφών αναψυχής να λαμβάνουν, ως οργανωμένα αγκυροβόλια (μαρίνες), όλα τα αναγκαία μέτρα φύλαξης και προστασίας των σκαφών, ακόμη και από έκτακτα περιστατικά, καθώς και όλα τα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα και μέσα πυροπροστασίας που προβλέπονται στην αριθμ. 10/2002 Πυροσβεστική Διάταξη, ουδόλως αναιρεί την υποχρέωση των ιδιοκτητών των σκαφών και των νομίμων εκπροσώπων τους για τη λήψη μέτρων προς αποφυγή πρόκλησης, με το σκάφος τους, ζημιών στην περιουσία τρίτων και ειδικότερα σε άλλα ελλιμενιζόμενα στον τουριστικό λιμένα σκάφη, ιδίως από ζημιογόνο γεγονός εντός τους σκάφους τους, το οποίο εκφεύγει του ελέγχου του φορέα διαχείρισης.

Προκύπτει, επίσης, σαφής υποχρέωση αυτών να τηρούν, όπως και οι φορείς διαχείρισης των τουριστικών λιμένων, τις ισχύουσες διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος και ιδιαίτερα να μεριμνούν για την αποφυγή ρύπανσης της θάλασσας. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος προκύπτει ότι η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, το οποίο για τη διαφύλαξή του έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα και οφείλει να θεσπίζει τις αναγκαίες εκείνες ρυθμίσεις, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, οι άριστοι δυνατοί όροι διαβίωσης του πληθυσμού και η οικονομική ανάπτυξη στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας (ΑΠ 456/2019).

Σε αρμονία με την ανωτέρω συνταγματική διάταξη εκδόθηκε ο ν. 1650/1986 "για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος", ο οποίος στο άρθρο 2 παρ. 1 ορίζει το περιβάλλον ως "το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων, που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες".

Ωστόσο, η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και ιδιαίτερα του θαλάσσιου περιβάλλοντος αποτελεί βασική προτεραιότητα σε παγκόσμιο επίπεδο λόγω της ρύπανσης της θάλασσας από τις ανθρώπινες δραστηριότητες, με αποτέλεσμα να έχουν τεθεί κανόνες σε εθνικό και διεθνές επίπεδο ούτως ώστε να αποφεύγεται η θαλάσσια ρύπανση.

Έτσι, για την αντιμετώπιση των κινδύνων και των προβλημάτων από τη ρύπανση, λόγω της μεταφοράς διά θαλάσσης του πετρελαίου, υπογράφηκε το έτος 1969 στις Βρυξέλλες η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών ή CLC "περί αστικής ευθύνης συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως υπό πετρελαίου, η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 314/1976, μετά δε την κύρωση και των Πρωτοκόλλων των ετών 1976,1984 και 1992, η σύμβαση αυτή ονομάζεται Διεθνής Σύμβαση του 1992 αναφορικά με την Αστική Ευθύνη για Ζημίες Ρύπανσης από Πετρέλαιο (Σύμβαση Ευθύνης 1992) (ΟλΑΠ 23/2006).

Η ανωτέρω Διεθνής Σύμβαση καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του πλοιοκτήτη για τις ζημιές που προκλήθηκαν από ρύπανση της θάλασσας λόγω διαφυγής ή διαρροής πετρελαίου από το πλοίο του, αφού για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του δεν απαιτείται πταίσμα του. Εξάλλου, με το ν.δ. 4529/1966 (Α` 154), κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση του ...υ του 1954, όπως είχε τροποποιηθεί από τη Διάσκεψη του ...υ το 1962 "Περί προλήψεως της ρυπάνσεως της θαλάσσης δια πετρελαίου", ενώ, στη συνέχεια, με το β.δ. 532/1967 (Α` 161), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος, καθορίσθηκαν οι προϋποθέσεις και η διαδικασία επιβολής προστίμου σε περίπτωση ρύπανσης της ανοικτής θάλασσας με πετρέλαιο.

Επακολούθησε ο ν. 743/1977 "Περί προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων" (Α` 319), που εξακολουθεί να ισχύει, ως ειδικός, κατά το άρθρο 32 παρ. 1 του ανωτέρω αναφερόμενου ν. 1650/1986 (ΑΠ 247/2000), την έκδοση του οποίου, όπως εκτίθεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου, υπαγόρευσαν "η έλλειψις ειδικού νομοθετήματος διέποντος την προστασίαν του θαλασσίου περιβάλλοντος εκ της ρυπάνσεως".

Με τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου, ενισχύθηκε το νομοθετικό πλαίσιο με τη θέσπιση πρόσθετων απαγορευτικών κανόνων και ελήφθησαν μέτρα για την πρόληψη, τον περιορισμό και την καταπολέμηση της ρύπανσης του θαλασσίου περιβάλλοντος από πετρελαιοειδή, λύματα και πάσης φύσεως απόβλητα (ΣτΕ 1335/2018), λόγω των εξαιρετικά δυσμενών συνεπειών της ρύπανσης στη δημόσια υγεία και την εθνική οικονομία.

Στη συνέχεια τέθηκε σε ισχύ ο ν. 2252/1994, με το άρθρο πρώτο του οποίου κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση "για την ετοιμότητα, συνεργασία και αντιμετώπιση της ρύπανσης της θάλασσας από πετρέλαιο" που υπογράφηκε στο ... στις 30 Νοεμβρίου 1990 και με τις λοιπές διατάξεις του (άρθρα δεύτερο έως δέκατο) θεσπίσθηκαν τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της ανωτέρω Σύμβασης και τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του ν. 743/1977, ώστε να προσαρμοσθούν στους ορισμούς και τις λοιπές υποχρεώσεις που προβλέπει η Σύμβαση αυτή και να ενισχυθεί το νομοθετικό πλαίσιο προστασίας της θάλασσας από τη ρύπανση, χορηγήθηκε δε εξουσιοδότηση για την κωδικοποίηση των διατάξεων του ν. 743/1977.

Πράγματι, με το π.δ. 55/1998 (Α` 58) κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο και μεταγλωττίσθηκαν στη δημοτική οι διατάξεις του ν. 743/1977, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το ν. 2252/1994. Οι διατάξεις του ν. 743/1997, παρά την επί μέρους στενή διατύπωσή τους ως προς ορισμένα σημεία, αποσκοπούν στην πλήρη και συνολική ρύθμιση του θέματος της ρυπάνσεως της θάλασσας από κάθε είδους πηγή (πρβλ.

ΣτΕ 3155/1993, ΑΠ 1893/2000), θεσπίστηκαν δε για την ικανοποίηση επιτακτικού και άμεσου σκοπού δημοσίου συμφέροντος, συνισταμένου στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της ρύπανσης της θάλασσας από πετρελαιοειδή και τον περιορισμό των συνεπειών της ρύπανσης. Προς εκπλήρωση δε του σκοπού αυτού θεσπίστηκαν οι προβλεπόμενες στον νόμο ποινικές, διοικητικές και πειθαρχικές κυρώσεις σε περίπτωση ρύπανσης της θάλασσας (πρβλ.

Σ.τ.Ε. 4582/2005, Π.Ε. 166/2009). Ο δημόσιος σκοπός, προκύπτει και από την προαναφερθείσα διεθνή Σύμβαση του ...υ του έτους 1990 και συγκεκριμένα ως έκφανση της γενικής αρχής της διεθνούς νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος "ο ρυπαίνων πληρώνει" (βλ. προοίμιο της Σύμβασης), η οποία λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις αρχές της πρόληψης και προφύλαξης (ΣΤΕ 2059/2014).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 191 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην 174 ΣΕΚ), η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος, κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην ανωτέρω αρχή "ο ρυπαίνων πληρώνει".

Σύµφωνα µε την αρχή αυτή, κάθε φορέας εκµετάλλευσης που προκαλεί περιβαλλοντική ζηµία ή άµεσο κίνδυνο ανάλογης ζηµίας καλείται, κατ' αρχήν, να επωµισθεί το κόστος των απαραίτητων µέτρων πρόληψης ή αποκατάστασης. Άλλωστε, η ρύπανση εν γένει προκαλείται κυρίως από παραγωγικές (οικονομικές) δραστηριότητες, που κερδίζουν από την εκτεταμένη και πολλές φορές αλόγιστη χρήση των φυσικών πόρων, μη τηρώντας βασικούς περιβαλλοντικούς όρους που τους έχουν τεθεί και που τελικά λειτουργούν σε βάρος του οικολογικού αποθέματος, της κοινωνίας και της οικονομίας.

Ενόψει αυτών, οι διατάξεις του του ν. 743/1977 θα πρέπει να ερμηνευθούν λαμβάνοντας υπόψη τόσο την ανωτέρω αρχή, όσο και το σκοπό του ίδιου του νόμου, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, αποβλέπει στην έγκαιρη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για την πρόληψη και καταστολή της θαλάσσιας ρύπανσης από τους φορείς εκμετάλλευσης.

Συγκεκριμένα, μετά τις πιο πάνω τροποποιήσεις, στο άρθρο 1 του ν. 743/1977 (άρθρο 1 π.δ. 55/1998) περιλαμβάνονται οι νομοθετικοί ορισμοί, ορίζεται δε ότι "Ρύπανση" είναι η παρουσία στη θάλασσα κάθε ουσίας, η οποία αλλοιώνει τη φυσική κατάσταση του θαλασσινού νερού ή το καθιστά επιβλαβές στην υγεία του ανθρώπου ή στην πανίδα και χλωρίδα των βυθών και γενικά ακατάλληλο για τις προβλεπόμενες κατά περίπτωση χρήσεις του (εδάφιο ιδ'), ενώ ως "Περιβάλλον" ορίζεται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες (εδάφιο κα').

