Legislator Case Law & Legislation
657/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment due to lack of legal basis and insufficient reasoning.

Case Number 657/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's eviction judgment. The appellant argued that the lower court failed to properly address the defense of abuse of right and the defense of fault-based liability. The court rejected these claims, finding that the lower court's reasoning, while potentially flawed in its assessment of evidence, led to the correct legal outcome regarding the dismissal of the abuse of right defense.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the lower court applied an inapplicable substantive rule, omitted the application of the applicable rule, or applied it erroneously, and the appeal must be rejected if the lower court reached the correct operative decision despite insufficient reasoning.

Keywords

AI generated
cassation appeal abuse of right fault-based liability insufficient reasoning correct operative decision Code of Civil Procedure eviction judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 300 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 7/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 657 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 657/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. θυγ. Α. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφροσύνη Τσαμολιά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ... και 2. Ν. Μ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 565/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-12-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 17-11-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις με αριθμ. 3362 Β/22-2-2010 και 3363 Β/22-2-2010, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Μεσολογγίου ..., τις οποίες προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για τη δικάσιμο της 28-11-2011, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο, για την οποία δεν απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων δεδομένου ότι η αναγραφή της υπόθεσης στο Πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (ΚΠολΔ 226 § 4, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 575 ιδίου Κώδικα), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους. Οι τελευταίοι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την προκειμένη δικάσιμο, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκαν. Επομένως σύμφωνα με το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ, παρά την απουσία τους, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως.

2. Ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ. 861/1984).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Μεταξύ των εναγόντων και των διαχειριστών των νομίμων συγκυρίων του αγροκτήματος "Γύρα Μ.", που ενεργούσαν για λογαριασμό τους στα πλαίσια της τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης αυτού, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Μεσολογγίου, επιφάνειας 2.406,58 στρεμμάτων, Χ.

Μ. και Ε. Π. - Δ., καταρτίσθηκε εγγράφως την 27.1.1999 σύμβαση μίσθωσης τμήματος τούτου. Το παραπάνω αγρόκτημα αποτελείται από 24 τεμάχια ... . Οι προαναφερόμενοι συμβληθέντες, συμφώνησαν όπως συγκαλλιεργήσουν με βαμβάκι τμήματα των ακολούθων τεμαχίων με τους αριθμούς 435, 436, 437, 442, 457, 463, 464, 483, 481, 479, 477, 475 473, 471, καθώς και 120 στρέμματα που βρίσκεται ανατολικά του μείζονος ακινήτου, μεταξύ της κοίτης και του δυτικού αναχώματος του ποταμού Ευήνου, και συνολικά 1.390 στρέμματα, για το χρονικό διάστημα των πέντε ετών δηλαδή μέχρι και την 30.11.2004.

Περαιτέρω συμφωνήθηκε όπως παραχωρηθεί η χρήση και η κάρπωση από τους διαχειριστές του παραπάνω ακινήτου στους ενάγοντες, οι οποίοι θα προέβαιναν σε όλες τις ενέργειες για την καλλιέργεια αυτού και την παραγωγή του βάμβακος και θα απέδιδαν στους τελευταίους ποσοστό επί των καρπών ... . Επίσης διατήρησαν το δικαίωµα οι ενάγοντες, να συµβάλλονται µε τρίτους για την συγκαλλιέργεια αγροτεµαχίων του µείζονος ακινήτου, µε την προηγούµενη έγκριση των διαχειριστών.

Στα πλαίσια αυτής της συµφωνίας παραδόθηκε στους ενάγοντες από τους τελευταίους η κατοχή του προαναφεροµένου ακινήτου τον Οκτώβριο του 1999, οι οποίοι άρχισαν την προετοιµασία του εδάφους ώστε να καταστεί πρόσφορο για τη σπορά που θα γινόταν το Φεβρουάριο του 2000. Μέχρι την τελευταία αυτή ηµεροµηνία είχαν οργώσει και φρεζάρει το ίδιο ακίνητο µε τη χρήση δικών τους γεωργικών µηχανηµάτων αλλά και τρίτων που απασχόλησαν για το σκοπό αυτό.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 14.10.1999 ο ήδη συγκάτοχος πρώτος των εναγόντων Μ. συµφώνησε εγγράφως µε τον πρώτο των εναγοµένων να συγκαλλιεργήσουν τα προαναφερόµενα τεµάχια του µείζονος ακινήτου, που περιλαµβάνονταν στη µισθωτική σύµβαση, που είχε συνάψει µε τους παραπάνω διαχειριστές, µε βαµβάκι για τέσσερα χρόνια.

