Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the case involves a substantive administrative dispute over child injury compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by parents against a child health institute regarding compensation for their minor daughter's injury. The parents argued for civil liability, but the court determined the claim was grounded in administrative law provisions concerning public authority actions. Consequently, the court ruled that the matter constitutes a substantive administrative dispute falling under the jurisdiction of administrative courts, not civil courts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1) and 95 of the Constitution; Articles 105 and 106 of the Code of Administrative Procedure: Claims for compensation arising from the exercise of public authority constitute substantive administrative disputes and fall under the jurisdiction of administrative courts, rendering civil court jurisdiction inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 657 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 657/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Τ. Χ. του Κ., κατοίκου ... και 2. Σ. συζ. Τ. Χ., κατοίκου ..., ατομικά και για λογαριασμό της ανηλίκου θυγατρός των Κ. Χ. της οποίας ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Διαλυνά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΥΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ", που εδρεύει στο Νοσοκομείο Παίδων "Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ", στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στρατή Σημαντήρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Δεκεμβρίου 2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24489/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2013/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2 Σεπτεμβρίου 2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 3 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, στη δε παράγραφο 2 ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται, μεταξύ άλλων, και όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Το επόμενο άρθρο 95 προβλέπει την ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων επί των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών.
Οι συνταγματικές αυτές διατάξεις χαράσσουν το όριο ανάμεσα στις ακυρωτικές και τις διοικητικές διαφορές ουσίας, καθώς επίσης και μεταξύ της ακυρωτικής αρμοδιότητας του ΣτΕ και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφ` ενός, και της γενικής αρμοδιότητας των πολιτικών δικαστηρίων αφ` ετέρου. Από το συνδυασμό τους δε συνάγεται ότι διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται ευθέως, βάσει του άρθρου 94 του Συντάγματος, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι εκείνες που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, εφόσον στη δεύτερη αυτή περίπτωση ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρεται στο δημόσιο δίκαιο.
Επί διαφορών όμως που δεν είναι ευθέως από το Σύνταγμα διοικητικές διαφορές ουσίας, αλλά προκύπτουν από εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών, ο κοινός νομοθέτης μπορεί να υπαγάγει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ειδική, για συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων, αρμοδιότητα. Η αρμοδιότητα αυτή μπορεί να είναι είτε ακυρωτική, είτε να εκτείνεται σε άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, αν η αναγνώριση ή η καταψήφιση σχετίζεται με νομική κατάσταση δημοσίου δικαίου και το δικαστήριο έχει την εξουσία να την διαμορφώσει.
Υπό την έννοια αυτή, διοικητική διαφορά δεν προκαλεί κάθε πράξη που, κατά τα εξωτερικά της γνωρίσματα, είναι μονομερής διοικητική και παράγει έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνο εκείνη η οποία, στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν τη δημόσια διοικητική δράση, επιδιώκει δημόσιο σκοπό (ΑΕΔ 2/1993). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1 § 2 περ.
η` του ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, πλην άλλων, και οι διαφορές οι οποίες αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ν.π.δ.δ. προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ. Παρά δε τη συσταλτική διατύπωση του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, που αναφέρεται σε πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, η έννοια της διατάξεως αυτής είναι ότι η αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου, των ΟΤΑ ή άλλων ν.π.δ.δ.
για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους παρέχεται όχι μόνο στις περιπτώσεις ευθύνης από την έκδοση ή την παράλειψη εκδόσεως εκτελεστών διοικητικών πράξεων, αλλά και από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξ αιτίας αυτής και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας των πιο πάνω προσώπων, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 53/1995).
Με τις ίδιες προϋποθέσεις γεννώνται διοικητικές διαφορές και από πράξεις οργάνων ν.π.ι.δ. στα οποία έχει εκ του νόμου ανατεθεί η άσκηση δημόσιας εξουσίας, καθόσον αυτά, κατά την άσκηση της εν λόγω εξουσίας, λειτουργούν ως ν.π.δ.δ. (ΑΠ 123/2005). Τέτοιο είναι και το πρώτο εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) "Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού", που αρχικώς λειτούργησε ως υπηρεσία του "Νοσοκομείου Παίδων - Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ" και με το υπ' αριθ. 867/1979 Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ τευχ.
Α'249/7-11-1979) μετατράπηκε σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του εν λόγω π.δ/τος, ενώ κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 15, εξακολουθεί να λειτουργεί εντός του ως άνω Νοσοκομείου. Το άρθρο 2 του Π.Δ. 867/1979 ορίζει στην μεν παρ. 1 ότι το "Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού" (Ι.Υ.Π.) τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους, ασκουμένη υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών στην δε παρ. 2, ότι η εν λόγω εποπτεία περιλαμβάνει:
α) το διορισμό της διοικούσας Επιτροπής, β) την έγκριση του προϋπολογισμού και του απολογισμού και γ) την άσκηση του οικονομικού και διαχειριστικού ελέγχου. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του εν λόγω π.δ/τος, σκοπός του είναι: α) Η διενέργεια ερευνών επί οιουδήποτε θέματος σχετιζομένου με την σωματική και ψυχική υγεία ως και την κοινωνική προστασία του παιδιού στην Ελλάδα.