Το άρθρο 2, αφορά το πεδίο εφαρμογής του νόμου και ορίζει ότι ο ως άνω νόμος εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις ρυπάνσεως των λιμένων, των ακτών της χώρας και των ελληνικών χωρικών υδάτων από πλοία ή δεξαμενόπλοια με ελληνική ή ξένη σημαία. Εξάλλου, στο άρθρο 11 ορίζεται ότι "Σε περίπτωση ρύπανσης ή πιθανού κινδύνου πρόκλησης αυτής, ο πλοίαρχος και ο εκπρόσωπος του πλοίου, ο προϊστάμενος ή διευθυντής της εγκατάστασης, καθώς και οι τυχόν εντεταλμένοι υποχρεούνται να αναφέρουν αμέσως το περιστατικό στην αρμόδια Λιμενική Αρχή ή στο Υπουργείο και να λάβουν άμεσα κάθε πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή, περιορισμό και αντιμετώπιση της ρύπανσης, ενεργώντας σύμφωνα με τα υφιστάμενα σχέδια αντιμετώπισης της ρύπανσης.

Σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο αυτός που προκάλεσε τη ρύπανση, οι συνυπεύθυνοι και οι τυχόν εντεταλμένοι αδυνατούν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα, στην έκταση που απαιτείται, υποχρεούνται να αναθέτουν αμέσως τις εργασίες αυτές σε αναγνωρισμένες επιχειρήσεις αντιμετώπισης της ρύπανσης, ευθυνόμενοι επιπρόσθετα για τις συνέπειες κάθε καθυστέρησης (§ 1).

Η Αρχή, αμέσως μόλις πληροφορηθεί περιστατικό ρύπανσης ή πρόδηλο και επικείμενο κίνδυνο πρόκλησης ρύπανσης, παίρνει κάθε πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή, τον περιορισμό και την εξουδετέρωση των συνεπειών της, ενημερώνοντας σχετικά τον πλοίαρχο ή πλοιοκτήτη ή το νόμιμο αντιπρόσωπό του και σε περίπτωση απουσίας αυτών, τον πράκτορα ή άλλο αρμόδιο και σε περίπτωση εγκατάστασης τον ιδιοκτήτη ή αυτόν που την εκμεταλλεύεται (§ 2).

Η Αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί και να συντονίζει ιδιωτικά μέσα και να ζητά τη συνδρομή συναφών οργανισμών ή ιδιωτικών επιχειρήσεων που διαθέτουν τα αναγκαία μέσα και τη σχετική πείρα για την αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών (§ 3). Η χρησιμοποίηση των μέσων που ανήκουν σε Οργανισμούς και ιδιώτες γίνεται πάντοτε κάτω από τον έλεγχο της Αρχής, ενώ οι σχετικές δαπάνες βαρύνουν το πλοίο ή την εγκατάσταση και αυτόν που με οποιονδήποτε τρόπο προκάλεσε τη ρύπανση (§ 4).

Οι εργασίες αντιμετώπισης της ρύπανσης εκτελούνται πάντοτε υπό την άμεση εποπτεία της Αρχής, η οποία εξασφαλίζει ότι διενεργούνται με την επιβαλλόμενη ταχύτητα και με αποδεκτές μεθόδους (§5). Με απόφαση του Υπουργού καθορίζονται οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας και οι ελάχιστες απαιτήσεις σε οργάνωση, επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό, εξοπλισμό, υλικά, μέσα και ουσίες που πρέπει να διαθέτουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια προκειμένου να τους χορηγηθεί η άδεια λειτουργίας ως αναγνωρισμένες επιχειρήσεις καταπολέμησης της ρύπανσης της θάλασσας (§ 6).

Οι αναγνωρισμένες επιχειρήσεις καταπολέμησης της ρύπανσης έχουν όλες τις ευθύνες του εντολοδόχου τους για τη λήψη των προβλεπόμενων μέτρων πρόληψης και καταπολέμησης της ρύπανσης και εκτελούν τις σχετικές εργασίες υπό την εποπτεία και σύμφωνα με τις υποδείξεις της Αρχής επί ποινή ανακλήσεως της άδειας που τους έχει χορηγηθεί (§7).

Τέλος, στο υπό τον τίτλο "Εξασφάλιση απαιτήσεων" άρθρο 12 του ιδίου αυτού Νόμου προβλέπεται ότι "1. Για την αποκατάσταση ζημιών που έχουν προκληθεί από ρύπανση, καθώς και για τις δαπάνες που έχουν γίνει για την αποτροπή ή την εξουδετέρωση αυτής, υπεύθυνος είναι αυτός που προκάλεσε υπαίτια τη ρύπανση και μαζί με αυτόν ευθύνονται εις ολόκληρον και οι παρακάτω:

α) Για πλοία και δεξαμενόπλοια, ο πλοίαρχος, ο πλοιοκτήτης, ο εφοπλιστής, ο διαχειριστής του πλοίου στην Ελλάδα και για πλοία και δεξαμενόπλοια που ανήκουν σε Ανώνυμες Εταιρίες και ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου καθώς και ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής". Καθιερώνεται, δηλαδή, με την τελευταία αυτή διάταξη, για την αποκατάσταση των ως άνω ζημιών και δαπανών, αφενός μεν ευθύνη εκείνου, που προκάλεσε υπαιτίως τη ρύπανση ή τον πιθανό κίνδυνο προκλήσεως αυτής (πταισματική ευθύνη), αφετέρου δε ευθύνη και των πιο πάνω αναφερόμενων φυσικών και νομικών προσώπων (αντικειμενική ευθύνη, λόγω πταισματικής ευθύνης του προσώπου που προκάλεσε τη ρύπανση) (ΑΠ 537/2016, ΑΠ 332/2006).

Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές του ν. 743/1977 θεσπίζονται, κατ' αρχάς, οι υποχρεώσεις των υπευθύνων ρύπανσης του θαλάσσιου περιβάλλοντος και, επίσης, καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 12 ειδική αστική ευθύνη αυτών για την αποκατάσταση των εξ αυτής ζημιών και των δαπανών που είναι αναγκαίες για την αποτροπή ή την εξουδετέρωση της ρύπανσης.

Η εν λόγω αστική ευθύνη δεν θεσπίστηκε αποκλειστικώς χάριν του γενικού συμφέροντος προς διασφάλιση των περιβαλλοντικών αγαθών αλλά και για την προστασία ιδιωτικών δικαιωμάτων (ΣτΕ 1893/2000). Ο χαρακτήρας της είναι αποζημιωτικός και περιεχόμενο έχει την ανόρθωση των ζημιών που προκλήθηκαν στο θαλάσσιο και παράκτιο περιβάλλον από τη ρύπανση, καθώς και την αποκατάσταση των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν είτε προληπτικά, για την αποτροπή της είτε κατασταλτικά, για την εξουδετέρωση των βλαπτικών συνεπειών της.

Ως προς τη νομική της φύση η εν λόγω ευθύνη είναι, κατά ανωτέρω, υποκειμενική, αφού προϋποθέτει πταίσμα, δηλαδή υπαιτιότητα κάποιου φυσικού προσώπου, το οποίο (πταίσμα), μάλιστα, δεν τεκμαίρεται αλλά πρέπει να αποδειχθεί από το ζημιωθέντα. Έτσι, μολονότι με τη Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών, που κυρώθηκε με το ν. 314/1976, καθιερώθηκε η αντικειμενική ευθύνη του ζημιούντος, με την ανωτέρω διάταξη καθιερώνεται, σε επίπεδο εθνικού δικαίου, η υποκειμενική ευθύνη, γεγονός που εξηγείται από το ευρύτατο πεδίο εφαρμογής του ν. 743/1977.

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό διάφορες μορφές της), η οποία, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από τον υπαίτιο στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί ο υπαίτιος να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις (ΑΠ 204/2016, ΑΠ 322/2018, ΑΠ 2030/2017, ΑΠ 1979/2017).

Όταν δε η συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξεως που παραλήφθηκε, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη, την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία από προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου, καθώς και από το γενικό πνεύμα του δικαίου (ΑΠ 585/2017, ΑΠ 623/2016, ΑΠ 504/2016, ΑΠ 1739/2013).

Σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν, με τις διατάξεις του ν. 743/1977 δημιουργείται βασική υποχρέωση και ιδιαίτερα αυξημένη ευθύνη των φορέων εκμετάλλευσης παντός είδους σκαφών και, συνεπώς, και των πλοιοκτητών και των νομίμων εκπροσώπων τους, να λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα πρόληψης και καταστολής της θαλάσσιας ρύπανσης, αφού η πιο πάνω διάταξη επιβάλλει την άμεση λήψη "κάθε πρόσφορου μέτρου" για την αποτροπή πιθανού κινδύνου προκλήσεως τέτοιας ρύπανσης.

Επομένως, η ίδια υποχρέωση δημιουργείται και για τα ελλιμενιζόμενα σε τουριστικούς λιμένες σκάφη αναψυχής, τουριστικά ή επαγγελματικά, τα οποία, ως περιουσιακά στοιχεία, τελούν υπό την εκμετάλλευση των πλοιοκτητών, και, συνεπώς η διατήρηση της καλής κατάστασης και της ασφάλειας αυτών, εντάσσεται ως υποχρέωση στη σφαίρα ευθύνης των τελευταίων, οι οποίοι οφείλουν να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα προς αποφυγή ρύπανσης εξ αιτίας ζημιογόνου γεγονότος προερχόμενου από το σκάφος τους.

