Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on property ownership dispute involving state and heirs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute. The State argued the lower court erred by accepting unproven facts about land location and declared a statute invalid due to lack of legislative authorization. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sufficient and the statute validly enacted.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(10) and 3§1γ of the 1940 Decree-Law; An appeal is inadmissible if the appellate court rejects unproven factual assertions without violating substantive law, and a statute is valid even if challenged for lacking legislative authorization.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 657 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 657/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Των αναιρεσίβλητων: 1)Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, 2)Χ. Μ. του Ε., 3)Ε. Μ. του Χ., 4)Ε. Μ. του Χ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Ε. συζ. Χ. Μ., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευανθία Καλαμακίδου
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-1994 αγωγή, των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16386/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, και 1670/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 29-12-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 7-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο εκ των αναιρεσίβλητων Γ. Κ. Π.. Όμως, η υπόθεση θα ερευνηθεί παρά την απουσία του, ενόψει του ότι η συζήτηση της αναιρέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο επισπεύδεται από τους αναιρεσίβλητους, μεταξύ των οποίων και ο απολειπόμενος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 19 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της τοποθεσίας του επίδικου ακινήτου με πλημμελή αιτιολογία, δεχόμενο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αρκούμενο σε πιθανολόγηση των πραγματογνωμόνων, και ειδικότερα ότι το επίδικο ακίνητο " βρίσκεται εντός της κτηματικής περιοχής του ...
Θεσσαλονίκης, στη θέση ...... η οποία μάλιστα αργότερα έλαβε την ονομασία ¨...¨ και εκτός της κτηματικής περιοχής του ..., καθώς και εκτός του κτήματος ¨...¨", ενώ, αντιθέτως, θα έπρεπε να δεχθεί ότι αυτό βρίσκεται εντός του κτήματος ¨...¨. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σχημάτισε την κρίση του αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από τη συνεκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν νόμιμα ενώπιον του εισηγητή Δικαστή και περιέχονται στην 23619/2001 έκθεση εξέτασης μαρτύρων, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, της από 18-12-2006 και με αριθμό κατάθεσης ...22-2-2007 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Ε.
Φ. και Α. Κ., αγρονόμων-τοπογράφων μηχανικών, την από 10-11-2008 έκθεση σχολιασμού των τεχνικών συμβούλων του εναγομένου Σ. Σ. και Κ. Τ., τοπογράφων μηχανικών, και την από 10-11-2008 έκθεση σχολιασμού των τεχνικών συμβούλων του προσθέτως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου Δ. Τ., πολιτικού μηχανικού, και Π. Μ., τοπογράφου μηχανικού, υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας, που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη, αρκούμενο σε πιθανολόγηση των πραγματογνωμόνων, και ο παραπάνω από τους αρ. 19 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος, αφού η διαλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση, υπό το πρόσχημα της προαναφερόμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).- Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή της αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.
Τέλος, η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 20/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε κατ’ ουσία την έφεσή του, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσίβλητων και τους είχε αναγνωρίσει συγκυρίους του επίδικου ακινήτου, επικυρώνοντας την ως άνω απόφαση, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω πλημμελούς αιτιολογίας σχετικά με τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό του ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων δεν φέρονται μεταξύ των κατόχων του ανταλλάξιμου ακινήτου, που καταλήφθηκε το έτος 1932, με το υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../1932 πρωτόκολλο κατάληψης και ως εκ τούτου δεν απέκτησαν δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) και δεν έγιναν κύριοι αυτού και ειδικότερα αναφορικά με την παραδοχή του ότι "αυτό το γεγονός είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού προϋπόθεση για την έρευνα του εν λόγω ισχυρισμού είναι ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στο εν λόγω ανταλλάξιμο ακίνητο, γεγονός όμως που κατά τα προδιαληφθέντα δεν αποδείχθηκε και ως εκ τούτου όλες οι αναφορές και αιτιάσεις του εκκαλούντος για τη μη λήψη υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του ισχυρισμού αυτού αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση".
Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά, ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή δεν αναφέρονται σ’ αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ούτε και τα στοιχεία που λείπουν από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και είναι αναγκαία για την επάρκειά του.
Ο ίδιος λόγος, κατά την αιτίασή του για ελλείψεις και αντίφαση σε αιτιολογίες, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.- Σύμφωνα με τα άρθρα 1, 3, 9, 10, 11 και 14 της από 30-1-1923 σύμβασης της Λωζάνης "περί ανταλλαγής ελληνοτουρκικών πληθυσμών" και το άρθρο 1 της από 10-6-1930 ελληνοτουρκικής συμφωνίας, που υπογράφηκε στην Άγκυρα και κυρώθηκε με το ν. 793/1930, στην κυριότητα της Ελληνικής Κυβερνήσεως περιέρχεται η κινητή και ακίνητη περιουσία των ανταλλάξιμων μουσουλμάνων, ήτοι των τούρκων υπηκόων και όχι των μουσουλμάνων που δεν έχουν την υπηκοότητα αυτήν και επομένως δεν θεωρούνται ανταλλάξιμοι.
Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.3 του π. δ/τος 3-9-1924, που κυρώθηκε με το ν. 3250/1924, "προκειμένου περί μεταβιβάσεως κυριότητος επί κτημάτων ανηκόντων εις μουσουλμάνους αδιακρίτως υπηκοότητος, απαιτείται και η ενώπιον του συμβολαιογράφου κατάθεσις βεβαιώσεως της Γεν. Διευθύνσεως Ανταλλαγής περί του ότι ο πωλητής μουσουλμάνος δεν είναι ανταλλάξιμος.
Η προσαγωγή της βεβαιώσεως ταύτης αποτελεί κύριον στοιχείον εγκυρότητος της δικαιοπραξίας". Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 53 του άρθρου 1 του β. δ/τος της 13-5/10-7-1939 "Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον της μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΕΤΕ συμβάσεως περί διαχειρήσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλάξιμων μουσουλμάνων", το δικαίωμα της κυριότητας, κάθε εμπράγματο δικαίωμα και αυτό της υποθήκης, καθώς και τα δικαιώματα από την κατάσχεση και προσημείωση, που προβάλλονται από οποιονδήποτε τρίτο κάτοχο ή όχι επί των κτημάτων που παραδόθηκαν στην Τράπεζα προ της 6-2-1936 (ημερομηνίας ισχύος της από 6-7-1935 σύμβασης που εγκρίθηκε με τον α.ν. 25-1/8-1936), πρέπει να έχουν γνωστοποιηθεί στη ΕΤΕ με δήλωση, που έπρεπε να επιδοθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από της 8-2-1936, που ίσχυε η σύμβαση της 6-7-1935, μαζί με τα νόμιμα δικαιολογητικά, εφόσον τα πρωτόκολλα κατάληψης κοινοποιήθηκαν ή ζητήθηκαν από την ΕΤΕ ενοίκια από τρίτους, διαφορετικά η παραπάνω ετήσια προθεσμία αρχίζει από την κοινοποίηση των πρωτοκόλλων, σε κάθε άλλη δε περίπτωση παραγράφονται τα δικαιώματα αυτά, ανεξάρτητα δικαιοστασίου.
Προκειμένου, όμως, για κτήματα που παραδόθηκαν στην ΕΤΕ ή ανακαλύφθηκαν από αυτήν μετά την 8-6-1936, η ετήσια αυτή ανατρεπτική προθεσμία αρχίζει από την παράδοση των κτημάτων αυτών στη διαχείριση της Τράπεζας, που συντελείται με την υπογραφή των πρωτοκόλλων παράδοσης του κτήματος, σε όλες δε τις περιπτώσεις η ένσταση της παραγραφής αυτής προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης.
