Legislator Case Law & Legislation
657/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance dispute, rejecting claim that public notice of property ownership proves bad faith.

Case Number 657/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Second Instance Court's decision in an inheritance dispute over a specific property. The appellants argued that the respondents' public posting of ownership on the title deed constituted bad faith and concealment. The court rejected this, noting the appellants were unaware of the respondents' secret actions until they sued in 2010 and reasonably believed no challenge existed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the violation of common sense teachings is inadmissible when the lower court's assessment of evidence relies on unproven assumptions, and that public notice of ownership does not automatically prove bad faith if the claimant was unaware of the respondent's secret actions.

Keywords

AI generated
inheritance dispute bad faith concealment common sense teachings appeal admissibility title deed notice unproven assumptions Greek Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 8/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 657 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 657/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Σ. του Β., 2.Γ. Σ. του Β., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Λαουμτζή, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Σ. του Χ., 2.Κ. Σ. του Χ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Τσιφλικιώτη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4/2016 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ’ αρθρ.559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών....Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς".

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, τα προειπωθέντα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότης πραγματικών περιστατικών, τα οποία απετέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (σχ.

άρθρ.336 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητος αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.ΑΠ 8/2005). Ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, (για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας), για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπαγγέλτως για την ανεύρεση της αληθούς έννοιας κανόνος δικαίου ή προς υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα εν λόγω διδάγματα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω, αναίρεση επιτρέπεται (και) "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη", καθώς και "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρ. 559 αρ.10, 19 ΚΠολΔ αντιστοίχως).

Κατά την έννοια δε της διατάξεως του αριθμού 19 η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

ΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι ο διαθέτης παππούς τους δεν περιέγραψε με πρόσφορο και απλό, αλλά περιγραφικώς ασαφή τρόπο το οικόπεδο που άφηνε στις αναιρεσίβλητες. Ότι τούτο εξηγείται επειδή δεν άφησε σε αυτές το επίδικο οικόπεδο των 675 τ.μ., αλλά διά της αναφοράς "συγκεκριμένα το οικόπεδο που είναι δίπλα από το σπίτι", εννοούσε καταφανώς το οικόπεδο των 504 τ.μ., καθώς αυτό είναι περίπου ισοεμβαδικό με εκείνο των 541 τ.μ.

που βρίσκονταν το σπίτι, ενώ δεν είχε κανένα άλλο γνώριμο χαρακτηριστικό για την περιγραφή του, παρά μόνο το γεγονός ότι ήταν κοντά και άρα δίπλα στο σπίτι. Ότι εάν πράγματι εννοούσε το επίδικο, για ποιο λόγο δεν το περιέγραψε με περισσότερη σαφήνεια. Ότι η απάντηση είναι μονόδρομος και ότι για τον λόγο αυτόν είναι αναιρετέα η αναιρεσιβαλλομένη, καθώς παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κι έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρθρ.559 αρ.1 ΚΠολΔ, (εκτιμωμένου ότι η καταλογιζομένη πλημμέλεια είναι μόνον η προεκτεθείσα και όχι και η υπ’ αριθμ.11 ιδίου αρθρ., όπως αναγράφεται στην επικεφαλίδα του λόγου αναιρέσεως).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, πρώτον, διότι δεν εκτίθεται ποία διδάγματα της κοινής πείρας είναι τα φερόμενα ως παραβιασθέντα και δεύτερον, εν πάση περιπτώσει, υπό την κατ’ επίφαση παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ανεξαρτήτως της σχετικής γενικολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι από τα τεθέντα υπόψιν του Εφετείου αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε η κύρια βάση του πρώτου αιτήματος της αγωγής τους. Ότι δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι ο παππούς τους από το κτήμα του στην θέση ... άφηνε στις αναιρεσίβλητες και σε αυτούς (αναιρεσείοντες) από ένα οικόπεδο, ίσα περίπου κατ’ έκταση μεταξύ τους (504 τ.μ.

που πώλησε και 541 τ.μ. με το σπίτι) και εκτός απ’ αυτά και ένα τρίτο, που και αυτό άφησε σε αυτούς (αναιρεσείοντες). Ότι από τα τρία οικοπεδικά τμήματα είναι το μοναδικό οικόπεδο που ο διαθέτης ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα δύο, διότι με βάση την διαθήκη θα μπορούσαν να πωλήσουν για να πληρώσουν τους φόρους, ότι χωρίς αμφιβολία εννοεί την επίδικη έκταση, η οποία παρέμεινε πάντα ενσωματωμένη στο οικόπεδο με ΚΑΕΚ ...

των 541 τ.μ., στο οποίο βρίσκεται ο οικίσκος, ακριβώς διότι το άφηνε σε αυτούς (αναιρεσείοντες) και όχι στις αναιρεσίβλητες. Ότι η αναιρεσιβαλλομένη, σαν να μην υπήρχε στη διαθήκη το τρίτο οικόπεδο που άφηνε σε αυτούς ο διαθέτης παππούς τους, για τον προσδιορισμό του οποίου ο διαθέτης δεν ανέφερε καθόλου το "σπίτι", αντίθετα με τις νομικές της σκέψεις, με την παραδοχή ότι ο διαθέτης Ι.

Σ. χρησιμοποιεί ως βάση των αναφορών του για το τμήμα ακινήτου που κατέλειπε σε ένα στο κληρονόμο του το σπίτι, βρίσκεται εκτός ερείσματος κειμένου διαθήκης, αφού το τρίτο οικόπεδο δεν περιγράφεται με βάση το σπίτι. Ότι η αναιρεσιβαλλομένη έκρινε, ότι βρίσκονται "απέναντι" δύο οικόπεδα ενώ αυτά είναι όμορα και εφαπτόμενα.