Η προβλεπόμενη από το Γενικό Κανονισμό Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων υποχρέωση του φορέα διαχείρισης της μαρίνας για τη λήψη μέτρων πρόληψης και προστασίας των σκαφών και μέτρων πυροπροστασίας, όπως και η υποχρέωση του εν λόγω φορέα για την προστασία του περιβάλλοντος, ουδόλως αναιρεί την ανωτέρω ξεχωριστή υποχρέωση των πλοιοκτητών και των διαχειριστών των σκαφών για τη λήψη "πρόσφορων μέτρων", αφού, όπως αναφέρθηκε, οφείλουν και αυτοί να τηρούν τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος και να μεριμνούν για την αποφυγή ρύπανσης της θάλασσας.

Ωστόσο, αυτή καθ' εαυτή η παραμονή των εν λόγω σκαφών αναψυχής στον τουριστικό λιμένα δεν εγκυμονεί, κατ' αρχήν, από μόνη της κίνδυνο για το θαλάσσιο περιβάλλον. Αν, όμως, οι πλοιοκτήτες των ανωτέρω σκαφών και οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους ή οι προστηθέντες από αυτούς και γενικά πρόσωπα σχετιζόμενα με τα σκάφη αυτά δημιούργησαν ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση στο πλοίο, η οποία στην εξέλιξή της μπορεί να προκαλέσει ρύπανση της θάλασσας, έχουν, στην περίπτωση αυτή, υποχρέωση να λάβουν κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, ήτοι να λάβουν άμεσα, μετά τη δημιουργία της επικίνδυνης κατάστασης, κάθε πρόσφορο (αποτελεσματικό - κατάλληλο) μέτρο για την αποτροπή του κινδύνου ρύπανσης της θάλασσας, τέτοιο δε θεωρείται και η τοποθέτηση επί του πλοίου φύλακα.

Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται από την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και από το γενικό καθήκον επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται, όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου.

Επομένως, σε περίπτωση που προϋπήρχαν ή δημιουργήθηκαν εκ των υστέρων σε συγκεκριμένο σκάφος, τουριστικό ή επαγγελματικό, ελλιμενισμένο σε τουριστικό λιμένα, με υπαιτιότητα των υπευθύνων αυτού (πλοιοκτήτη, νομίμου εκπροσώπου του) συνθήκες που κατά τη κοινή πείρα και λογική θα ήταν δυνατόν να οδηγήσουν σε μία επικίνδυνη κατάσταση, όπως η πρόκληση πυρκαγιάς ,η παράλειψη των ανωτέρω να τοποθετήσουν φύλακα ,για την αποτροπή του κινδύνου θαλάσσιας ρύπανσης, συνιστά υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας, κατά την έννοια των άρθρων 330ΑΚ και 12παρ.1 του ν.743/1977.

Αντιθέτως, δεν συνιστά αμελή συμπεριφορά η παράλειψη των πλοιοκτητών και των νομίμων εκπροσώπων των λοιπών ελλιμενισμένων σκαφών, στα οποία απλώς επεκτάθηκε η πυρκαγιά, να τοποθετήσουν επ'αυτών φύλακα κατά τη διάρκεια του ελλιμενισμού τους, εφόσον δεν είχαν δημιουργήσει σε αυτά κάποια επικίνδυνη κατάσταση.

Τέτοια υποχρέωση για τη πρόσληψη και τοποθέτηση φύλακα στα ελλιμενισμένα στις οργανωμένες μαρίνες σκάφη αναψυχής, με σκοπό είτε την αποτροπή επέκτασης της εκδηλωθείσας σε άλλο παρακείμενο σκάφος πυρκαγιάς είτε την απομάκρυνση των σκαφών αυτών, χωρίς προηγουμένως να έχουν δημιουργήσει σε αυτά επικίνδυνη κατάσταση, δεν προκύπτει από τις ανωτέρω αναφερόμενες ή άλλες διατάξεις του νόμου ούτε και επιβάλλεται με βάση την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και το γενικό καθήκον επιμέλειας, δεδομένου μάλιστα ότι, μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς, ο φορέας διαχείρισης του τουριστικού λιμένα, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω, έχει υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα φύλαξης και προστασίας των σκαφών από έκτακτα περιστατικά, όπως είναι και η πυρκαγιά σε ελλιμενισμένο σκάφος, καθώς και όλα τα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα και μέσα πυροπροστασίας που προβλέπονται στην αριθμ. 10/2002 Πυροσβεστική Διάταξη, είναι εκείνος υποχρεωμένος να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προς αποτροπή της περαιτέρω επέκτασης της πυρκαγιάς σε άλλα ελλιμενισμένα σκάφη και την αποφυγή ρύπανσης της θάλασσας.

Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, πέραν του προσώπου που προκάλεσε υπαιτίως τη ρύπανση, ο ν. 743/1977 καθιερώνει, παράλληλα, αντικειμενική ευθύνη και άλλων προσώπων, που τελούν σε ειδική σχέση με το ρυπογόνο πλοίο, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το ζημιογόνο αποτέλεσμα υπήρξε απότοκο αμελούς ανθρώπινης συμπεριφοράς, ήτοι εφόσον διαπιστωθεί υπαιτιότητα προσώπου σχετιζόμενου με το πλοίο (συνήθως εργαζόμενου σε αυτό) που προκάλεσε τη ρύπανση, διαφορετικού βεβαίως από το πρόσωπο εκείνο στο οποίο επεκτείνεται η ευθύνη.

Ουσιαστικά, δηλαδή, η συγκεκριμένη διάταξη του άρθ. 12 παρ. 1 δεν διαφέρει ως προς τις προϋποθέσεις της ευθύνης του πλοιάρχου, πλοιοκτήτη κ.λπ. από το άρθρο 922 ΑΚ σε συνδ. με άρθ. 926 ΑΚ, που ρυθμίζουν την έναντι του ζημιωθέντος ευθύνη προστήσαντος και προστηθέντος, παρά μόνο κατά το ότι διευρύνει τον κύκλο των "προστησάντων", εκκινώντας όμως και πάλι από τη βασική Ιδέα της θεμελίωσης ευθύνης των ωφελούμενων από τη δραστηριότητα του υπαίτιου προσώπου (βλ.

Ι. Καράκωστα, Περιβάλλον και Δίκαιο, 3 η έκδοση, σελ. 418). Η διεύρυνση αυτή του κύκλου των προσώπων, που ευθύνονται για την αποκατάσταση ζημιών που έχουν προκληθεί από ρύπανση προερχομένη από πλοίο, με τη θέσπιση της αντικειμενικής ευθύνης αυτών, αποσκοπεί στην πληρέστερη προστασία του κοινωνικού αγαθού του φυσικού περιβάλλοντος, αφού τα εν λόγω πρόσωπα αντλούν ωφελήματα, υπό την ευρεία έννοια του όρου, από την λειτουργία και εκμετάλλευση του πλοίου και, συνεπώς, είναι δίκαιο, κατά τη νομοθετική βούληση, να επιβαρυνθούν με το ανάλογο κόστος αποκατάστασης των σχετικών αυτών ζημιών.

Παράλληλα, όμως, σκοπείται με την ανωτέρω διάταξη να εξαναγκαστούν τα πρόσωπα αυτά σε επίταση της προσοχής τους προς το σκοπό ελαχιστοποιήσεως των ρυπογόνων καταστάσεων στο θαλάσσιο περιβάλλον. Πρόκειται, συνεπώς, για ευθύνη που αποσκοπεί στην κάλυψη της ζημίας που μπορεί να προκαλέσει η άσκηση μιας νόμιμης κατά βάση (οικονομικής) δραστηριότητας, στο πλαίσιο της οποίας, όμως, λόγω του κινδυνώδους χαρακτήρα της, τίθεται σε διακινδύνευση το προστατευόμενο έννομο αγαθό του θαλάσσιου περιβάλλοντος.

Η ευθύνη των υπόχρεων σε αποζημίωση διαμορφώνεται νομοθετικά ως παθητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα τη γένεση αυτοτελούς δικαιώματος του ζημιωθέντος κατά ενός εκάστου των κατά νόμο συνυποχρέων, τη διατήρηση της ευθύνης όλων των συνοφειλετών μέχρι την πλήρη ικανοποίηση του δανειστή και την παραγωγή, μετά από αυτήν, αμοιβαίου δικαιώματος αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνομένων (άρθρα 481, 487 και 488 ΑΚ).

Από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη αυτή όλων των ως άνω προσώπων, για την ανόρθωση των ζημιών που προκλήθηκαν από την ρύπανση και την αποκατάσταση των δαπανών που έγιναν για την αποτροπή ή την εξουδετέρωσή της, υφίσταται και έναντι αυτού που πραγματοποίησε την απορρύπανση, ανεξάρτητα από το αν τη συνδρομή του ζήτησε η αρμόδια λιμενική αρχή, κατά την παρεχομένη σ' αυτήν με το άρθρο 11 § 3 του Ν. 743/1977 ευχέρεια ή το σχετικό έργο του ανατέθηκε με σύμβαση που συνήψε μαζί του ο εκμεταλλευόμενος το ρυπογόνο πλοίο πλοιοκτήτης, εφοπλιστής ή διαχειριστής του, αφού ο νόμος δεν διακρίνει.

