Legislator Case Law & Legislation
657/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's judgment on tort liability and evidence evaluation.

Case Number 657/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding tort liability. The appellant argued that the lower court failed to consider a specific out-of-court letter, yet the court found the appeal inadmissible because the lower court had explicitly acknowledged all evidence types in its judgment. Consequently, the court ruled that the lower court properly evaluated the evidence and dismissed the appeal, ordering the appellant to pay the opposing parties' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 577 §3, 561 §1, 495 §4, 176, 183, 191 §2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only the legal correctness of the lower court's decision and does not re-evaluate the assessment of evidence unless the lower court explicitly ignored specific evidence or failed to assign it the weight supported by the appellant.

Keywords

AI generated
tort liability evidence evaluation appeal admissibility lower court discretion legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, 330 of the Civil Code
Article 561 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 §4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 §2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 657 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 657/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "GR ... forwarding ΑΕ ... ΔΙΑΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Τσιατά.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΩΝ ΚΟΥΖΙΝΑΣ ΑΕΒΕ", όπως μετονομάστηκε σε "N. GROUP AΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" με την επωνυμία "N. GROUP AE", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΥΠΡΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, Εκπροσωπήθηκαν η πρώτη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Παπαλάμπρου και η δεύτερη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Θλιβίτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9553/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 514/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 18-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 514/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν δεκτές οι συνεκδικαζόμενες εφέσεις των διαδίκων, εξαφανίστηκε εν μέρει η εκκαλούμενη 9553/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές των διαδίκων περί καταβολής αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) Ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) "GR ... forwarding Α.Ε." εκμίσθωσε, δυνάμει του από 18-12-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού στην πρώτη εναγομένη (και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) εταιρία με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΩΝ ΚΟΥΖΙΝΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ", το περιγραφόμενο σ’ αυτή (απόφαση) ακίνητό της, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως χώρο βιομηχανικής επεξεργασίας, αποθήκευσης και εμπορίας στοιχείων κουζίνας-ντουλάπας και λοιπών εν γένει στοιχείων εξοπλισμού κατοικιών, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2011, έναντι μηνιαίου μισθώματος αρχικά 6.232 ευρώ και τελικά από 8-10-2004, 6.200 ευρώ.

Ακολούθως στη μισθωτική. αυτή σχέση υπεισήλθε η διάδοχος της μισθώτριας εταιρία με την επωνυμία "ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Α.Ε.". Η εν λόγω μίσθωση δεν εξελίχθηκε ομαλά, και με την αριθμ. 39516/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης διατάχθηκε λόγω επανειλημμένης δυστροπίας της μισθώτριας περί την καταβολή των μισθωμάτων, η απόδοση του μισθίου.

Είχε προηγηθεί η έκδοση της αριθμ 9373/2005 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου με την οποία προς εξασφάλιση απαίτησης της εκμισθώτριας που είχε έναντι της μισθώτριας από μισθώματα, διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων της τελευταίας συμπεριλαμβανομένου και του εισκομισθέντος στο μίσθιο κινητού εξοπλισμού.

Σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης με την αριθμ. ...13-4-2005 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ξ. Α., κατασχέθηκαν συντηρητικά κινητά πράγματα που βρέθηκαν εντός του μισθίου και που η αξία τους ανερχόταν μέχρι του ορισθέντος με την ως άνω απόφαση ποσού των 300.000 ευρώ. Στη συνέχεια, μετά από εισαγγελική παραγγελία ακολούθησε η εκ νέου καταμέτρησή τους, που κατέδειξε ότι κάποια από τα ήδη κατασχεθέντα κινητά δεν βρέθηκαν στο χώρο φύλαξής τους, όπως τούτο καταγράφηκε στην αριθμ. 39/1,2,3/11/2005 έκθεση της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας.

Ακολούθως, σ’ εκτέλεση της ως άνω αριθμ. 39516/2005 εξωστικής απόφασης, με την αριθμ. ...9-2-2006 έκθεση της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας αποβλήθηκε η μισθώτρια βίαια από το μίσθιο ενώ καταγράφηκαν τα κινητά πράγματα που βρέθηκαν στο χώρο και δεν αποτελούσαν αντικείμενο της εκτέλεσης, τα οποία και τέθηκαν υπό τη μεσεγγύηση του Α.

