Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding scope of counter-appeal and evidence re-evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court incorrectly re-evaluated evidence regarding bank safe deposit boxes, claiming this should have been a mandatory prerequisite for the appeal. The court rejected this, stating the appeal and counter-appeal concerned distinct issues within the judgment, meaning the appellant's arguments fell outside the transferred scope of the appeal. Consequently, the appeal was rejected, the appellant's security deposit was forfeited, and they were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 523(1) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it concerns issues not transferred by the appeal or not necessarily connected to the appealed matters, and the court must reject such arguments as unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 657 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 657/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο. Της αναιρεσίβλητης: Β. Α. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Λάμπρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό της ανήλικης κόρης της Α. Δ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4570/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 910/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-6-2015 αίτησή του και τους από 11-12-2017 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου ανέγνωσε την από 4-1-2018 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αίτηση αναιρέσεως, και το από 11 Δεκεμβρίου 2017 δικόγραφο του πρόσθετου λόγου αυτής ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτά και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 σε συνδυασμό με άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχτηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση.
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η αντέφεση, όταν δεν ισχύει ως αυτοτελής έφεση, πρέπει να αναφέρεται στα κεφάλαια της αποφάσεως που προσβάλλονται με την έφεση ή σε εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Επομένως οι λόγοι της αντέφεσης πρέπει να βρίσκονται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια, ενώ πέραν των εκκληθέντων και των συνεχόμενων με αυτά τα λοιπά κεφάλαια προσβάλλονται μόνον αν η αντέφεση ισχύει ως αυτοτελής έφεση.
Κεφάλαια είναι οι οριστικές διατάξεις της αποφάσεως που αποφαίνονται επί των αυτοτελών αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας, ενώ "αναγκαίως συνεχόμενα" είναι εκείνα που έχουν τέτοια συνάφεια με τα εκκληθέντα, είτε γιατί αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαιτήσεως, είτε αποτελούν προκριματικό ζήτημα για την παραδοχή τους, είτε γιατί πηγάζουν από την ίδια ιστορική και νομική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, ώστε τυχόν διάφορη επί των συγκεκριμένων κεφαλαίων κρίση του εφετείου από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 729/2013, 1094/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τη αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "... Ο εφεσίβλητος (και ήδη αναιρεσείων) με την από 20 Νοεμβρίου 2013 ... αντέφεσή του, που άσκησε μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης ... ζητεί να απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της, δηλαδή και ως προς τα ...
κεφάλαια που έγιναν δεκτά με την εκκαλουμένη. Η αντέφεση αυτή ... πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι πλήττει κεφάλαια της εκκαλούμενης απόφασης που δεν εκκαλούνται με την έφεση (άλλωστε η ενάγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να την εκκαλέσει γι' αυτά), ούτε συνέχονται με τα προσβαλλόμενα από την ενάγουσα κεφάλαια της εκκαλουμένης, τα οποία έχουν διαφορετική από εκείνα (τα πληττόμενα με την αντέφεση) ιστορική και νομική αιτία.
Περαιτέρω, τα εκκληθέντα κεφάλαια της εκκαλούμενης δεν αποτελούν προκριματικό ζήτημα για την παραδοχή των κεφαλαίων της αντέφεσης, ώστε τυχόν διάφορη επί των συγκεκριμένων κεφαλαίων κρίση του εφετείου από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων.
Η αντέφεση αυτή, εξάλλου, δεν μπορεί να ισχύσει ως αυτοτελής έφεση, αφού δεν ασκήθηκε ... ενόσω διαρκούσε η προθεσμία της έφεσης, ούτε κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου". Έτσι που έκρινε το Εφετείο όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το μοναδικό από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και τον πρόσθετο λόγο είναι αβάσιμα.
Ειδικότερα, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι ο λόγος εφέσεως της αναιρεσίβλητης για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έπληττε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για την ίδια πλημμέλεια που επικαλείται και αυτός στην αντέφεση του, και επομένως ήχθη ενώπιον του Εφετείου η επαναξιολόγηση των αποδείξεων στο σύνολό τους, είναι αβάσιμη, εφόσον η έφεση και η αντέφεση αφορούσαν σε διαφορετικά κεφάλαια της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έστω και αν οι διάδικοι επικαλούνταν σφάλμα του αυτού είδους.
Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τα θέματα της εκτάσεως των δικαιωμάτων εκάστου των διαδίκων, σε σχέση με τα τιμαλφή που φέρονται ότι φυλάσσονταν εντός των τραπεζικών θυρίδων, που είχε μισθώσει η αναιρεσίβλητη, και του αριθμού των επισκέψεων του ίδιου σ' αυτές, αποτελούσαν προκριματικά ζητήματα της ιστορικής βάσεως της ένδικης αγωγής και αναγκαίως συνεχόμενα κεφάλαια με εκείνα που εφεσιβλήθηκαν από την αναιρεσίβλητη, και ότι η επανεξέταση αυτών αποτελούσε προϋπόθεση, προκειμένου να αποφανθεί το Εφετείο για το παραδεκτό και βάσιμο τόσο της εφέσεως της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης, όσο και της αντεφέσεως του εναγομένου - αναιρεσείοντος.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, εφόσον η παραδοχή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι ορισμένα τιμαλφή δεν υπήρχαν στις τραπεζικές θυρίδες που είχε μισθώσει η αναιρεσίβλητη, με συνέπεια τη μερική απόρριψη της αγωγής της, δεν αποτελούσε πρόκριμα ότι δεν υπήρχαν και τα υπόλοιπα τιμαλφή στις αυτές θυρίδες, για τα οποία τη δέχτηκε εν μέρει, και τα οποία αποτελούσαν το αντικείμενο της αντεφέσεως του αναιρεσίβλητου, ούτε συνιστούσαν αυτά αναγκαίως συνεχόμενο κεφάλαιο με εκείνα που είχε περιλάβει η αναιρεσείουσα στην έφεση της.
Τέλος, η παραδοχή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι ο αναιρεσείων δεν αφαίρεσε τα τιμαλφή, για τα οποία και απέρριψε την ένδικη αγωγή, δεν αποτελούσε άνευ ετέρου πρόκριμα ότι δεν αφαίρεσε αυτός και τα λοιπά κοσμήματα που υπήρχαν σ' αυτές και για τα οποία έγινε δεκτή η αγωγή και πολύ περισσότερο δεν ήταν αναγκαίως συνεχόμενο με εκείνα κεφάλαιο.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η από 26-6-2015 αίτηση αναιρέσεως και ο από 11-12-2017 πρόσθετος λόγος για αναίρεση της 910/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτός αναιρεσείων ως ηττηθείς στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-6-2015 αίτηση του Ι. Α. Δ. και τον από 11-12-2017 πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της 910/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, και την ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