Συνεπώς οι ιδιωτικές επιχειρήσεις που διέθεσαν τα αναγκαία μέσα και παρείχαν τις προαναφερθείσες υπηρεσίες για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του περιστατικού θαλάσσιας ρύπανσης, δικαιούνται την αντίστοιχη αμοιβή και τις δαπάνες απορρύπανσης από τα ανωτέρω ευθυνόμενα πρόσωπα. Εξάλλου, οι δαπάνες στις οποίες υπεβλήθησαν το Δημόσιο και οι Ο.Τ.Α.

για την αποτροπή ή την αντιμετώπιση της ρύπανσης καταλογίζονται με απόφαση της Αρχής σε βάρος των ανωτέρω συνυπεύθυνων προς αποκατάσταση της ζημίας προσώπων (ΑΠ 537/2016). Δηλαδή, ο άμεσος αυτός καταλογισμός προβλέπεται αποκλειστικώς για τις δαπάνες του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. και η είσπραξη του ποσού των δαπανών αυτών χωρεί αυτοτελώς, χωρίς ουδόλως να αναιρείται η υποχρέωση των υπευθύνων της ρύπανσης για την αποκατάσταση, περαιτέρω, των ζημιών που προκαλούνται από τη ρύπανση και για την καταβολή των δαπανών εξουδετέρωσης αυτής, στις οποίες υποβάλλονται αναγνωρισμένες ιδιωτικές επιχειρήσεις, που ενεργούν κατόπιν εντολής της Λιμενικής Αρχής (πρβλ.

Α.Π. 332/2006, ΣΤΕ 2059/2014). ). Επομένως, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ανωτέρω ευθύνης είναι: α) ρύπανση ή κίνδυνος ρύπανσης του θαλάσσιου περιβάλλοντος από επιβλαβείς ουσίες, οι οποίες μπορεί να προέρχονται και από πλοίο, β) υπαιτιότητα του προσώπου που προκάλεσε τη ρύπανση, γ) ζημία ή δαπάνη αποτροπής ή εξουδετέρωσης της ρύπανσης και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του προσώπου και της ζημίας ή της δαπάνης.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017).

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1728/2014).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Τέλος, από τον συνδυασμό των άρθρων 106, 224 και 216 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι μια αόριστη νομική έννοια, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, έστω και αν αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αίτιας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 517/2017, ΑΠ 717/2016.

ΑΠ 1087/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8 και 14 ΚΠολΔ (συνδυαστικά) αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, δεδομένου ότι η ιστορική της βάση παρουσίαζε αφενός μεν νομική αοριστία λόγω έλλειψης θεμελιώσεως του στοιχείου της αμέλειας των αναιρεσειόντων και ειδικότερα λόγω μη προσδιορισμού της υποχρέωσης αυτών προς ενέργεια των πράξεων που παραλείφθηκαν, αφετέρου δε ποιοτική αοριστία, λόγω έλλειψης από το περιεχόμενό της στοιχείων που θεμελιώνουν την αμέλειά της (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε με αυτήν, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη, μέρος, τα εξής: α) ότι στις 27 Ιανουάριου 2012 και περί ώρα 03:30 π.μ., εκδηλώθηκε πυρκαγιά στα αναφερόμενα στην αγωγή πλοία της πρώτης έως και έβδομης των εναγόμενων πλοιοκτητριών εταιρειών, που ήταν πρυμνοδετημένα στην προβλήτα Β' του τουριστικού λιμένα (μαρίνα) Αλίμου, ειδικότερα δε πλοιοκτήτρια του επαγγελματικού σκάφους αναψυχής "..." είναι η τετάρτη των εναγομένων (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), της οποίας πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος είναι ο δέκατος έβδομος των εναγομένων (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), β) ότι λόγω της σφοδρότητας και της έκτασης της πυρκαγιάς και της συνεπείας αυτής καύσης των ανωτέρω σκαφών προκλήθηκε ρύπανση στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή των λιμενικών εγκαταστάσεων της μαρίνας Αλίμου, η οποία επεκτάθηκε σε έκταση περίπου 24.000 τ.μ.

και η οποία οφείλεται σε βαριά αμέλεια και συγκεκριμένα σε υπαίτιες παραλείψεις ενός εκάστου των δέκατου τρίτου έως και εικοστού των εναγομένων, νομίμων εκπροσώπων των ως άνω πλοιοκτητριών εταιρειών, συνιστάμενες σε πλημμελή συντήρηση και μη τήρηση των κανόνων πυρασφαλείας και φύλαξης των πλοίων και σε παράλειψη έγκαιρης απομάκρυνσης αυτών, γ) ότι η εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" (ΕΤ.Α.Δ.

Α.Ε.), η οποία έχει τη διαχείριση και εκμετάλλευση της μαρίνας Αλίμου, ανέθεσε στην ενάγουσα και η ίδια αποδέχθηκε αυθημερόν τη εκτέλεση εργασιών για την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος και τον περιορισμό και αντιμετώπιση της ως άνω προκληθείσας ρύπανσης, εκείνη (ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.) δε, ανέλαβε, με έγγραφη συμφωνία, την υποχρέωση να της καταβάλει το ποσό των 218.000 ευρώ, προς μερική κάλυψη των δαπανών της για απορρύπανση, δ) ότι, σε εκτέλεση του έργου αυτού, απέστειλε αυθημερόν στη Μαρίνα Αλίμου προσωπικό, μηχανήματα, σκάφη και υλικά, και ότι άρχισε, έτσι, να παρέχει αμέσως τις υπηρεσίες της υπό τη διαρκή εποπτεία, τον έλεγχο και τις οδηγίες της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής, έως τις 14.2.2012, οπότε περατώθηκαν επιτυχώς οι εργασίες αντιρρύπανσης.

Με βάση το ιστορικό αυτό, η αναιρεσίβλητη ζήτησε, κυρίως με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, επικουρικά δε, κατ' άρθρο 12 παρ. 1(α) του Ν. 743/1977 "περί προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", όπως αυτό κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 55/1998, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (πλην της όγδοης εξ αυτών ως προς την οποία παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής), να της καταβάλουν, ως ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, για δαπάνες (αμοιβή και έξοδα) αντιρρύπανσης της μαρίνας Αλίμου, μετά από αφαίρεση του ήδη ως άνω ληφθέντος ποσού των 218.000,00 ευρώ, το ποσό των 644.350,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημερομηνίας παράδοσης του έργου, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, κατά την επικουρική βάση αυτής (ως προς την οποία έγινε δεκτή από το Εφετείο ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη), κρίνεται ορισμένη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν τη σχετική αξίωση της αναιρεσίβλητης, αφού ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής, ήτοι πληρούν το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην αγωγή εκτίθενται με επάρκεια τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την αμελή συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και γίνεται εξειδίκευση των παραλειφθέντων εκ μέρους αυτών μέτρων, στην έλλειψη των οποίων ανάγεται αιτιωδώς η επικαλουμένη (και επαρκώς προσδιορισμένη) απαίτηση της αναιρεσίβλητης, επιτρεπομένης της περαιτέρω συγκεκριμενοποίησης των συνθηκών εκδήλωσης και επέκτασης της πυρκαγιάς καθώς και της αμέλειας των αναιρεσειόντων με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, κατόπιν επίκλησης από την ενάγουσα και την παραδοχή από το δικαστήριο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, των εν λόγω περιστατικών, τα οποία απλώς διασαφηνίζουν την αμέλεια των αναιρεσειόντων, χωρίς να αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της ένδικης αγωγής.

Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ως στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 (α) του ν. 743/1977, 330 και 481 ΑΚ, όπως η έννοια αυτών αναλύεται ειδικότερα παραπάνω, α) δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της ευθύνης των αναιρεσειόντων έναντι της αναιρεσίβλητης λόγω της προκληθείσας από τα σκάφη τους θαλάσσιας ρύπανσης, β) δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να προταθούν, με τη συγκεκριμενοποίηση της αμέλειας των αναιρεσειόντων με βάση τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, και γ) δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως όφειλε κατά τους αναιρεσείοντες, με αποδοχή του περί αοριστίας της ισχυρισμού τους.

Συνεπώς, ο πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, από τους αριθ.1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της ένδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου ένδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Περαιτέρω, η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 18/2005, ΑΠ 90/2017, ΑΠ 233/2016).

Αν, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποίησης σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή απορρίπτεται, ως απαράδεκτη (αόριστη) και ο σχετικός αναιρετικός λόγος στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1582/2008). Αν η έλλειψη νομιμοποίησης, συνδέεται με τις παραδοχές της απόφασης επί της ουσίας, στηρίζεται ο λόγος αυτός στο άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ.

Τέλος, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του περιστατικά που στηρίζουν τη νομιμοποίηση, χωρίς να αποτελούν περιεχόμενο της αγωγής, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ (ΑΠ 233/2016, ΑΠ 354/2008). Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 11 και 12 του ν. 743/1977 προκύπτει ότι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις που διέθεσαν τα αναγκαία μέσα και παρείχαν τις υπηρεσίες τους για την αποτελεσματική αντιμετώπιση περιστατικού θαλάσσιας ρυπάνσεως, δικαιούνται την αντίστοιχη αμοιβή και τις δαπάνες απορρύπανσης από τα ευθυνόμενα πρόσωπα και ως εκ τούτου νομιμοποιούνται προς άσκηση της σχετικής αγωγής.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, διότι δεν εκτίθενται στην αγωγή στοιχεία ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας και συνεπώς το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη αυτή, καίτοι η έλλειψη αυτή ρητά επισημάνθηκε από τους αναιρεσείοντες.