Οι σχετικές δίκες για τη διεκδίκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, για μεν τα ακίνητα που παραδόθηκαν στην ΕΤΕ πριν από την 8-2-1936 πρέπει να έχουν εγερθεί εντός προθεσμίας ενός έτους από την ημερομηνία αυτήν, για δε τα ακίνητα που παραδόθηκαν μετά την ημερομηνία αυτήν μέσα σε ένα έτος από την παράδοση αυτών στην Τράπεζα.
Η κοινοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης προς τους κατόχους ή η ζήτηση από αυτούς ενοικίων τεκμαίρεται ότι έγινε και ως προς τους τρίτους που αξιώνουν δικαίωμα κυριότητας. Η μη εμπρόθεσμη, κατά τα ανωτέρω οριζόμενα, έγερση των σχετικών δικών για τη διεκδίκηση των εν λόγω δικαιωμάτων, συνεπάγεται την παραγραφή αυτών και την κατά τις διατάξεις της σύμβασης αυτής διαχείριση από την ΕΤΕ και ρευστοποίηση των κτημάτων αυτών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι αξιώσεις για δικαιώματα κυριότητας κλπ, τόσο στα ακίνητα που καταλαμβάνονται από την ΕΤΕ ως ανταλλάξιμα, όσο και εκείνων που παραδίδονται σ’ αυτήν ως ανταλλάξιμα, υπόκεινται στη θεσπιζόμενη ετήσια παραγραφή, η οποία όμως αρχίζει από την κοινοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης προς τους κατόχους των κτημάτων αυτών ή της ζητήσεως από αυτούς ενοικίων, ανεξάρτητα από το χρόνο που έγινε η κατάληψη, δεν αρκεί δε για την έναρξη του χρόνου της παραγραφής η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο γνώση από τους ενδιαφερόμενους της γενόμενης κατάληψης του κτήματος ή της σύνταξης του σχετικού με αυτήν πρωτοκόλλου.
Εξάλλου, με τη διάταξη της παρ. 2 περίοδος 2 του άρθρου 9 του α.ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγμένων μουσουλμάνων" επιτράπηκε μεν η με βασιλικά διατάγματα επέκταση και επί των κτημάτων αυτών των περί διοίκησης εκποίησης και προστασίας των δημόσιων κτημάτων διατάξεων του από 11 Νοεμβρίου 1929 διατάγματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν. 1539 και 1540/1938 ή ορισμένων από τις εν λόγω διατάξεις και ο καθορισμός διαδικασίας εξώδικης λύσης των εκκρεμών ή μη διαφορών, είτε ανάγονται οι τελευταίες σε πραγματικά ή ενοχικά δικαιώματα με τον περιορισμό, όμως, ότι με την εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί να αποκλειστεί οριστικά η αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του β.δ/τος της 24-10/31-10-1940 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 9 του α.ν. 1909/1939, ορίζεται ότι το δικαίωμα της κυριότητας και κάθε εμπράγματο δικαίωμα, εκτός της υποθήκης και της προσημείωσης, που προβάλλονται από οποιονδήποτε τρίτο, κάτοχο ή όχι, επί των κτημάτων, που από την έναρξη της ισχύος του παρόντος και εφεξής καταλαμβάνονται, ως ανταλλάξιμα, από την Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (ΥΔΑΜΚ), πρέπει μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από την κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 5 αυτού οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, να γνωστοποιηθούν με αίτηση αναγνώρισης του δικαιώματος των αιτούντων, η οποία υποβάλλεται από τους ενδιαφερομένους μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιου Λογιστικού στο, κατά το άρθρο 6 του από 29-9-1939 β.δ/τος "περί οργανώσεως της υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων", Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, επί απαιτήσεων κατά της ανταλλάξιμης περιουσίας.
Μετά την εξάντληση της διαδικασίας, που προβλέπει το άρθρο αυτό (6), υποχρεούνται όσοι δεν αποδέχονται τη σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών να εγείρουν, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση σ’ αυτούς της απόφασης αυτής του Υπουργού, τακτική αγωγή περί διεκδίκησης των παραπάνω δικαιωμάτων τους.