Ο πρώτος των εναγοµένων υπήρξε από το 1996 µε βάση έγγραφη συµφωνία που είχε καταρτισθεί µεταξύ αυτού και των παραπάνω συγκυρίων του µείζονος ακινήτου για τις καλλιεργητικές περιόδους 1997-2000. Μεταξύ των τελευταίων δηµιουργήθηκαν διαφορές από τη λειτουργία της µισθωτικής σύµβασης ασκήθηκαν αγωγές και µηνύσεις και ο εναγόµενος παραπάνω- µισθωτής αποβλήθηκε από το επίδικο ακίνητο µε την 985/.8.12.1998 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης ...

Ό ίδιος εναγόµενος την 14.10.1999 υπέγραψε δήλωση, µε νόµιµη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του, στην οποία δηλώνει "ότι αποχωρεί από το σύνολο των τεµαχίων του κτήµατος Μ. ... και αποδίδει κατά πλήρη κατοχή και χρήση στο µισθωτή τους Κ. Μ. (δηλαδή τον πρώτο ενάγοντα)". Παρά το γεγονός όµως αυτό την 6.11.1999 συµφώνησε µε τον τέταρτο των εναγοµένων Α.

Π. να συγκαλλιεργήσει τα τεµάχια του επικοίνου ακινήτου µε τους αριθµούς 414, 436, 463 και 481, χωρίς να έχει τέτοια δυνατότητα, αφού δε βρισκόταν πλέον στην κατοχή τους. Την έλλειψη αυτής της δυνατότητας γνώριζε ο παραπάνω αντισυµβαλλόµενος, που υπήρξε συγκαλλιεργητής του κατά το παρελθόν όταν ο εναγόµενος Κ.

Τ. είχε την κατοχή του µείζονος ακινήτου, αφού οι δικαστικές διαφορές για τη µισθωτική σύµβαση και την αποβολή του τελευταίου, που προαναφέρθηκε ήταν γνωστές στους καλλιεργητές της περιοχής. Και ενώ οι ενάγοντες είχαν σχεδόν ολοκληρώσει τις προαπαιτούµενες για τη σπορά του επιδίκου ακινήτου ενέργειες, ως νόµιµοι κάτοχοι τούτου, µε βάση τη µισθωτική σύµβαση, το Φεβρουάριο του 2000 οι εναγόµενοι Κ.

Τ., Α. Π. και Δ. Ν., που υπήρξε κι' αυτός στο παρελθόν συγκαλλιεργητής του ίδιου ακινήτου µε τον πρώτο τούτων και γνώριζε ότι δεν ήταν πλέον κάτοχος αυτού, αλλά οι ενάγοντες εισήλθαν µε γεωργικά µηχανήµατα στο µισθωµένο ακίνητο και απέβαλαν βιαίως τους τελευταίους από την κατοχή τους και αυθαίρετα οι ίδιοι χωρίς δικαίωµα προέβησαν στη σπορά και καλλιέργεια αυτού µε βαµβάκι για λογαριασµό τους.

Θα πρέπει να σηµειωθεί ότι µε την 119/2000 απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, αναγνωρίσθηκαν οι ενάγοντες προσωρινά κάτοχοι του επιδίκου ακινήτου ... . Από την παραπάνω υπαίτια και παράνοµη πράξη των τριών εναγοµένων στερήθηκαν οι ενάγοντες τη δυνατότητα καλλιέργειας του µισθωµένου ακινήτου συνολικής επιφάνειας 1.165 στρεµµάτων, αφού στα 225 στρέµµατα ήταν συγκάτοχος ο πρώτος εναγόµενος, το οποίο µε βάσιµη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγµάτων θα το καλλιεργούσαν µε βαµβάκι, αν δε µεσολαβούσε η προαναφερόµενη συµπεριφορά των εναγοµένων και από την καλλιέργεια αυτή ...