Κ.. Με βάση τον ίδιο εκτελεστό τίτλο (αριθμ. 39516/2005 απόφαση), στη συνέχεια, για απαίτηση της ενάγουσας από μισθώματα, ύψους 29.700 ευρώ που της επιδικάσθηκαν, επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στα εντός του μίσθιου χώρου κινητά πράγματα, τα οποία ήδη λόγω της ανωτέρω βίαιης αποβολής της μισθώτριας βρίσκονταν στα χέρια του ορισθέντος μεσεγγυούχου και συντάχθηκε προς τούτο η υπ’ αρ. ...13-2-06 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών πραγμάτων στα χέρια τρίτου, της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας ενώ ορίστηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός για την 1-3-06.

Κατά της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης η εταιρία "ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ ΑΕ" κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου -Θεσ/νίκης την από 21-2-06 και με αριθμό καταθ. 8536/06 ανακοπή, με .την οποία ζητούσε να διορθωθεί η εκτιμηθείσα αξία της κατασχεθείσας κινητής περιουσίας της καθής και η τιμή πρώτης προσφοράς που ορίστηκε με τη ως άνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης.

Τελικά ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε την 1-3-06 με την υπ’ αρ. 3711/1-3-06 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμ/φου Θεσ/νίκης Ε. Ρούσου -Νικολάου, κατακυρώθηκαν τα εκπλειστηριασθέντα στην δανείστρια ενάγουσα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ’ αρ. 4851/25-2-03 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΥΠΡΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΕ" β’ εναγομένης στην υπ’ αριθμ 51866/06 αγωγή (και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), της εταιρίας "ΚΕΝΤΡΟ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΩΝ ΚΟΥΖΙΝΑΣ ΑΕ" και της εκ τρίτου συμβαλλόμενης ως εγγυήτριας α ‘εναγόμενης στην ως άνω αγωγή "ΚΕΝΤΡΟ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΩΝ ΚΟΥΖΙΝΑΣ ΑΕΒΕ", η πρώτη εκμίσθωσε στη δεύτερη τη χρήση (με δικαίωμα εξαγοράς κατά τη λήξη της χρηματοδοτικής μίσθωσης) των μισθωτικών πραγμάτων, τα οποία περιγράφονται στη σύμβαση έναντι μισθώματος που ορίσθηκε ειδικότερα για καθένα απ’ αυτά.

Ακολούθως, επειδή η μισθώτρια δεν τήρησε τους όρους της μίσθωσης, η εκμισθώτρια κατήγγειλε τη σύμβαση και προκειμένου αυτή ν’ αναβιώσει, μεταβιβάσθηκε με την αριθμ. ...18-7-2005 σύμβαση από την παλαιά μισθώτρια στην εγγυήτρια της προηγούμενης σύμβασης (πρώτη εναγομένη), η έννομη σχέση που απέρρεε απ’ αυτή, έτσι ώστε από την εν λόγω μεταβίβαση να ικανοποιηθεί μέρος της οφειλής προς την εκμισθώτρια.

Η μεταβίβαση αυτή καταχωρήθηκε βάσει των διατάξεων του ν.1665/86 "περί συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης" στο. ειδικό δημόσιο βιβλίο του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό καταχώρησης ...19-7-2005. Αυθημερόν με την κατάρτιση της μεταβιβαστικής σύμβασης, η νέα μισθώτρια (πρώτη εναγόμενη) υπεκμίσθωσε ολόκληρο τον εξοπλισμό που της μεταβιβάσθηκε στη Β.

Π. για χρονικό διάστημα μέχρι την 16-11-2008 οπότε και θα έληγε το σύνολο της χρηματοδοτικής μίσθωσης έναντι μηνιαίου μισθώματος 3.000 ευρώ. Τελικά, με την από 9-2-2006- εξώδικη καταγγελία της υπεκμισθώτριας, καταγγέλθηκε η εν λόγω υπομίσθωση λόγω καθυστέρησης καταβολής των μισθωμάτων και ζητήθηκε να της παραδοθεί όλος ο μισθωμένος εξοπλισμός, ο οποίος, τελικά, ανευρέθη στο μισθωθέντα από την εταιρία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΚΟΥΖΙΝΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ" χώρο, ιδιοκτησίας της ενάγουσας GR ...