β) Η αξιοποίηση διά παντός προσφόρου μέσου των πορισμάτων των άνω ερευνών, και η υποβολή προτάσεων διά την υπό του Κράτους λήψη μέτρων παιδικής προστασίας. γ) Η εξειδίκευση και επιμόρφωση Ιατρών, Επιστημόνων ετέρων ειδικοτήτων και λοιπών, εκ των καθ` οιονδήποτε τρόπο απασχολουμένων με την υγεία του παιδιού.
δ) Η ανταλλαγή και διάδοση επιστημονικών και εμπειρικών γνώσεων, πορισμάτων ερευνών και απόψεων επί παντός θέματος αφορώντος στην εν γένει σωματική ή ψυχική υγεία του παιδιού, και ε) Η διά λογαριασμό του Δημοσίου ή τρίτων ανάληψη εκτελέσεως ερευνητικών και λοιπών επιστημονικών έργων. Κατά την παρ. 2 του άνω άρθρου, προς επίτευξη των σκοπών του, το Ινστιτούτο α) Συνεργάζεται μετά των αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών, πανεπιστημιακών και λοιπών ερευνητικών ιδρυμάτων της ημεδαπής και της αλλοδαπής, διεθνών οργανισμών, και φορέων πάσης φύσεως των οποίων το αντικείμενο δραστηριότητος συνάδει προς τους σκοπούς του ινστιτούτου.
β) Οργανώνει επιστημονικές και λοιπές ενημερωτικές εκδηλώσεις (συνέδρια, σεμινάρια, εκθέσεις, διαλέξεις κ.λ.π.). Κατά το άρθρο 7 παρ. 2, η Διοικούσα Επιτροπή διορίζεται δι' αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών και κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, η Διοικούσα Επιτροπή συνεδριάζει προσκλήσει του Προέδρου αυτής, τακτικώς μεν άπαξ του μηνός, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε κριθή απαραίτητο υπό του Προέδρου ή υπό τριών εκ των μελών αυτής ή υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών.
Κατά το άρθρο 11 του ΠΔ, προς εξυπηρέτηση των σκοπών του Ινστιτούτου τάσσονται οι κάτωθι πόροι: α) Ετησία χορηγία εκ του Τακτικού Προϋπολογισμού του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, β) Κονδύλια εκ του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων διά την διεξαγωγή συγκεκριμένων ερευνητικών προγραμμάτων και διά τον εν γένει εξοπλισμό του Ινστιτούτου, γ) `Εσοδα εκ της παροχής υπηρεσιών προς τρίτους, δ) Πρόσοδοι εκ δωρεών ή εκ περιουσιακών στοιχείων πάσης φύσεως μεταβιβαζομένων στο Ινστιτούτο διά πράξεως εν ζωή ή δωρεών αιτία θανάτου προς εξυπηρέτηση των σκοπών του, ε) Πρόσοδοι εκ της ιδίας αυτού περιουσίας και στ) Επιχορηγήσεις πάσης φύσεως προερχόμενες είτε εκ κρατικών ή ιδιωτικών φορέων του εσωτερικού, είτε εκ του εξωτερικού.
Στην παρ. 4 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "Η διαχείρηση τον Ινστιτούτου γίνεται διά του Λογιστηρίου αυτού κατά τους κανόνας της ιδιωτικής οικονομίας. Τακτικός έλεγχος επί της διαχειρίσεως και του ισολογισμού του Ινστιτούτου ενεργείται υπό υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οριζομένων υπό του Προέδρου αυτού, τη αιτήσει του Ινστιτούτου".
Τέλος, κατά την παρ. 13 παρ. 1 του ΠΔ, περί των επιστημονικών αποτελεσμάτων των δραστηριοτήτων του Ινστιτούτου ενημερώνονται από την Διοικούσα Επιτροπή αυτού, τα Υπουργεία Συντονισμού και Κοινωνικών Υπηρεσιών, ως και έτεροι ενδιαφερόμενοι Κρατικοί και μη φορείς. Πρέπει να σημειωθεί ότι, μετά τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο (15-12-2001), με την παρ. 16 του άρθρου 31 του Ν. 1514/1985, που προστέθηκε με το άρθρο 15 του Ν.3370/2005 και ίσχυσε από 1-1-2007, το Ινστιτούτο μετατράπηκε σε ειδικό ερευνητικό ινστιτούτο του άρθρου 12 του Ν. 1514/1985, με την ίδια επωνυμία, έδρα, οργάνωση και διοίκηση και υπήχθη στις διατάξεις του νόμου αυτού, εποπτευόμενο από τους Υπουργούς Ανάπτυξης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με κοινή απόφαση των οποίων καθορίσθηκε ο τόπος άσκησης του επιστημονικού ελέγχου, ενώ ο ως άνω Ν. 1514/1985 ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 53 παρ. 5 του Ν. 3653/2008 (ΦΕΚ Α'49/21-3-2008), που ισχύει από 1-1-2010.