Δικαιώματα από τα παραπάνω, για τα οποία δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμα η παραπάνω αίτηση προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο ή δεν ασκήθηκε η κατά το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σχετική αγωγή, παραγράφονται. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι με αυτές θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη παραγραφή, με βάση την οποία αποσβήνονται τα εμπράγματα δικαιώματα που προβάλλονται επί των ανταλλάξιμων κτημάτων, με δύο τρόπους, δηλαδή είτε με την πάροδο έτους για την υποβολή αίτησης προς διοικητική αναγνώριση αυτών, είτε με την πάροδο έτους για την άσκηση της σχετικής αγωγής, η οποία (παραγραφή) αρχίζει, προκειμένου για τα κτήματα που καταλαμβάνονται από την ΥΔΑΜΚ ως ανταλλάξιμα, από την έναρξη της ισχύος του β.δ.
της 24-10/31-10-1940 και στο εξής από την, κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 1 οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης σ’ αυτόν στην πρώτη περίπτωση ή με την κοινοποίηση σ’ αυτόν που υπέβαλε την αίτηση αναγνώρισης της απορριπτικής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, στη δεύτερη περίπτωση. Όπως, δηλαδή, προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις, στις αμέσως πιο πάνω περιπτώσεις αφετηρία του χρόνου της ετήσιας παραγραφής των επί των ανταλλάξιμων κτημάτων αξιώσεων αποτελεί πάντοτε η γνώση από μέρους των ενδιαφερομένων της κατάληψης των κτημάτων αυτών ως ανταλλαξίμων, η οποία να προκύπτει από τις παραπάνω κοινοποιήσεις προς αυτούς και δεν αρκεί για την έναρξη του χρόνου της παραγραφής, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο γνώση των ενδιαφερομένων της κατάληψης ή της σύνταξης του σχετικού πρωτοκόλλου.
Οι προϋποθέσεις αυτές της έναρξης του χρόνου της ετήσιας παραγραφής δεν άλλαξαν με το ν.δ. 1042/1946, με το άρθρο 4 του οποίου επιτράπηκε η έγερση της αγωγής κυριότητας η άλλου εμπράγματου δικαιώματος μέσα σε έξι μήνες από της ισχύος του, ούτε και με το ν.2283/1952, με το άρθρο 14 παρ.1 του οποίου, παρατάθηκε για ένα ακόμη έτος από την έναρξη της ισχύος του ο χρόνος άσκησης της αγωγής και, στη συνέχεια, με το άρθρο μεν 15 παρ. 4 του ν.δ. 547/1970 για έξι μήνες, ενώ με το άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 357/1976 για άλλους έξι μήνες η έγερση της αγωγής αυτής, αφού, για να συμπληρωθεί ο νέος χρόνος λήξης της παραγραφής, που ορίστηκε με τις διατάξεις αυτές, έπρεπε να είχε αρχίσει η διαδρομή αυτού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις.
Ειδικότερα, από τις προμνημονευόμενες διατάξεις προκύπτει ότι μέσα στα όρια της εξουσιοδότησης που χορηγήθηκε στην εκτελεστική εξουσία καθιερώθηκε από το άρθρο 3 του από 24-10-1940 β.δ/τος εξώδικη διαδικασία επίλυσης των διαφορών από τη διαχείριση των ανταλλάξιμων κτημάτων και τάχθηκε ετήσια προθεσμία από την έναρξη της ισχύος του πιο πάνω β.δ/τος στους προσφεύγοντες στα τακτικά δικαστήρια προς διεκδίκηση των τμημάτων αυτών να υποβάλλουν την κατά το άρθρο 6 του από 29-9-1939 β.δ/τος αίτηση στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, οι απαγγελλόμενες όμως κυρώσεις της παραγραφής του περί διεκδίκησης δικαιώματος του αιτούντα και της κατάργησης της εκκρεμούς δίκης, σε περίπτωση παραμέλησης των πιο πάνω προθεσμιών, κείνται εκτός της εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε, για την οποία δεν χορηγείται στην εκτελεστική εξουσία τέτοιο δικαίωμα και στερούν το διάδικο οριστικά της προστασίας των τακτικών δικαστηρίων, η οποία ρητά επιφυλάσσεται από τη διάταξη του άρθρου 2 του α.ν. 1909/1939 και, συνακόλουθα, δεν συνεπάγονται καμιά επιζήμια έννομη συνέπεια.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.Α.Π.10/2011). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται μόνο σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (Ολ.Α.Π. 1/1999). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 262 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης.
Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον-προσθέτως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με την επίκληση των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των άρθρων 1 παρ.53 του β.
δ/τος της 13-5/10-7-1939, 6 του από 29.9/4-10-1939 β. δ/τος, 1 παρ.1, 3 παρ.1, 2, 3 και 7 του β. δ/τος της 24-10/31-10-1940 και 279 του Α.Κ., απέρριψε τον ισχυρισμό του περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης των αντιδίκων του για αναγνώριση της (συγ)κυριότητάς τους στο επίδικο ανταλλάξιμο κτήμα, κατά μεν το δεύτερο σκέλος του ως μη νόμιμο, κατά δε το πρώτο σκέλος του ως αόριστο.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι εκκαλούντες (εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "..." και προσθέτως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο) επαναφέρουν με τον τέταρτο κοινό λόγο των συνεκδικαζόμενων εφέσεών τους την ένσταση της ενιαύσιας παραγραφής της αξίωσης των εναγόντων να διεκδικήσουν το επίδικο ακίνητο, επικαλούμενοι για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, συνολικού εμβαδού 500.000 τ.μ., η οποία καταλήφθηκε ως ανταλλάξιμη με το υπ’ αριθμ. .../28-2-1932 πρωτόκολλο κατάληψης του Κεντρικού Γραφείου Ανταλλαγής, που κοινοποιήθηκε σε όλους τους τότε (φερόμενους 41) κατόχους, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται οι κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων δικαιοπάροχοί τους, όπως προκύπτει από την από 6-3-1932 έκθεση επιδόσεως, και η οποία [έκταση] παραδόθηκε στη διαχείριση της ΕΤΕ με το υπ’ αριθμ. .../1-8-1932 πρωτόκολλο δεν ασκήθηκε εντός έτους από την οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης ένσταση, ούτε το τυχόν δικαίωμα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων γνωστοποιήθηκε προς την ΕΤΕ εντός έτους από την 6-2-1936, μέχρι δηλαδή την 6-2-1937, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 53 του ΒΔ/τος της 13-5/10-7-1939, ούτε ασκήθηκε αίτηση στο γνωμοδοτικό συμβούλιο του άρθρου 6 του από 29.9/4.10.1939 β.
δ/τος εντός έτους από την οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα [ισχυρισμό που προβλήθηκε κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής] και επικουρικά, παρότι κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες την 13-2-1989, όπως προκύπτει και από τα από 13-2-1989 αποδεικτικά επίδοσης του Θ. Ζ., η απορριπτική υπ’ αριθμ.../ 43/29-11-1988 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών της από 3-11-1982 αίτησής τους προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, οπότε και σε κάθε περίπτωση έλαβαν γνώση της ανταλλαξιμότητας της ευρύτερης έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο και της κατάληψής του, δεν άσκησαν την σχετική αγωγή τους εντός της ετήσιας προθεσμίας παρά μόνο μετά την πάροδο αυτής [ισχυρισμός που παραδεκτά προβλήθηκε με τις προτάσεις των ήδη εκκαλούντων κατά την μετ’ απόδειξη συζήτηση της αγωγής, ως αποδεικνυόμενος κατά τα εκτιθέμενα στις προτάσεις εγγράφως]. 0 παραπάνω ισχυρισμός των εκκαλούντων κατά το πρώτο σκέλος του είναι αόριστος καθόσον δεν επικαλούνται ότι στους φερόμενους κατόχους περιλαμβανόταν και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων [αντίθετα επικαλούνται ότι δεν ήταν φερόμενοι κάτοχοι], αφού σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο
ΙΙΙβ νομική σκέψη οι αξιώσεις για δικαιώματα κυριότητας κ.λπ., τόσο στα ακίνητα που καταλαμβάνονται από την Εθνική Τράπεζα ως ανταλλάξιμα, όσο και εκείνων που παραδίδονται σ’ αυτήν ως ανταλλάξιμα [όπως η ευρύτερη έκταση, που κατά τα εκτιθέμενα από τους εκκαλούντες παραδόθηκε στην ΕΤΕ την 1-8-1932], υπόκεινται στη θεσπιζόμενη ετήσια παραγραφή, η οποία όμως αρχίζει πάντοτε από την κοινοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης προς τους κατόχους των κτημάτων αυτών ή της ζητήσεως από αυτούς ενοικίων, ανεξάρτητα από το χρόνο που έγινε η κατάληψη, δεν αρκεί δε για την έναρξη του χρόνου της παραγραφής η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο γνώση από τους ενδιαφερόμενους της γενομένης κατάληψης του κτήματος ή της σύνταξης του σχετικού με αυτήν πρωτοκόλλου.
Κατά δε το δεύτερο σκέλος του είναι μη νόμιμος, καθόσον η διάταξη του άρθρου 3§1 γ’ του β.δ/τος της 24-10/31-10-1940, με την οποία απαγγέλλεται ως κύρωση, σε περίπτωση παραμέλησης της εκούσιας προθεσμίας για διοικητική αναγνώριση του προβαλλόμενου δικαιώματος ή για άσκηση της σχετικής αγωγής, είναι ανίσχυρη, γιατί θεσπίστηκε χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση του Α.Ν. 1909/1939".
Με την κρίση του αυτήν το Εφετείο α) όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, με το να απορρίψει λόγω αοριστίας τον πιο πάνω ισχυρισμό, κατά το πρώτο σκέλος του, ο οποίος δεν ήταν αρκούντως ορισμένος, καθόσον τα επικαλούμενα από το προσθέτως παρεμβαίνον και ήδη αναιρεσείον περιστατικά ότι "το όλο ακίνητο των 500 στρεμμάτων ήταν ανταλλάξιμο και καταλήφθηκε από την τότε αρμόδια Υπηρεσία με το .../28-2-1932 πρωτόκολλο κατάληψης, που επιδόθηκε νόμιμα σε όλους τους τότε φερόμενους κατόχους της έκτασης αυτής" δεν ήταν ικανά για τη θεμελίωσή του και β) δεν παραβίασε ευθέως τις επικαλούμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.53 του β.
δ/τος της 13-5/10-7-1939, 6 του από 29-9/4-10-1939 β.δ/τος, 1 παρ.1, 3 παρ. 1 περίπτ. γ’ , 2, 3 και 7 του β. δ/τος της 24-10/31-10-1940, 9 παρ.2 περίοδος 2 του α.ν. 1909/1939 και 279 του Α.Κ., κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου του ίδιου ισχυρισμού, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση της (συγ)κυριότητάς τους στο επίδικο ανταλλάξιμο κτήμα, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, η σχετική κύρωση για παραγραφή της αξίωσης για διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους επί των παραδοθέντων στην ΥΔΑΜΚ ακινήτων (προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 3§1 γ’ του β.δ/τος της 24/31-10-1940, σε περίπτωση παραμέλησης της εκούσιας προθεσμίας για διοικητική αναγνώριση του προβαλλόμενου δικαιώματος ή για άσκηση της σχετικής αγωγής), είναι ανίσχυρη, γιατί θεσπίστηκε χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση του α.ν. 1909/1939, και, επομένως, ο αντίθετος σχετικός τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τους αριθμούς 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-12-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Γ. Π. του Κ. κλπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1670/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