συνολικά θα συγκόµιζαν 386.250 κιλά βάµβακος. Από την ποσότητα αυτή θα απέδιδαν ως συµφωνηµένο µίσθωµα στους ιδιοκτήτες αυτού, µε βάση τη µισθωτική σύµβαση 71.400 κιλά βάµβακος, άρα θα απέµενε υπόλοιπο 314.850 κιλά. Με βάσιµη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγµάτων θα πωλούσαν τη ποσότητα αυτή αντί του ποσού των 270 δρχ, ανά κιλό και έτσι συνολικά θα εισέπρατταν το ποσόν των 85.009.500 δραχ.

Από το ποσόν αυτό πρέπει να αφαιρεθούν 42.504.750 δρχ. που αντιστοιχούν στα έξοδα καλλιέργειας, που ανέρχονται στο 50% της αξίας της παραγωγής και συνεπώς θα αποκόµιζαν 42.504.750 δρχ, ή 124.739 ευρώ, που στερήθηκαν από την παράνοµη ενέργεια των τριών εναγοµένων. Οι ισχυρισµοί του εκκαλούντος εναγοµένου Α. Π. περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής και περί συνδροµής οικείου πταίσµατος των εναγόντων στην επικαλούµενη ζηµία τους, επειδή γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι νόµιµος κάτοχος του επιδίκου ακινήτου ήταν ο Κ.

Τ. και αυτός συγκαλλιεργητής του και ότι δικαστικές αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου επέβαλαν την παραµονή του στο επίδικο, τους οποίους πρότεινε στο πρωτοβάθµιο δικαστήριο και ήδη επαναφέρει µε σχετικό λόγο εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι." Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε µε εσφαλµένη εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 989, 997, 914 Α.Κ.

και διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή µη εφαρµογή αυτών. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι Χ. Μ. και Ε. Π.-Δ., ως νόµιµοι διαχειριστές του αγροκτήµατος και στα πλαίσια της τακτικής διοίκησης και εκµετάλλευσης αυτού, εκµίσθωσαν στις 27-1-1999 και παρέδωσαν στους ενάγοντες µισθωτές τον µήνα Οκτώβριο του ίδιου έτους την κατοχή συγκεκριµένων τµηµάτων του όλου ακινήτου, στην παραδοχή δε αυτή ενυπάρχει σαφώς και η παραδοχή ότι οι συγκύριοι βρίσκονταν στη νοµή του ακινήτου, ώστε να προκύπτει ότι οι ενάγοντες είχαν προστατευόµενη κατοχή.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση τα ονόµατα των συγκυρίων του κτήµατος, αφού η παραδοχή ότι οι ενάγοντες βρίσκονταν στην κατοχή του ακινήτου δυνάµει σύµβασης µίσθωσης αρκεί για τη νοµιµοποίηση αυτών να στραφούν κατά εκείνων που τους απέβαλαν και να ζητήσουν αποζηµίωση.

Εποµένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, µε τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο µε το να δεχθεί την αγωγή χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του τα ονόµατα των συγκυρίων του ακινήτου και αν αυτοί ήταν κατά τον χρόνο της µίσθωσης και συννοµείς, ώστε να προστατεύεται η κατοχή των εναγόντων µισθωτών, παραβίασε ευθέως µε εσφαλµένη εφαρµογή και εκ πλαγίου µε ανεπαρκή αιτιολογία τις ανωτέρω διατάξεις, είναι αβάσιµος.

Περαιτέρω: (α) η παραδοχή ότι στις 14-10-1999 ο πρώτος ενάγων και ο πρώτος εναγόµενος συµφώνησαν να καλλιεργήσουν, από κοινού 1390 στρέµµατα δεν αντιφάσκει µε την εν συνεχεία παραδοχή ότι ο πρώτος εναγόµενος, µέχρι τότε καλλιεργητής µε προηγούµενη σύµβαση µίσθωσης, ο οποίος είχε αποβληθεί από το επίδικο ακίνητο µε εκτέλεση της 748/207 απόφαση του Εφετείου Πατρών, δήλωσε την ίδια ηµέρα ότι αποχωρεί από το σύνολο των αγροτεµαχίων του κτήµατος Μ., ούτε µε την παραδοχή ότι "από την παράνοµη πράξη των εναγοµένων οι ενάγοντες δεν µπόρεσαν να καλλιεργήσουν τα 1165 στρέµµατα, αφού στα 225 στρέµµατα ήταν συγκάτοχος ο πρώτος εναγόµενος", διότι από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόµενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η παραίτηση του πρώτου εναγοµένου Κ.