Από το ως άνω, όμως, παρατιθέμενο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται τα αναγκαία στοιχεία ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας, αφού, ειδικότερα αναφέρεται ότι ο φορέας διαχείρισης της μαρίνας Αλίμου ανέθεσε σε αυτή την εκτέλεση των εργασιών για την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος, τον περιορισμό και την αντιμετώπιση της προκληθείσας ρύπανσης, εκείνη δε (ενάγουσα) αποδέχθηκε και πράγματι εκτέλεσε και περάτωσε επιτυχώς τις ως άνω εργασίες αντιρρύπανσης, δαπανώντας το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό, με αποτέλεσμα να νομιμοποιείται, υπό τα εκτιθέμενα, προς άσκηση της αγωγής.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς ο ανωτέρω, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, κατά το ερευνώμενο πρώτο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 995/2017, ΑΠ 713/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 27η Ιανουάριου 2012 και περί ώρα 03:30 πρωινή, εκδηλώθηκε πυρκαγιά στα πλοία της πρώτης έως και έβδομης των εναγόμενων εταιρειών, τα οποία ήταν κατά σειρά πρυμνοδετημένα στην προβλήτα Β του τουριστικού λιμένα (μαρίνα) Αλίμου.

Ειδικότερα, η πυρκαγιά εκδηλώθηκε: α) στο υπό βρετανική σημαία σκάφος αναψυχής "OLMA"..., που ανήκει στην πλοιοκτησία της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της οποίας είναι ο Μιχαήλ Τσίκνας, β) στο υπό ελληνική σημαία σκάφος αναψυχής "ΜΙΣΤΥ",... που ανήκει στην πλοιοκτησία της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο δέκατος τέταρτος εναγόμενος, γ) στο υπό ελληνική σημαία επαγγελματικό σκάφος αναψυχής "ΦΕΛΙΣΙΤΥ",...

που ανήκει στην πλοιοκτησία της τρίτης εναγόμενης εταιρείας, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της οποίας είναι ο εναγόμενος Ιωάννης Βλαχαντώνης και νόμιμη εκπρόσωπος αυτής η εναγομένη Ευτυχία Αρχάκη, δ) στο υπό βελγική σημαία σκάφος αναψυχής "...",... που ανήκει στην πλοιοκτησία της τέταρτης εναγόμενης εταιρείας (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας), πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της οποίας είναι ο δέκατος έβδομος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), ε) στο υπό ελληνική σημαία σκάφος αναψυχής "OΜER Β",...

που ανήκει στην πλοιοκτησία της (πέμπτης) εναγόμενης εταιρείας "ΑΘΗΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ, μοναδική διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος της οποίας είναι η (δέκατη όγδοη) εναγομένη Θάλεια Βρυώνη, στ) στο υπό ελληνική σημαία επαγγελματικό σκάφος αναψυχής "...",... που ανήκει στην πλοιοκτησία της (έκτης) εναγόμενης εταιρείας "ΜΑΡΜΟΡΑ Ν.Ε.Π.Α.", πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο (δέκατος ένατος) εναγόμενος Δημήτριος Πολίτης και ζ) στο υπό ελληνική σημαία επαγγελματικό σκάφος αναψυχής "...",...

που ανήκει στην πλοιοκτησία της εναγόμενης (έβδομης) εταιρείας "ANGEL ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ A.E.", πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της οποίας είναι ο (εικοστός) εναγόμενος Παναγιώτης Σταμόγιαννος, τα οποία ήταν πρυμνοδετημένα στις θέσεις B-16, Β-15, Β-12, B-9, Β-17, Β-10/11 και B-13/14, αντίστοιχα.

Η πυρκαγιά έγινε αντιληπτή περί ώρα 03.33 από δύο εν υπηρεσία υπαλλήλους της εταιρίας φύλαξης της μαρίνας, οι οποίοι μετέβησαν στο σημείο του συμβάντος και διαπίστωσαν ότι το πρυμνοδετημένο στη θέση B-13/14 σκάφος (θαλαμηγός) "..." εφλέγη ολοσχερώς και τα άλλα δύο δεξιά και αριστερά του ευρισκόμενα στις θέσεις Β-15 και B-12 σκάφη "ΜISTY" και "...", αντίστοιχα, εφλέγοντο το καθένα στην πλευρά που γειτνίαζε με αυτό.

Οι ως άνω υπάλληλοι ειδοποίησαν αμέσως το Λιμενικό Φυλάκιο της μαρίνας Αλίμου, οπότε ο Λιμενικός φυλακής μετέβη μαζί με αυτούς στην προβλήτα B της μαρίνας περί ώρα 03:35, όπου διαπίστωσαν ότι, εκτός από την πυρκαγιά στο πλοίο "..." και την μεταδοθείσα στα παραπλεύρως αυτού ευρισκόμενα πλοία, αυτή είχε εξαπλωθεί σε μεγάλη έκταση.

Όταν κατέφθασε η Πυροσβεστική Υπηρεσία, που ειδοποιήθηκε αμέσως από τη Λιμενική Αρχή, άρχισε το έργο της κατάσβεσης της πυρκαγιάς περί ώρα 03:45, ήτοι περίπου 15 λεπτά μετά αφότου έγινε αντιληπτή αυτή, η οποία, όμως, είχε αρχίσει να επεκτείνεται και στα άλλα τέσσερα παρακείμενα σκάφη "OLMA", "... B", "..." και "...", και εν τέλει επετεύχθη η πλήρης κατάσβεση αυτής την 12.40 της ιδίας ημέρας.

Από την εν λόγω πυρκαγιά προκλήθηκαν μικρής έκτασης ζημιές και στα άλλα δύο σκάφη "AMALI" και "EGO",..., τα οποία ευρίσκοντο πρυμνοδετημένα τρίτα στη σειρά αριστερά και δεξιά του πλοίου "...". Πέραν των άνω ζημιών, εξαιτίας της έκτασης της πυρκαγιάς και της διαρροής καυσίμων, προκλήθηκε και θαλάσσια ρύπανση που είχε επεκταθεί στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή των λιμενικών εγκαταστάσεων της μαρίνας Αλίμου, όπου διαπιστώθηκαν, σε διάσπαρτα σημεία, σε έκταση περίπου 24.000 τετραγωνικών μέτρων, υψηλές συγκεντρώσεις καταλοίπων πετρελαίου και αιθάλης, καθώς και στερεών επιπλεόντων υλικών, προϊόντων της καύσης των σκαφών.

Για την αντιμετώπιση της ρύπανσης, η εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" (ΕΤΑΔ ΑΕ), η οποία, δυνάμει νόμου, έχει τη διαχείριση και εκμετάλλευση της μαρίνας, ανέθεσε αυθημερόν στην ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), η οποία έχει ως αντικείμενο εργασιών την παροχή υπηρεσιών προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος με τη λήψη προληπτικών και κατασταλτικών αντιρρυπαντικών και απορρυπαντικών μέτρων από πετρελαιοειδή, σύμφωνα με τους ελληνικούς και διεθνείς κανονισμούς, και αυτή αποδέχθηκε την διενέργεια εργασιών για την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος, τον περιορισμό και την αντιμετώπιση της προκληθείσας ρύπανσης,...

Σε εκτέλεση του αναληφθέντος έργου η ενάγουσα απέστειλε την 07.18 της ίδιας ημέρας στη μαρίνα Αλίμου ειδικά αντιρρυπαντικά σκάφη (skimmer vessels) τύπου "ΑΚΤΑΙΑ" περισυλλογής πετρελαιοειδών και απορριμμάτων, ταχύπλοο σκάφος τοποθέτησης φραγμάτων, λέμβο εργασίας με αντλία νερού υψηλής πίεσης, ειδικά βυτιοφόρα και γερανοφόρα οχήματα, πλωτά φράγματα, αντλίες και λοιπό εξοπλισμό, καθώς και το αναγκαίο προσωπικό για την ταχύτερη αντιμετώπιση της ρύπανσης, άρχισε δε να παρέχει αμέσως τις υπηρεσίες της υπό τη διαρκή εποπτεία, τον έλεγχο και τις οδηγίες της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής μέχρι την 14-2-2012, οπότε και περατώθηκαν επιτυχώς οι εργασίες αντιρρύπανσης, υποβάλλοντας συγχρόνως καθημερινά αναφορές στην άνω διαχειρίστρια εταιρία της μαρίνας Αλίμου με την επωνυμία "ΕΤ.Α.Δ.

A.E.". Για τις δαπάνες (έξοδα και αμοιβή) της ενάγουσας για όλες τις ανωτέρω εργασίες απορρύπανσης, που έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 27 Ιανουαρίου έως και 14 Φεβρουαρίου 2012, ύψους 862.350,00 ευρώ, η ως άνω διαχειρίστρια της μαρίνας Αλίμου εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να της καταβάλει ποσό 218.000,00 ευρώ, με τη ρητή συμφωνία ότι τούτο αποτελεί μερική κάλυψη των δαπανών απορρύπανσης εκ μέρους της (ΕΤΑΔ ΑΕ), λόγω της υποχρέωσης άμεσης λήψης μέτρων, αλλά δεν καλύπτει το συνολικό κόστος των δαπανών απορρύπανσης και, συνεπώς, δεν περιορίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα της ενάγουσας να ζητήσει ολόκληρη την κατά νόμο αμοιβή της από οποιονδήποτε άλλο υπεύθυνο.

Αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της υποκειμενικής ευθύνης (υπαιτιότητας), ως αναγκαίου στοιχείου για τη θεμελίωση την ένδικης αξίωσης της ενάγουσας αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Την 28.1.2012 διενεργήθηκε από κλιμάκιο ανδρών της Μονάδας Υποβρυχίων Αποστολών του Λιμενικού Σώματος υποβρύχια επιθεώρηση κατά την οποία δεν διαπιστώθηκαν εκρηκτικοί μηχανισμοί ούτε εντοπίστηκαν ίχνη εμπρησμού.