Ότι, ακόμη, έκρινε, ότι σε κάθε περίπτωση, το "δίπλα" ταυτίζεται πάντοτε με το "δεξιά". Ότι ανεζήτησε την βούληση του διαθέτη, με προσήλωση στις λέξεις που χρησιμοποίησε στην διαθήκη, τις οποίες ερμήνευσε με την αντικειμενική έννοια. Ότι αγνόησε τις λέξεις που μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο διαθέτης αν εννοούσε ότι άφηνε το επίδικο στις αναιρεσίβλητες.

Ότι αγνόησε την υποκειμενική άποψη αυτού, που υπαγόρευε την συγκεκριμένη διάθεση (τρίτο οικόπεδο να μπορεί να πωληθεί για τους φόρους - ενστάσεις στον ΟΚΧΕ διατήρηση ενότητας, κ.λπ.) κι έτσι κατέστη αναιρετέα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στην επικεφαλίδα του ανωτέρω περιεχομένου του οποίου ανάγονται ως φερόμενες πλημμέλειες αυτές απ’ τους αριθμούς 19 (έλλειψη νομίμου βάσεως) και 11 (λήψη ή μη λήψη υπόψιν, κατά περίπτωση, αποδεικτικών μέσων) του αρθρ.559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος διότι, υπό την επίφαση, των προειπωθεισών ως λαβουσών χώρα πλημμελειών, πλήττεται (και εν προκειμένω) η αναιρετικώς απυρόβλητη κρίση περί τα πράγματα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

IV. Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε χωρίς αποδείξεις, ότι αυτοί, γνώριζαν από την αρχή τις αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων και ότι η διαφωνία τους ξεκίνησε αμέσως μετά την δημοσίευση της διαθήκης, διεκδικώντας έκτοτε τόσο αυτοί (αναιρεσείοντες), όσο και οι αναιρεσίβλητες το επίδικο (το οποίο πάντως, ως έκταση 680 τ.μ.

οι τελευταίες αποδέχθηκαν ξεχωριστά από άλλα κληρονομιαία ακίνητα και, σε διαφορετικό συμβολαιογράφο, εν αντιθέσει προς αυτούς που αποδέχθηκαν το επίδικο μαζί με τα υπόλοιπα κληρομηθέντα), ότι η εκ μέρους τους ανάρτηση στο επίδικο ιδιοκτησιακής τους πινακίδος καταδεικνύει μεθόδευση, δηλαδή έλλειψη καλής πίστης.

Ότι, όμως, αν πράγματι αμφέβαλαν, θα ενεργούσαν κρυφά, όπως οι αναιρεσίβλητες. Ότι η αναιρεσιβαλλομένη θεωρεί μεθόδευση την πανηγυρικότητα και κακοπιστία τον φανερό τρόπο νομής και κατοχής, ενώ θα έπρεπε να συμβεί ακριβώς το αντίθετο, δεδομένου ότι: Από το 2001 που απεβίωσε ο παππούς τους και αφότου πληροφορήθηκαν (οι αναιρεσείοντες) το περιεχόμενο της διαθήκης του και για όλο το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ζούσε η επικαρπώτρια γιαγιά τους Κ. (που απεβίωσε το 2009), που οι αναιρεσίβλητες δεν είχαν ποτέ θέσει ούτε σε αυτήν θέμα (ψιλής) κυριότητάς τους μέχρι να στραφούν σε βάρος τους (αναιρεσειόντων) δικαστικώς με αγωγή τους το 2010 περί αποδόσεως νομής στο επίδικο, αυτοί (αναιρεσείοντες) αγνοούσαν τις κρυφές ενέργειες των αναιρεσιβλήτων και την εκ μέρους τους αμφισβήτηση τις κυριότητάς τους (αναιρεσειόντων).

Ότι ενόψει του γνωστού σε αυτούς γεγονότος, ότι στην περίπου ταυτόχρονη με αυτούς αποδοχή κληρονομίας από πλευράς αναιρεσιβλήτων όλων των υπολοίπων κληρονομιαίων ακινήτων δεν περιλαμβανόταν η επίδικη έκταση, καλοπίστως πίστευαν ότι οι αναιρεσίβλητες ουδέν αμφισβητούσαν και ότι εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να τους βαρύνει βαρειά αμέλεια.

Ότι τέλος, οι αναιρεσίβλητες ήταν τόσο πολύ αβέβαιες και συνεπώς κακόπιστες, ώστε στην προρρηθείσα αποδοχή του επιδίκου (ως κληρονομιαίου) επισύναψαν την .../16-5-2002 έκθεση ένορκης κατάθεσης, του Η. Γ., για την οποία αυτοί δεν γνώριζαν. Υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε (όπως εκτιμάται μόνο) στην κατ’ άρθρ. 559 αρ.10 ΚΠολΔ πλημμέλεια (αν και γίνεται αναφορά και των λοιπών υπ’ αριθμ.8, 13 και 19 του ιδίου άρθρου πλημμελειών).

Εν τούτοις και ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την κατ’ επίφαση πλημμέλεια των, ως άνω, αναποδείκτων παραδοχών πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, παρά τα όσα αντιστοίχως αδόκιμα οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

V. Κατά συνέπεια, πρέπει, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, στους ηττωμένους αναιρεσείοντες και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ.3 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-6-2016 αίτηση των Ι. Σ. και Γ. Σ. περί αναιρέσεως της 4/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδε επτακόσια ευρώ (2.700€).

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