Τ. από την κατοχή του όλου κτήµατος προηγήθηκε της µεταξύ του πρώτου ενάγοντος και του πρώτου εναγόµενου συµφωνίας. (β) η επικαλούµενη, ως εσφαλµένη, παραδοχή του Εφετείου ότι από την ποσότητα των 386.250 χιλ. βάµβακος που δέχθηκε ότι οι ενάγοντες θα συγκόµιζαν αν καλλιεργούσαν την έκταση των 1165 στρεµµάτων πρέπει να αφαιρεθούν 71.400 χιλ.

βάµβακος που όφειλαν κατά τη σύµβαση να αποδώσουν στους συγκυρίους του κτήµατος, αντί του ορθού 63.450 χιλ, προβάλλεται χωρίς έννοµο συµφέρον, αφού το σφάλµα αυτό αποβαίνει προς όφελος των εναγοµένων, καθόσον το διαφυγόν κέρδος των εναγόντων υπολογίσθηκε µε βάση την µικρότερη ποσότητα 314.850 χιλ. βάµβακος, ενώ χωρίς τα σφάλµα θα υπολογίζονταν µε βάση την µεγαλύτερη ποσότητα των 322.800 χιλ. (386.250- 63450) που θα κατέληγε σε καταβολή µεγαλύτερης αποζηµίωσης, (γ) το Εφετείο σαφώς δέχεται ότι τα τεµάχια με αριθμούς 414, 436, 463 και 481 δεν εµπίπτουν στα ως άνω 225 στρέµµατα και ότι χωρίς δικαίωµα ο πρώτος εναγόµενος συµφώνησε να συγκαλλιεργήσει αυτά µε τον δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας Α.

Π., για τον οποίο δέχθηκε ότι από κοινού µε τους εναγόµενους Κ. Τ. και Δ. Ν. απέβαλαν παράνοµα τους ενάγοντες από την έκταση των 1165 στρεµµάτων. Εποµένως, ο δεύτερος υπό τους αριθ. 2, 3 και 4 από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου, µε τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιµοι. Με τον δεύτερο υπό τον αριθ.1 από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόµενη απόφαση στερείται νόµιµης βάσης, καθόσον ενώ δέχεται ότι την αδικοπραξία της παράνοµης αποβολής των εναγόντων από την κατοχή του αγροκτήµατος διέπραξαν οι εκ των εναγοµένων Κ.

Τ., Α. Π. και Δ. Ν. στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι την αδικοπραξία διέπραξαν και οι Ε. Τ. και Α. Τ., ως προς τους οποίους δέχθηκε επίσης την αγωγή. Ο λόγος αυτός προβάλλεται χωρίς έννοµο συµφέρον από την αναιρεσείουσα και είναι απαράδεκτος, αφού η αποδιδόµενη πληµµέλεια δεν επηρεάζει την ευθύνη του συνεναγόµενου δικαιοπαρόχου της και εις ολόκληρον ευθυνοµένου Α.

Π.. Με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται, ότι το Εφετείο µε το να δεχθεί ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας Α. Π. γνώριζε, ως συγκαλλιεργητής κατά το παρελθόν του κτήµατος, όταν ο Α. Τ. είχε την κατοχή του µείζονος ακινήτου, ότι δεν είχε δικαίωµα να συγκαλλιεργήσει µε τον Α.

Τ. τα µε αριθ. 414, 436, 463 και 481 γαιοτεµάχια, όπως στις 6-11-1999 είχαν µεταξύ τους συµφωνήσει, αφού οι δικαστικές αποφάσεις για τη µισθωτική σύµβαση και την αποβολή του Α. Τ. ήταν γνωστές στους καλλιεργητές της περιοχής, δέχθηκε περιστατικά αποδεδειγµένα ως πασίδηλα, χωρίς να είναι και παρέλειψε έτσι να διατάξει αποδείξεις και για τα περιστατικά αυτά.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιµος, διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε τοπικό πασίδηλο γεγονός, αλλά ότι αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας γνώριζε τα παραπάνω περιστατικά ως καλλιεργητής κατά το παρελθόν του κτήµατος, όπως την ίδια γνώση είχαν και οι λοιποί καλλιεργητές της περιοχής. Με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο µε ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την από το άρθρο 300 Α.Κ.

ένσταση του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Α. Π. περί ευθύνης των εναγόντων εξ οικείου αυτών πταίσµατος, καθόσον στις παραδοχές του δεν περιλαµβάνεται ότι οι εναγόµενοι συνέλεξαν το βαµβάκι, αλλά µόνο ότι προέβησαν στην σπορά και καλλιέργεια. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιµος, διότι, όπως προκύπτει από τις πρωτόδικες προτάσεις των εναγοµένων, στοιχείο της ένστασης από το άρθρο 300 του Α.Κ.

δεν αποτελούσε και η παράλειψη των εναγόντων να συλλέξουν το βαµβάκι που οι εναγόµενοι έσπειραν και έτσι να αποκλείσουν ή µειώσουν τη ζηµία τους. Όπως προκύπτει από τις από 17-1-2005 πρωτόδικες προτάσεις των εναγοµένων ενώπιον του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου αυτοί ισχυρίσθηκαν ότι η ένδικη αγωγή ασκείται καταχρηστικά, καθόσον:

α ) µε την 39/2000 απόφαση ασφαλιστικών µέτρων του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου απερρίφθη η εναντίον τους αίτηση ασφαλιστικών µέτρων των εναγόντων και έτσι αυτοί παρέµειναν στην καλλιέργεια των επιδίκων ακινήτων, β ) η υπάρχουσα καλή πίστη τους ενισχύθηκε από την άνω δικαστική απόφαση, γ ) η σύµβαση µίσθωσης µεταξύ των διαχειριστών του κτήµατος και των εναγόντων καταρτίσθηκε παρά τη γνώση τους ότι οι εναγόµενοι βρίσκονται στην κατοχή των επιδίκων ακινήτων δυνάµει της άνω δικαστικής απόφασης, δ) ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας είχε συνάψει µε τον πρώτο εναγόµενο στις 6-11-99 σύµβαση συγκαλλιέργειας τµηµάτων των ακινήτων, ε) τα ακίνητα που καλλιεργήθηκαν από τον Κ.

Τ. είχαν έκταση 600 στρεµµάτων από τα οποία 200 συγκαλλιέργησε µε τον δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας και στ') η αποβολή των εναγοµένων έγινε στις 4-9-2000 χωρίς µέχρι τότε οι εναγόµενοι να έχουν συλλέξει τους καρπούς του βαµβακιού. Με αυτό το περιεχόµενο ο άνω ισχυρισµός, συγκροτούµενος κατά βάση από περιστατικά αρνητικά της αγωγής, δεν είναι ικανός να θεµελιώσει νομικώς την από το άρθρο 281 του Α.Κ.

ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής. Το Εφετείο, αν και εσφαλµένως προέβη σε εκτίµηση του αποδεικτικού υλικού και έκρινε τον ανωτέρω ισχυρισµό κατ' ουσίαν αβάσιµο, ωστόσο κατέληξε σε ορθό διατακτικό, και ως εκ τούτου ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πέµπτος λόγος του αναιρετηρίου, µε τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου µε ανεπαρκή αιτιολογία το άρθρο 281 του Α.Κ., πρέπει κατά εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ, να απορριφθεί.

Τούτο δε διότι παρά τη διατύπωση απορριπτικής αιτιολογίας διαφόρου νομικής κατηγορίας από εκείνη που έπρεπε το Εφετείο δεν κατέληξε σε δυσμενέστερο για την αναιρεσείουσα διατακτικό, αφού με οποιαδήποτε εκ των παραπάνω αιτιολογιών, το δυσμενές για την αναιρεσείουσα δεδικασμένο έχει την ίδια έκταση, δηλαδή και υπό τις δύο εκδοχές αποκλείεται εξ ίσου η ευδοκίμηση της ως άνω ένστασης.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-12-2009 αίτηση της Ε. Π. για αναίρεση της 565/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