Τα ανωτέρω διαλαμβάνονται στην με αριθμό 109/2012 έκθεση του Α' Ανακριτικού Συμβουλίου Ναυτικών Ατυχημάτων, το οποίο προβλέπεται από το Ν.Δ. 712/1970 και στο απόσπασμα του ημερολογίου συμβάντων του ΓΕ Λιμενικού Τμήματος Φλοίσβου. Περαιτέρω, στα πλαίσια της προανάκρισης, που διενεργήθηκε το ως άνω Ανακριτικό Συμβούλιο Ναυτικών Ατυχημάτων (Α.Σ.Ν.Α.), οι εξετασθέντες μάρτυρες κατέθεσαν τα εξής:

Ο μάρτυρας..., που απασχολείται ως νυχτοφύλακας στο κέντρο διασκεδάσεως... που βρίσκεται στη μαρίνα Αλίμου πλησίον του προβλήτα Β', ... περί ώρα 3.20 της 27.1.2012, ... βγήκε έξω από το μαγαζί, οπότε είδε φωτιά σε ένα σκάφος και, νομίζοντας ότι κάποιος είχε βάλει φωτιά για να ψήσει, επέστρεψε στο κατάστημα, πλην όμως άκουσε αμέσως μεγάλη έκρηξη και είδε ότι δύο σκάφη είχαν πάρει φωτιά και συγκεκριμένα αυτό που ήταν δεξιά του, όπως κοιτούσε τη θάλασσα, είχε πάρει φωτιά στο μισό πίσω αριστερό μέρος του και ήταν αυτό στο οποίο έγινε η έκρηξη (εννοεί το "..."), το δε σκάφος που ήταν αριστερά του, είχε πάρει φωτιά σε όλο το πίσω μέρος του.

Ο μάρτυρας..., που βρισκόταν ως φύλακας στο σκάφος "CARPEDIEM", που ήταν πρυμνοδετημένο στη Θέση B-23/24 διαπίστωσε στις 5.30 της 27.1.2012 ότι τα τρία πλοία εξακολουθούσαν να καίγονται, ενώ τα τέσσερα εκατέρωθεν αυτών είχαν βυθιστεί. Οι μάρτυρες... οι οποίοι ήταν υπάλληλοι της διαχειρίστριας "ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.", ήσαν νυχτερινό προσωπικό ασφαλείας και βρίσκονταν στα Γραφεία της μαρίνας, αντελήφθησαν τις φλόγες περί ώρα 3.30 και μόλις έφθασαν στην προβλήτα Β, την 03.33 ώρα, είδαν το σκάφος να έχει τυλιχθεί ολοσχερώς στις φλόγες και να έχουν πάρει φωτιά και τα δύο παραπλεύρως αυτού ελλιμενισμένα πλοία.

Βεβαιώνεται έτσι χωρίς αμφιβολία, από όλους τους ανωτέρω μάρτυρες, ότι η πυρκαγιά εκδηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τη σειρά που είχαν ελλιμενισθεί τα σκάφη, στο σκάφος "..." και στη συνέχεια μεταδόθηκε από αυτό στα άλλα δύο πλοία και ακολούθως και στα υπόλοιπα και ότι οι εκρήξεις, που άκουσαν αυτοί, ακολούθησαν την εκδήλωση της πυρκαγιάς στο πλοίο "...".

Το Α.Σ.Ν.Α.,... κατέληξε στο συμπέρασμα, με την ως άνω έκθεσή του, ότι η καταστροφή των πλοίων "...", ...", "...", ... Β" και "...", συνεπεία της πυρκαγιάς, αποτελεί ναυτικό ατύχημα κατά την έννοια του άρθ. 1 παρ. (α) του Ν.Δ. 712/70 "περί διοικητικού ελέγχου του ναυτικού ατυχήματος", το οποίο οφείλεται σε εμπρησμό των τριών πρώτων εξ αυτών (πλοίων) από άγνωστο δράστη δι' εμποτισμού αυτών με εύφλεκτη ουσία και αναφλέξεώς της και στην εν συνεχεία μετάδοση της πυρκαγιάς στα υπόλοιπα πλοία...,.

Ωστόσο, από την... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του νομίμως διορισθέντος στα πλαίσια της διενεργηθείσας για το επίδικο ατύχημα προανάκρισης, πραγματογνώμονα..., ναυπηγού - μηχανολόγου μηχανικού, προκύπτει σαφώς ότι o άνω πραγματογνώμονας δεν καταλήγει με βεβαιότητα στο ανωτέρω συμπέρασμα της έκθεσης του ΑΣΝΑ, αλλά αναφέρει μόνο ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η περίπτωση αυτή για το λόγο ότι δεν ήταν δυνατόν να γίνει έρευνα για υπολείμματα τέτοιου υγρού σε διάφορα υπολείμματα των σκαφών, διότι αυτά βρίσκονταν σε περιοχή που ήταν γεμάτη πετρελαιοειδή και τα σκάφη "..." και "..." είχαν βυθιστεί, ενώ για το σκάφος "..." ουδέν αναφέρεται.

Ειδικότερα, στα συμπεράσματα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, αυτολεξεί και τα εξής : "9.1. Η αρχική εστία της πυρκαγιάς εντοπίζεται στα σκάφη "...", "...", "..." Στα υπόλοιπα σκάφη, ήτοι "..." και "...", "..." και "... Β" η πυρκαγιά μεταδόθηκε μετά την εξέλιξή της στα τρία ανωτέρω σκάφη. Το πλέον πιθανό..., είναι ότι η έναρξη της πυρκαγιάς ήταν στο σκάφος "..." και μετά την πλήρη εξέλιξή της σε αυτό μεταδόθηκε στα υπόλοιπα δύο σκάφη, "..." και '..." και στη συνέχεια και στα υπόλοιπα τέσσερα σκάφη.... 9.2.

Τα σκάφη "...", "... και "..." είχαν καταστραφεί έντονα και ολοσχερώς (το "..." - ξύλινο σκάφος είχε σπάσει κατά την ανέλκυσή τους). Στα υπολείμματα του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού τους και των διαφόρων ηλεκτρικών - ηλεκτρονικών συσκευών τους, δεν διαπιστώθηκαν ίχνη βραχυκλωμάτων, βλάβες μηχανημάτων ή άλλα τεχνικά προβλήματα που να εξηγούν την έναρξη της πυρκαγιάς.

Βέβαια, μεγάλο τμήμα του ηλεκτρομηχανολογικού τους εξοπλισμού δεν μπορούσε να επιθεωρηθεί ή να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. 9.3. Στα σκάφη ...", "..." και "...", επίσης δεν διαπιστώθηκαν τεχνικά προβλήματα που να εξηγούν την έναρξη και εξέλιξη της πυρκαγιάς. Άλλωστε, στα σκάφη αυτά η πυρκαγιά μεταδόθηκε αργότερα από τα πρώτα τρία σκάφη. 9.4.

Στα κιβώτια παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στα διάφορα πλοία που βρίσκονταν στον προβλήτα Β, δεν διαπιστώθηκαν τεχνικά προβλήματα που να εξηγούν την εκδήλωση της πυρκαγιάς. 9.5. Η έναρξη της πυρκαγιάς δεν μπορεί να αποδοθεί σε εκρηκτικούς ή εμπρηστικούς μηχανισμούς, διότι κάτι τέτοιο δεν διαπιστώθηκε. 9.6.

Η περίπτωση η έναρξη της πυρκαγιάς να οφείλονταν σε υπολείμματα αναμμένου τσιγάρου ή άλλης θερμής εστίας στους εσωτερικούς χώρους του σκάφους "...", να εξελιχθεί αργά η πυρκαγιά, να απελευθερωθεί βίαια στους εξωτερικούς του χώρους μεγάλη ποσότητα πυροθερμικού φορτίου από σπάσιμο τζαμιών ή άνοιγμα μετά από καύση του ενισχυμένου πλαστικού και να μεταδοθεί η πυρκαγιά στα γειτονικά του ελλιμενισμένα σκάφη, θα μπορούσε να είναι δυνατή περίπτωση.

Όμως σύμφωνα με τις ένορκες καταθέσεις δεν υπήρχε πλήρωμα ούτε επισκέφθηκε το σκάφος κανείς για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν την εκδήλωση της πυρκαγιάς......, 9.7. Τα αίτια πρόκλησης και μετάδοσης της πυρκαγιάς στα ανωτέρω σκάφη δεν ήταν δυνατόν να διαπιστωθούν.... Πιθανές περιπτώσεις είναι οι εξής: α) Την χρονική στιγμή εκδήλωσης της πυρκαγιάς και οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν ήταν καλές έως μέτριες.

Παρ' όλα αυτά η εξέλιξη της πυρκαγιάς στα τρία (3) σκάφη ήταν ταχύτατη, καθώς επίσης και η εξάπλωσή της στη συνέχεια και στα υπόλοιπα τέσσερα (4) σκάφη. Αυτό εξηγείται μόνο με την βίαιη απελευθέρωση από το σκάφος "..." μεγάλης ποσότητας πυροθερμικού φορτίου. Αυτό θα απορούσε να συμβεί μόνον εάν η πυρκαγιά ήταν σε εξέλιξη στο εσωτερικό του για μεγάλο χρονικό διάστημα (τουλάχιστον 1-2 ώρες) και ξαφνικά σπάζοντας παράθυρα ή από ανοίγματα που [ή] δημιουργήθηκαν μετά από την καύση τον ενισχυμένου πλαστικού, έλαβε χώρα βίαιη απελευθέρωση μεγάλης ποσότητας πυροθερμικού φορτίου και ταχεία εξάπλωση της πυρκαγιάς στα γειτονικά του σκάφη, που απείχαν μεταξύ τους ελάχιστη απόσταση.