ΑΕ. Με βάση την προαναφερόμενη χρηματοδοτική μίσθωση, η β’ εναγόμενη της 51866/07 αγωγής είχε την κυριότητα των μισθωθέντων στην α’ εναγόμενη πραγμάτων ενώ η τελευταία είχε την κατοχή και την χρήση αυτών. Η ενάγουσα GR ... ΑΕ. από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005 είχε πληροφορίες ότι τα κινητά πράγματα, που βρίσκονταν στο μίσθιο χώρο ήταν κυριότητας της β’ εναγόμενης.

Γι’ αυτό το λόγο με την από 1-12-05 επιστολή της με την οποία της γνωστοποίησε τη συντηρητική κατάσχεση που επέβαλε της ζήτησε να της γνωρίσει τα τυχόν δικαιώματα που είχε επ’ αυτών. Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ, των παρακάτω διαδίκων, προκειμένου να αποστείλει η β’ εναγόμενη στην ενάγουσα τα νομιμοποιητικά έγγραφα.

Η τελευταία επιστολή της ενάγουσας απεστάλη στην β’ εναγόμενη, η οποία ουδέν μέχρι τότε έγγραφο αποδεικτικό της κυριότητας της είχε αποστείλει, ούτε είχε γνωστοποιήσει την μεταξύ της ιδίας και της α’ εναγόμενης σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, την 8-3-06 με την οποία της γνώριζε, ότι εάν δεν αποστείλει τα έγγραφα μέσα σε προθεσμία πέντε ημερών που να αποδεικνύουν τυχόν υφιστάμενη σχέση μίσθωσης θα.

συμπεριελάμβανε όσα κινητά είχαν απομείνει σε επόμενη αναγκαστική κατάσχεση που θα πραγματοποιούσε. Κατά μήνα Μάιο του 2006 η πρώτη εναγόμενη απέστειλε στην. ενάγουσα εξώδικη γνωστοποίηση, επισυνάπτοντας και αντίγραφο της χρηματοδοτικής μίσθωσης και μετά από απαίτηση της ενάγουσας η β’ εναγόμενη. απέστειλε σ’ αυτή την από 17-7-06 εξώδικη πρόσκληση προς την ενάγουσα κάλεσε αυτή να παραδώσει τα επίδικα κινητά στην μισθώτρια αυτών, α’ εναγόμενη, αποδεικνύοντας τα δικά της ιδιοκτησιακά δικαιώματα.

Από τον παραπάνω χρόνο δεν απέμεινε στην ενάγουσα GR ‘... ΑΕ καμία αμφιβολία περί της κυριότητας των ως άνω κινητών αλλά και την ύπαρξη της προαναφερόμενης χρηματοδοτικής μίσθωσης. Παρόλα αυτά δεν τα παρέδωσε, απαιτώντας από τις εναγόμενες καταβολή χρηματικού ποσού που καθόρισε για αποθήκευτρα και φύλακτρα, διότι κατά τους ισχυρισμούς της υπέστη ζημία από την μη εκμίσθωση του χώρου σε τρίτους λόγω της ύπαρξης των επίδικων κινητών.

Μάλιστα εξέδωσε το υπ’ αριθμ. ...30-6-06 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών που απέστειλε στην β’ εναγόμενη, ποσού (13.232) ευρώ, που αντιστοιχούσε σε φύλακτρα μηνός Μαρτioυ-Ioυvίου 2006. Η β’ εναγόμενη με την από 17-7-06 εξώδικη δήλωσή της με την οποία γνωστοποιούσε στην ενάγουσα την κυριότητά της επί των ως άνω κινητών απέκρουσε το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της ενάγουσας..

Τελικά την 21-2-07 υπεγράφη ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της ενάγουσας (51866/06 αγωγής) και της α’ εναγόμενης με βάση το οποίο τα επίδικα κινητά παρελήφθησαν από την τελευταία, επιφυλάχθηκαν δε και οι δύο για τις αξιώσεις που προέβαλαν στις ένδικες αγωγές. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν προέκυψε ότι την κατοχή και χρήση των προαναφερομένων κινητών πραγμάτων είχε δυνάμει της παραπάνω σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης η α’ εναγόμενη-ενάγουσα των ενδίκων αγωγών "ΚΕΝΤΡΟ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΩΝ ΚΟΥΖΙΝΑΣ ΑΕΒΕ".

Η δεύτερη εναγομένη "ΚΥΠΡΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΕ" δυνάμει της προαναφερόμενης σύμβασης διατηρούσε την κυριότητα των πραγμάτων και τη νομή αυτών. Για το λόγο. αυτό η ενάγουσα ... ΑΕ απευθύνθηκε σ’ αυτή, προς παραλαβή των κινητών μίσθιων πραγμάτων από τον χώρο της, δεδομένου ότι λόγω της ύπαρξης των εν λόγω κινητών στο χώρο της, τα.

οποία ήταν μεγάλου όγκου, εμποδίζονταν να εκμισθώσει τον επίδικο χώρο. Ο ισχυρισμός• της, ότι δεν είχε δυνατότητα παραλαβής των πραγμάτων αυτών διότι κάτοχος αυτών ήταν. η α’ εναγόμενη δυνάμει της ως άνω σύμβασης, δεν ευσταθεί, αφού η ίδια είναι νομέας αυτών και μετά τη γνωστοποίηση από την ενάγουσα ότι τα επίδικα κινητά βρίσκονται στο χώρο της μπορούσε και είχε υποχρέωση να γνωστοποιήσει αμέσως την ύπαρξη χρηματοδοτικής μίσθωσης στην ενάγουσα καθώς και τα στοιχεία της μισθώτριας εταιρίας, α’ εναγόμενης, ώστε η τελευταία να προβεί άμεσα στην παραλαβή των κινητών πραγμάτων.

Αλλά και η ως άνω μισθώτρια παρότι, γνώριζε από τον Φεβρουάριο του έτους 2006 ότι τα κινητά πράγματα της κατοχής της βρίσκονταν στο χώρο της ενάγουσας κωλυσιεργούσε αδικαιολόγητα για την παραλαβή τους. Ειδικότερα οι ως άνω εναγόμενες της 51866/06 αγωγής ολοκλήρωσαν τη γνωστοποίηση προς την ενάγουσα τόσον του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των επίδικων κινητών όσο και την ύπαρξη της χρηματοδοτικής μίσθωσης δυνάμει της οποίας η α’ εναγόμενη είχε την κατοχή αυτών την 17-7-06, ενώ ήταν σε θέση να πράξουν αυτό από τον Φεβρουάριο του ιδίου έτους και να προβούν αμέσως μετά στην παραλαβή, της.

Με τον τρόπο αυτό περιόρισαν ανεπίτρεπτα και καταχρηστικά το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας, ως προς τη χρήση και την κάρπωση του χώρου της. Με τον τρόπο αυτό ζημίωσαν την ενάγουσα με το να την εμποδίζουν να εκμεταλλευθεί τον επίδικο χώρο. Η ως άνω υπαίτια και καταχρηστική συμπεριφορά -των εναγομένων σε βάρος της ενάγουσας της υπ’ αρ. 51866/06 αγωγής διήρκησε 4,5 μήνες, δηλαδή από Μάρτιο έως την 17-7-06.

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα ζημιώθηκε το ποσό των 2000 ευρώ μηνιαίως, που ήταν η μισθωτική αξία του ακινήτου της. Στη συνέχεια και όταν η προαναφερόμενη α’ εναγόμενη αποφάσισε να προβεί στην παραλαβή τους, η ενάγουσα-εναγόμενη GR ... ΑΕ αρνήθηκε αυτή. Ο λόγος άρνησης της ήταν η απαίτηση της καταβολής φυλάκτρων, πράγμα που αρνήθηκαν οι προαναφερόμενες ιδιοκτήτρια και μισθώτρια των κινητών.

Και η συμπεριφορά της εναγόμενης στην 3537/07 αγωγή είναι υπαίτια και παράνομη, προκαλώντας ζημία στην ενάγουσα της άνω αγωγής, μισθώτρια και κατόχου των κινητών, η οποία στερείται την κατοχή τους και τη χρήση τους καταβάλλοντες ταυτόχρονα μίσθωμα .στην εκμισθώτρια αυτών χρηματοδοτική εταιρία. Η παράνομη αυτή συμπεριφορά της εναγόμενης στην προαναφερόμενη αγωγή διήρκησε από 17-7-06 έως την κατάθεση της εν λόγω αγωγής (23-1-07) οπότε αμέσως μετά παρέδωσε αυτά στην ως άνω ενάγουσα.

Σύμφωνα με τις επικρατούσες στις συναλλαγές συνήθειες η ως άνω εναγόμενη της 3537/07 αγωγής όφειλε να παραδώσει τα επίδικα κινητά στην ενάγουσα κάτοχο και μισθώτρια αυτών, την 17-7-06, όταν πλέον βεβαιώθηκε για την ως άνω ιδιότητά της, επιφυλασσόμενη για τα τυχόν δικαιώματά της. Με τον τρόπο αυτό ζημίωσε υπαιτίως την ενάγουσα της 3537/07 αγωγής μισθώτρια των κινητών πραγμάτων αφού για χρονικό διάστημα έξι μηνών κατέβαλε το μίσθωμα, ανερχόμενο στο ποσό των (3.040) ευρώ μηνιαίως στην εκμισθώτρια χωρίς να έχει αυτά στην κατοχή της.

Μετά από αυτά οι εναγόμενοι στην υπ’ αρ. 51866/06 αγωγή οφείλουν στην ενάγουσα ευθυνόμενες εις ολόκληρον το ποσό των (9.000) ευρώ (4,5 μήνες Χ 2000 € μηνιαίως), ενώ η εναγόμενη στην 3537/07 αγωγή οφείλει στην ενάγουσα- "Κέντρο Εξαρτημάτων κουζίνας ΑΕΒΕ" για την παραπάνω αιτία το ποσό των (18240) ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι ένδικες αγωγές είναι εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμες και, αφού δέχθηκε τις εφέσεις των διαδίκων, και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει την υπ’ αριθ.

εκθ. κατ. 3537/2007 αγωγή και έκανε εν μέρει δεκτή για μεγαλύτερο ποσό την υπ’ αριθ εκθ. κατ.. 51866/2006 αγωγή, στη συνέχεια δέχθηκε τις ένδικες αγωγές ως προς τα ως άνω ποσά. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με την 3537/2007 ένδικη αγωγή δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις.

Ειδικότερα, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούται το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 914 ΑΚ, αφού η ανωτέρω συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, συνισταμένη στην κατακράτηση χωρίς δικαίωμα αλλότριων κινητών πραγμάτων ήταν υπαίτια και παράνομη, με την έννοια της αντιθέσεώς της στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης, ενώ η προαναφερθείσα ζημία της πρώτης αναιρεσίβλητης ήταν απότοκη της συμπεριφοράς αυτής.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα. Επισημαίνεται ότι η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα "σύμφωνα με τις επικρατούσες στις συναλλαγές συνήθειες όφειλε να παραδώσει τα επίδικα κινητά στην κάτοχο και μισθώτρια αυτών την 17-7-06 όταν πλέον βεβαιώθηκε για την ως άνω ιδιότητά της, επιφυλασσόμενη για τα τυχόν δικαιώματά της", δεν υποδηλώνει ότι το Εφετείο για την κατάφαση του παρανόμου της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας προσέφυγε στις επιταγές που απορρέουν από "τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές", όπως η τελευταία υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως.

Τούτο, όπως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει, διατυπώθηκε εκ περισσού, η δε παραδοχή της "ότι η συμπεριφορά της εναγόμενης (και ήδη αναιρεσείουσας) στην 3537/2007 αγωγή είναι υπαίτια και παράνομη, προκαλώντας ζημία στην ενάγουσα της άνω αγωγής, μισθώτρια και κάτοχο των κινητών, η οποία στερείται την κατοχή τους και τη χρήση τους καταβάλλοντας ταυτόχρονα μίσθωμα .στην εκμισθώτρια αυτών χρηματοδοτική εταιρία" πληροί, όπως προαναφέρθηκε το πραγματικό του κανόνα άρθρου 914 ΑΚ.

Περαιτέρω, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εφαρμογής των διατάξεων των ως άνω άρθρων, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εν λόγω εφαρμοστέων διατάξεων, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια το χρόνο (17-7-2006) κατά τον οποίο περιήλθε στην αναιρεσείουσα η εξώδικη πρόσκληση της δεύτερης αναιρεσίβλητης με την οποία την καλούσε να παραδώσει τα επίδικα κινητά πράγματα στην πρώτη αναιρεσίβλητη, την υπαίτια άρνηση αυτής έκτοτε και μέχρι την 23-1-2007 να παραδώσει τα πράγματα αυτά στην τελευταία και το ύψος της ζημίας που αυτή υπέστη, εξαιτίας της μη παραδόσεως των επίδικων κινητών πραγμάτων..

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγοι, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Εξάλλου, ο ως άνω τρίτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και μάλιστα παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281, 298, 299, 345, 346, 480 επ. 974, 975, 976, 984, 987, 989, 914, 926 ΑΚ ΑΚ, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι "την 17-7-2006, ήρθη η έως τότε υπαίτια και καταχρηστική συμπεριφορά (η οποία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τις περιστάσεις, ήταν ικανή να επιφέρει την επίδικη ζημία μας, την οποία και πράγματι επέφερε) των αντιδικούν, οι οποίες, με σκοπό να αποφύγουν τη δαπάνη αποθήκευσης του εξοπλισμού, περιόρισαν ανεπίτρεπτα το δικαίωμα κυριότητας, ως προς τη χρήση και κάρπωση του χώρου μας, ζημιώνοντας μας και έτσι, με το να μας εμποδίζουν να εκμεταλλευθούμε τον επίδικο χώρο, εκμισθώνοντας τον, έως και την 21-2-2007, οπότε και η πρώτη από αυτούς, έστερξε να τα παραλάβει, με αποτέλεσμα να δικαιούμαστε αποζημίωση, μέχρι και το χρονικό σημείο αυτό τουλάχιστον".

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ’ αυτούς. Αντιθέτως, αν η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με το να δεχθεί εσφαλμένα, ότι αυτά επέβαλαν "να προπαραδώσει τα επίδικα κινητά, επιφυλασσόμενη για τη χρηματική της αξίωση, ενώ η ορθή ερμηνεία, εφαρμογή και υπαγωγή των ανωτέρω περιστατικών, στις "επιταγές των συνηθειών των συναλλαγών", καταλήγει αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι, ο συναλλασσόμενος του οποίου το ακίνητο που προορίζεται για εκμίσθωση σε τρίτους, χρησιμοποιείται ουσιαστικά ως "αποθήκη" εξοπλισμού άλλων, ενώ ειδοποιεί, ενημερώνει και καλεί αυτούς επί 8 μήνες και πλέον να του γνωστοποιήσουν με στοιχεία τα δικαιώματά τους επί των πραγμάτων που καταλαμβάνουν την ιδιοκτησία του και να την απελευθερώσουν άμεσα, ωστόσο, κατά ανεξήγητο τρόπο, εμπαίζεται από αυτές, καλώς θεωρεί ότι δικαιούται να προβάλει τη νόμιμη αξίωση του προς καταβολή αποζημιώσεως κατά την ΑΚ 989, ιδίως, τη στιγμή κατά την οποία, ο ένας από τους δράστες (εν προκειμένω, η δεύτερη αναιρεσίβλητη), διαθέτει επανδρωμένο και πολυπρόσωπο νομικό τμήμα και ως εκ τούτου, με βεβαιότητα γνωρίζει τη συγκεκριμένη υποχρέωση, ωστόσο, παντελώς αδικαιολόγητα και αυθαίρετα, την έχει αποκρούσει".

Τα ανωτέρω όμως που διαλαμβάνονται στο λόγο αυτό αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελούν πραγματικό επιχείρημα προς στήριξη των απόψεων της αναιρεσείουσας.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς όμως να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.

Επομένως, ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/2001.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ’ αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο, από τον αριθ. 11 περ.

γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη του κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής της, την από 2-6-2006 εξώδικη απάντηση- πρόσκληση με όχληση απευθυνόμενη προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως και, ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι προσάγουν και επικαλούνται, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δε γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και εκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και το ως άνω έγγραφο Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από το ως άνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, αναφορικά, κυρίως, με το χρόνο από τον οποίο οι εναγόμενοι εκδήλωσαν την παράνομη συμπεριφορά τους για τη μη παραλαβή των επίδικων κινητών, είναι απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας του αποδεικτικού αυτού μέσου.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση, αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20 Φεβρουαρίου 2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GR ... forwarding Α.Ε." για αναίρεση της 514/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