Περαιτέρω, το ως άνω Ινστιτούτο, στά πλαίσια των προπαρατεθειμένων αρμοδιοτήτων του, διεξάγει, από το έτος 1974, πρόγραμμα προληπτικού ελέγχου των νεογνών όλης της χώρας για τα νοσήματα φαινυλκετονουρίας, συγγενούς υποθυρεοειδισμού και έλλειψης ενζύμου GGPD, των οποίων η έγκαιρη διάγνωση αποτρέπει τις δυσμενείς συνέπειες στην υγεία των νεογνών.
Η συμμετοχή στο εν λόγω πρόγραμμα των μαιευτικών κλινικών της χώρας, είναι υποχρεωτική και η ενημέρωση εφαρμογής του γίνεται από το Υπουργείο Υγείας Πρόνοιας, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθ. Α21/οικ. 3445/30-06-1988, Υ35/1062/20-2-1996, Υ3γ/οικ. 2835/6-6-2000, Υ3γ/οικ. 1913/27-7-2001 έγραφα του εν λόγω Υπουργείου, απευθυνόμενα προς τις Διευθύνσεις Υγείας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, στα οποία μεταξύ των άλλων αναφέρεται και ότι το πρόγραμμα διεξάγεται από το Ινστιτούτο με εποπτεία και χρηματοδότηση του Υπουργείου Υγείας Πρόνοιας και δίδονται οδηγίες για το χρόνο και τρόπο της αποστολής των καρτών αιμοληψίας των νεογνών προς το Ινστιτούτο, για την αποδοτική λειτουργία του προγράμματος.
Από τις ανωτέρω διατάξεις και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, σαφώς συνάγεται ότι το αναιρεσίβλητο Ινστιτούτο, από την άποψη των εν γένει σκοπών, τους οποίους επιδιώκει, του δημόσιου συμφέροντος που υπηρετεί, ήτοι του προληπτικού ελέγχου της υγείας των νεογνών, για την αποτροπή δυσμενών συνεπειών στην μετέπειτα υγεία των, έχουσες γενικότερες επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο, της οργανωτικής δομής και των αρμοδιοτήτων του, της χρηματοδότησής του κυρίως από το Δημόσιο, καθώς επίσης της εποπτείας που υφίσταται από το ως άνω Υπουργείο, του τακτικού ελέγχου επί της διαχειρήσεως και του ισολογισμού του ενεργούμενος από κρατικούς υπαλλήλους και δη του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της υποχρέωσης του Ινστιτούτου να ενημερώνει για τα επιστημονικά αποτελέσματα των δραστηριοτήτων του, τα Υπουργεία Συντονισμού και Κοινωνικών Υπηρεσιών ως και τους ενδιαφερόμενους κρατικούς φορείς, που σαφώς υπερβαίνουν τη συνήθη εποπτεία και έλεγχο επί των ΝΠΙΔ και ασκούν αποφασιστική επιρροή στη διοίκηση και λειτουργία του, αλλά και του ότι η επιμέλεια της αποτελεσματικής λειτουργίας τους ανήκει στο Υπουργείο Υγείας, είναι φορέας δημόσιας διοίκησης υπό λειτουργική έννοια (βλ.
σχετ. ΑΠ 123/2005, ΑΠ 972/2002) και εντεύθεν έπεται ότι οι διαφορές αποζημιώσεως που γεννώνται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Ινστιτούτου κατά την άσκηση των ως άνω αρμοδιοτήτων του, αποτελούν διοικητικές διαφορές, θεμελιούμενες στα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και υπάγονται στη δικαιοδοσία των κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
Συνακόλουθα, η ένδικη, από 12-12-2006, αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ινστιτούτου, έχουσα κατά το εκτιθέμενο σ' αυτήν περιεχόμενο και αίτημα, ως αντικείμενο την αναγνώριση και καταψήφιση αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η ανήλικη θυγατέρα των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων (οι οποίοι ενεργούν για λογαριασμό της, ως ασκούντες από κοινού την γονική μέριμνα αυτής), από τις αναφερόμενες στο δικόγραφο της αγωγής παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του εναγομένου Ινστιτούτου, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας η οποία τους έχει ανατεθεί, και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη (ανήλικη) από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του τελευταίου, θεμελιώνεται στα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και, ως εκ τούτου, η αμφισβήτησή της προκαλεί διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος διοικητικών δικαστηρίων και εντεύθεν έπεται, ότι δεν υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκασή της και είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Συνεπώς, με το να δεχθεί τα ίδια και η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατ` ακολουθία των οποίων απέρριψε την εναντίον του αναιρεσιβλήτου αγωγή, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ο δε μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως που αιτιάται για αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας (Ολ. ΑΠ 860/1984, Ολ. ΑΠ 2/1999), είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 02-09-2013 αίτηση των Τ. Χ. του Κ. και Σ. συζ. Τ. Χ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Κ. Χ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2013/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τις διατάξεις της που αναφέρονται στο αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΥΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ". Πρέπει επίσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02-09-2013 αίτηση των Τ. Χ. του Κ. και Σ. συζ. Τ. Χ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Κ. Χ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2013/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τις διατάξεις της που αναφέρονται στο αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΥΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ". Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