β) βέβαια κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει την περίπτωση....να οφειλόταν σε εμποτισμό των (άνω τριών) σκαφών με ποσότητες εύφλεκτου υγρού......". Από τα ανωτέρω, αποδείχθηκε πλήρως ότι η πυρκαγιά προήλθε από το σκάφος "...". Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνάγεται αδιαμφισβήτητα ότι το σκάφος "..." είναι το ζημιογόνο πλοίο, διότι η πυρκαγιά εκδηλώθηκε σε αυτό το πρώτον και όχι ταυτόχρονα και στα τρία σκάφη (..., ...

και ..., κατά σειρά), αλλά μεταδόθηκε στη συνέχεια στα δύο διπλανά "... και "...". Επιπροσθέτως, δεν διαπιστώθηκε ούτε κάποιος εκρηκτικός ή εμπρηστικός μηχανισμός,... ούτε βίαιη μετατόπιση στοιχείων ή αντικειμένων στα σκάφη, οι δε εκρήξεις που έλαβαν χώρα μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς, οφείλονταν σε φιάλες αερίου, διαφόρων μεγεθών, που υπήρχαν στα πλοία για διάφορους λόγους...

Κατά συνέπεια η μόνη εκδοχή που ευσταθεί, με βάση όσα προεκτίθενται, είναι η βίαιη απελευθέρωση από το σκάφος "..." μεγάλης ποσότητας πυροθερμικού φορτίου μετά από καύση κάποιου υλικού (πλαστικού) στο εσωτερικό του πλοίου.... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εν λόγω σκάφος είχε επισκεφθεί ο εναγόμενος... νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης πλοιοκτήτριας εταιρίας "ANGEL Α.Ε.", κατά τις απογευματινές ώρες (περίπου 17.00) της 26.1.2012,...

χωρίς να αναφέρει περαιτέρω το χρόνο αναχώρησής του από αυτό. Μολονότι ο ανωτέρω είναι καπνιστής, δεν μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν αμέλεια για την επέλευση της ζημίας, καθόσον δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ούτε ο χρόνος που παρέμεινε αυτός στο σκάφος ούτε ότι παρέλειψε να σβήσει επιμελώς κάποιο τσιγάρο, γεγονός, βέβαια, που αν συνέβαινε θα οδηγούσε ασφαλώς με βεβαιότητα στην τελευταία εκδοχή του πραγματογνώμονα, σύμφωνα με την οποία, δικαιολογείται η απελευθέρωση μεγάλης ποσότητας πυροθερμικού φορτίου, εφόσον η πυρκαγιά βρισκόταν σε εξέλιξη στο εσωτερικό του σκάφους τουλάχιστον επί 1-2 ώρες πριν την εκδήλωσή της.

Ο ισχυρισμός, συνεπώς, αυτός προβάλλεται αυθαίρετα από την ενάγουσα και δεν κρίνεται βάσιμος. Τέλος, σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων... (ΦΕΚ Β' 1323/16.09.2003), η "ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.", ως φορέας διαχείρισης της μαρίνας Αλίμου, οφείλει αφενός να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα φύλαξης και προστασίας των σκαφών και να διαθέτει πλήρες και εφαρμόσιμο σχέδιο λήψης μέτρων για την πρόληψη και προστασία των εγκαταστάσεων του τουριστικού λιμένα, των ατόμων, των σκαφών και των οχημάτων που βρίσκονται στη ζώνη αυτού, από έκτακτα περιστατικά όπως έκρηξη, πυρκαγιά, ακραία καιρικά φαινόμενα κλπ (άρθρο 3.1 του εν λόγω Κανονισμού), αφετέρου να λαμβάνει όλα τα προληπτικά και κατασταλτικά και μέσα πυροπροστασίας που προβλέπονται στην υπ' αριθ. 10/2002 Πυροσβεστική Διάταξη, όπως εκάστοτε ισχύει, καθώς και στις κείμενες διατάξεις, για την πρόληψη και αποτροπή πυρκαγιών και ατυχημάτων, καθώς και τη διάσωση ατόμων και υλικών αγαθών που βρίσκονται και διακινούνται στη χερσαία και θαλάσσια ζώνη τους (άρθρο 3.2 του Ιδίου ως άνω Κανονισμού). ...Αποδείχθηκε ότι κατά τον επίμαχο χρόνο, η εν λόγω διαχειρίστρια είχε λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα για τη φύλαξη των ελλιμενιζόμενων σκαφών στη μαρίνα Αλίμου και, ειδικότερα, είχε αναθέσει με σύμβαση σε ιδιωτική εταιρία φύλαξης την επιτήρηση της χερσαίας ζώνης της μαρίνας και επί πλέον φυλασσόταν αυτή από προσωπικό της ιδίας και άρα ο χώρος ελεγχόταν από τους ανωτέρω, ως προς την πρόσβαση των διερχομένων στους προβλήτες και στους χώρους ευθύνης της.

Επομένως, κρίνονται απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εναγομένων ότι η επέκταση της πυρκαγιάς και της εξ αυτής ρύπανσης οφείλεται σε υπαιτιότητα της διαχειρίστριας της μαρίνας, καθώς και ο περί συντρέχοντος πταίσματος (της ΕΤ.Α.Δ. ΑΕ) ισχυρισμός, που εν προκειμένω συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, αφού το επικαλούμενο πταίσμα δεν αφορά στην ενάγουσα.

Περαιτέρω, σχετικά με την υποχρέωση τοποθέτησης φυλάκων και λήψεως μέτρων πυρασφαλείας για τα ελλιμενιζόμενα σε τουριστικούς λιμένες σκάφη εκ μέρους των πλοιοκτητριών τους, αυτή επιβάλλεται από το γενικό καθήκον πρόνοιας, επιμέλειας και του να μην ζημιώνει άλλον, που απορρέει από την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και τούτο, διότι πρόκειται για σκάφη αναψυχής, τουριστικά ή και επαγγελματικά με δικαίωμα εκναύλωσης και πρόσληψης πληρώματος (άρθρο 5 του ν. 2743/1999, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση με το ν. 4256/2014).

Συγκεκριμένα, τα μέτρα φύλαξης και προστασίας, που ορίζονται από τον ανωτέρω Κανονισμό, δεν αποσκοπούν στη διατήρηση της καλής και ασφαλούς κατάστασης κάθε σκάφους αναψυχής, στο βαθμό, που κάτι τέτοιο δεν αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης ελλιμενισμού μεταξύ της διαχειρίστριας της μαρίνας, εν προκειμένω της "ΕΤ.Α.Δ.

A.E.", και του πλοιοκτήτη κάθε σκάφους, και δεν κατατείνουν στη δημιουργία απεριόριστης ευθύνης της διαχειρίστριας σε περίπτωση που επισυμβεί στο σκάφος κάποιο ζημιογόνος γεγονός, το οποίο εκφεύγει από τη σφαίρα προστασίας και ελέγχου της και το οποίο αποτελεί, ενδεχομένως, αντικείμενο άλλων συμβάσεων, όπως παρακαταθήκης κλπ.

Επομένως, έστω και αν δεν ορίζεται με ειδική διάταξη, για τα σκάφη αναψυχής νομική υποχρέωση φύλαξης αυτών, όπως συμβαίνει με τα πλοία για τα οποία ορίζεται από το νόμο υποχρέωση πραγματοποίησης φυλακών όλο το 24ωρο, η φύλαξη αυτού με φύλακα επιβάλλεται από το ως άνω γενικό καθήκον, δεδομένου ότι και τα εν λόγω σκάφη αποτελούν "πηγή κινδύνων" και, επομένως, η διατήρηση της καλής κατάστασης και της ασφάλειας αυτών, ως περιουσιακών στοιχείων, τα οποία τελούν υπό την εκμετάλλευση των πλοιοκτητών, εντάσσεται ως υποχρέωση στη σφαίρα ευθύνης των τελευταίων.

Έτσι, αν για τα επίδικα σκάφη είχαν μεριμνήσει οι εναγόμενες πλοιοκτήτριες και είχαν λάβει μέτρα φύλαξης..., θα είχε αποτραπεί η ρύπανση του θαλάσσιου χώρου, αφού η εστία της πυρκαγιάς θα είχε γίνει αμέσως αντιληπτή και δεν θα είχε εξαπλωθεί,... και συγκεκριμένα,... αν υπήρχε μόνιμος φύλακας στο μεν σκάφος "..." θα είχε αντιληφθεί την εστία και θα είχε θέσει σε λειτουργία τα μέσα πυρόσβεσης, στα δε λοιπά σκάφη είτε θα είχαν μεριμνήσει για άμεση πυρόσβεση ή θα τα είχαν απομακρύνει, με συνδυασμένες ενέργειες, προκειμένου να αποφευγόταν ο κίνδυνος μετάδοσης αυτής...,.

Να σημειωθεί ότι, βάσει των όρων λειτουργίας της μαρίνας στην συγκεκριμένη προβλήτα, επιτρεπόταν η πρυμνοδέτηση 24 σκαφών, όσα δηλαδή ήσαν πρυμνοδετημένα κατά το χρόνο του συμβάντος και άρα δεν ήταν δυσχερής η απομάκρυνση αυτών. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ακόμη και αν υπήρχε μόνιμος φύλακας στα σκάφη δεν θα αποτρεπόταν η ζημία δεν είναι βάσιμος κατ'ουσίαν κατόπιν των άνω πλήρως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών.

Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η υπαίτια παράλειψη φύλαξης των επίδικων σκαφών εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων των εναγόμενων πλοιοκτητριών εταιρειών (άρθρο 330 ΑΚ) οδήγησε αιτιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα κρίνεται βάσιμος κατ' ουσίαν. Το ότι δεν αποδόθηκε ποινική ευθύνη για την προκληθείσα ρύπανση στους νομίμους εκπροσώπους των εναγόμενων πλοιοκτητριών εταιρειών και η σχετική δικογραφία που σχηματίστηκε στο πλαίσιο της διενέργειας προανάκρισης, τέθηκε στο αρχείο δεν ασκεί επιρροή, καθόσον είναι διαφορετικό το υπό έρευνα ζήτημα της πταισματικής ευθύνης των εναγομένων. ...

Η ενάγουσα, ως ιδιωτική επιχείρηση, που διέθεσε τα αναγκαία μέσα και παρείχε τις προαναφερθείσες υπηρεσίες για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του εν λόγω περιστατικού θαλάσσιας ρύπανσης, δικαιούται... την αντίστοιχη αμοιβή της και τις δαπάνες απορρύπανσης από τις ως άνω εναγόμενες, πλοιοκτήτριες εταιρίες των επτά σκαφών, λόγω της κοινής συμμετοχικής ευθύνης αυτών, απορρέουσα από την ως άνω υπαίτια παράλειψη αυτών, που συνδέεται με επελθούσα συνολική ζημία, Επίσης, αντικειμενικώς υπόχρεοι, εις ολόκληρον, για την καταβολή της ως άνω αμοιβής και των δαπανών είναι και οι εναγόμενοι διαχειριστές των πλοιοκτητριών εταιριών των εν λόγω σκαφών, ενόψει του ότι..., αυτοί ασκούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο όλες τις πράξεις που αφορούν την εμπορική και τεχνική διαχείριση των σκαφών αυτών, για λογαριασμό των πλοιοκτητριών,...

Επομένως, οι ανωτέρω νομιμοποιούνται παθητικώς εις ολόκληρον όσον αφορά στις αγωγικές αξιώσεις...". Στη συνέχεια, το Εφετείο παραθέτει αναλυτικούς πίνακες με τα έξοδα και τις αμοιβές της ενάγουσας και αφού κρίνει ότι η συνολική δαπάνη της ανήλθε στο ποσό των 862.350 ευρώ, συνεχίζει: "Από το άνω συνολικό ποσό η ενάγουσα έλαβε την 27.3.2012 από την "ΕΤ.Α.Δ.

ΑΕ" το καθαρό ποσό των 212.000 € πλέον τον ΦΠΑ, εκδοθέντος του σχετικού τιμολογίου, το δε υπόλοιπο από 650.350 € δικαιούται να αξιώσει.. από τους εναγόμενους. Κατά των ανωτέρω κονδυλίων, δεν ανταποδεικνύεται κάτι διαφορετικό, ενώ εξάλλου αυτά έχουν υπολογιστεί με βάση τον ισχύοντα τιμοκατάλογο, που έχει καταρτισθεί με βάση τις συνήθεις στην ναυτιλιακή αγορά τιμές".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, μεταξύ άλλων, και ως προς τους αναιρεσείοντες και εξαφάνισε ως προς αυτούς την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει τα αντίθετα, δέχθηκε στη συνέχεια την αγωγή κατά την επικουρική της βάση και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη, εις ολόκληρον (και με άλλους εναγομένους) το ποσό των 644.350 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το παραπάνω κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας και ειδικότερα της αμέλειας "των αρμοδίων οργάνων των εναγομένων πλοιοκτητριών εταιρειών", άρα και του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας, δεχόμενο ότι τα σκάφη αναψυχής αποτελούν "πηγή κινδύνων" και ότι ενόψει αυτού, έστω και αν δεν ορίζεται με ειδική διάταξη νομική υποχρέωση φύλαξης αυτών, παρ' όλα αυτά η φύλαξή τους με φύλακα επιβάλλεται από το γενικό καθήκον πρόνοιας και επιμέλειας και του να μην ζημιώνει κανείς άλλον που απορρέει από την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές συνθήκες, ακολούθως δε, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και δέχθηκε την αγωγή ως προς τους αναιρεσείοντες, παραβίασε ευθέως τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 ΑΚ, 11 και 12 παρ. 1 (α) του ν. 743/1977, όπως η έννοια αυτών, αναλύθηκε στις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 4, 2 παρ. 2 και 3, 3 και 6 του Γενικού Κανονισμού Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων και 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 9 της υπ' αριθμ. 10/2002 Πυροσβεστικής Διάταξης, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που ο σχετικός κανόνας απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, καθόσον τα ανελέγκτως επί της ουσίας δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της αμέλειας στο πρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, μόνη η παραμονή στον τουριστικό λιμένα του ένδικου σκάφους αναψυχής, στο οποίο επεκτάθηκε η πυρκαγιά που προκλήθηκε σε άλλο ελλιμενισμένο πλοίο, χωρίς δηλαδή την παρεμβολή έκτακτου και ασυνήθιστου αντικειμενικώς περιστατικού, δεν δημιουργεί επικίνδυνη κατάσταση πρόκλησης ρύπανσης, ώστε να γεννάται υποχρέωση των αναιρεσειόντων να προβούν, ως ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο αποτροπής της, στην τοποθέτηση επί του εν λόγω σκάφους φύλακα, αφού τέτοια υποχρέωση δεν επιβάλλεται από διάταξη νόμου, ούτε όμως από την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και από το γενικό καθήκον επιμέλειας υπαγορεύεται ως συνήθης ή ευλόγως αναμενόμενη συμπεριφορά.

Επομένως, ο τρίτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως, ορθώς συμπληρούμενος κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ από το Δικαστήριο ως προς τις παραβιασθείσες διατάξεις, αφού το Εφετείο κατά τη θεμελίωση της επικουρικής βάσης της αγωγής δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, παραβίαση της οποίας επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, αλλά αυτές των άρθρων 11 και 12 παρ. 1 του ν. 743/1977, είναι βάσιμος.

Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 12 του ν. 743/1977, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα νομιμοποιείται να ασκήσει την υπό κρίση αγωγή.

Όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, τ' ακόλουθα, αναφορικά με την νομιμοποίηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσιβλήτης να ασκήσει την ένδικη αγωγή: "Εξαιτίας της έκτασης της πυρκαγιάς και της διαρροής καυσίμων, προκλήθηκε και θαλάσσια ρύπανση.....

Για την αντιμετώπιση της ρύπανσης, η εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" (ΕΤΑΔ ΑΕ), η οποία, δυνάμει νόμου, έχει τη διαχείριση και εκμετάλλευση της μαρίνας, ανέθεσε αυθημερόν στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), η οποία έχει ως αντικείμενο εργασιών την παροχή υπηρεσιών προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος με τη λήψη προληπτικών και κατασταλτικών αντιρρυπαντικών και απορρυπαντικών μέτρων από πετρελαιοειδή, σύμφωνα με τους ελληνικούς και διεθνείς κανονισμούς, και αυτή αποδέχθηκε την διενέργεια εργασιών για την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος, τον περιορισμό και την αντιμετώπιση της προκληθείσας ρύπανσης,....

Σε εκτέλεση του αναληφθέντος έργου η ενάγουσα απέστειλε την 07.18 της ίδιας ημέρας στη μαρίνα Αλίμου ειδικά αντιρρυπαντικά σκάφη.... καθώς και το αναγκαίο προσωπικό για την ταχύτερη αντιμετώπιση της ρύπανσης, άρχισε δε να παρέχει αμέσως τις υπηρεσίες της υπό τη διαρκή εποπτεία, τον έλεγχο και τις οδηγίες της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής μέχρι την 14-2-2012, οπότε και περατώθηκαν επιτυχώς οι εργασίες αντιρρύπανσης...,"." και ότι για το λόγο αυτό "Η ενάγουσα, ως ιδιωτική επιχείρηση, που διέθεσε τα αναγκαία μέσα και παρείχε τις προαναφερθείσες υπηρεσίες για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του εν λόγω περιστατικού θαλάσσιας ρύπανσης, δικαιούται...

την αντίστοιχη αμοιβή της και τις δαπάνες απορρύπανσης". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της ένδικης αγωγής, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της πριαναφερόμενης διάταξης ουσιαστικού δικαίου προαναφερομένων που εφαρμόστηκε και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδονται, αντίστοιχα, οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου τρίτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων (δευτέρου και τετάρτου από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη επί της από 20-7-2018 αίτησης 1) της Εταιρείας με την επωνυμία "FOKION MARITIME LTD" και 2) του Μ. Έ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 716/2017 τελεσίδικης απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικού Τμήματος) ως προς τους δεύτερη έως και δέκατο έβδομο των αναιρεσιβλήτων.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα των εβδόμης, δεκάτης και δεκάτου εβδόμου από τους αναιρεσιβλήτους, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τους εβδόμη και δέκατο έβδομο αναιρεσιβλήτους και στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τη δεκάτη αναιρεσίβλητη.

Αναιρεί την 716/2017 απόφαση του Tριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικού Τμήματος) ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς παραβόλου. Και Επιβάλλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην ... στις 13 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην ... σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) Σελίδα 2 της 657/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου