Legislator Case Law & Legislation
657/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence regarding property ownership acquisition. Appeal rejected as inadmissible for evidentiary evaluation errors.

Case Number 657/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence proving his title, while the lower court relied on documents and photos submitted by both parties. The court ruled that the lower court properly evaluated all evidence without needing separate mention of every item, and that the appellant's claim regarding the evaluation of evidence falls outside appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 369, 1033, 1192, 1194, 1198 of the Civil Code; Article 1005 of the Civil Procedure Code: An appeal challenging the evaluation of evidence or the application of common sense principles is inadmissible as it exceeds the scope of appellate review.

Keywords

AI generated
appellate review scope evidence evaluation error property ownership acquisition common sense principles admissibility of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 369, 1033, 1192, 1194 and 1198 of the Civil Code
Article 1005 of the Civil Procedure Code
Article 559 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 657 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 657/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαντά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Β. συζ. Α. Σ., το γένος Ξ. Κ., 2. Ε. συζ. Α. Κ., το γένος Α. Σ., 3. Α. συζ. Α. Α., το γένος Σ. Κ., κατοίκων ... και 4. Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπασίμο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-4-2005 και 15-2-2006 αντίστοιχες αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2130/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1735/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-11-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 30-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ, από τη στιγμή που ο υπερθερματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.

Με την κατακύρωση και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθερματιστής αποκτά το δικαίωμα, που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση. Δηλαδή, με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ρητώς η αρχή, ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παράγωγου τρόπου κτήσεως κυριότητος και συνεπώς ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθού η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα.

Ειδικότερα, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα αυτό "δυνάμει συμβάσεως", όπως είναι η εκποίηση με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, που αποτελεί, όπως με σαφήνεια συνάγεται από την άνω διάταξη (1005 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1017 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και 199, 513, 1192 και 1198 του ΑΚ, ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, η οποία ενεργεί υπό το κύρος της Αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση, που αποδέχεται την τελευταία προσφορά του υπερθερματιστή.

Έτσι, με τον πλειστηριασμό δεν δημιουργείται νέο δικαίωμα υπέρ του υπερθερματιστή, αλλά αυτός, ως ειδικός διάδοχος, παραλαμβάνει το πράγμα με όσα δικαιώματα σ' αυτό κατά το χρόνο του πλειστηριασμού είχε ο καθού η εκτέλεση. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, συνάγεται, ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του αμέσως πιο πάνω άρθρου (974 ΑΚ) προς εκείνες των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος, που έχει στη νομή του το ακίνητο για μια εικοσαετία (ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο), με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της .../20-9-1994 εκθέσεως περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Αικατερίνης Σκούρτη - Μπιτσώρη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί τα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Κρωπίας, στον τόμο 587, με αριθμό ..., περιήλθε στον ενάγοντα το αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση "Γλυκά Νερά" της περιφέρειας της πρώην Κοινότητας Παιανίας Αττικής και ήδη της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Γλυκών Νερών Αττικής, πλησίον του Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, εκτάσεως 240 τμ.

Το αγροτεμάχιο αυτό εμφαίνεται με τον αριθμό "3" στο από Αυγούστου 1965 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Μ. Π. και συνορεύει, κατά τον τίτλο κτήσεως, βορείως επί πλευράς μήκους 16,50 μέτρων με το "4" αγροτεμάχιο του ιδίου σχεδιαγράμματος, νοτίως επί πλευράς μήκους 15,50 μέτρων με το "2" αγροτεμάχιο, δυτικά επί πλευράς μήκους 15,05 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Π.

και ήδη Α. και ανατολικά επί προσώπου μήκους 15 μέτρων με Ανώνυμη οδό και ήδη οδό ... (Πάροδος ...) και είναι το επίδικο. Το ακίνητο αυτό εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου στις 20-7-1994 δυνάμει της 1061/1994 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώθηκε στο όνομα του ενάγοντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δ.

Π., που ήταν και επισπεύδων, ως τελευταίου υπερθεματιστή, αντί του ποσού των 5.500.000 δραχμών, από το οποίο κατέβαλε 500.000 δραχμές, ως εγγύηση, κατά την ημέρα του πλειστηριασμού και το υπόλοιπο ποσό των 5.000.000 δραχμών το συμψήφισε ισόποση απαίτηση του κατά της οφειλέτιδός του Ό. Α.. Το επίδικο αγροτεμάχιο το είχε αγοράσει η Ό.

Α. δυνάμει του .../25-1-1966 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Παπαγιαννοπούλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κρωπίας, στον τόμο 158, με αριθμό ..., από τον Μ. Χ. και αυτός το είχε αγοράσει σε μείζονα έκταση 4.500 τμ, δυνάμει του .../1952 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κρωπίας Βασ.

Παπαμιχάλη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κρωπίας, στον τόμο 13, με αριθμό ... από τον Σ. Χ.. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε, ότι ο αναιρεσείων και πριν από αυτόν η δικαιοπάροχός του άσκησαν οιαδήποτε διακατοχική πράξη επί του επιδίκου. Η κατάθεση του μάρτυρα Μ. Λ., που εξετάσθηκε με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος είναι γενικόλογη και ασαφής και από τα αποδεικτικά μέσα, που ο τελευταίος επικαλείται νόμιμα και προσκομίζει δεν συνάγεται απόδειξη ικανή να θεμελιώσει δικανική πεποίθηση περί του ως άνω θέματος, καθότι αποκρούονται από την σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του εξετασθέντος, με την επιμέλεια των εναγόντων-εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, μάρτυρα Π.

Β., που είχε ιδίαν αντίληψη περί των διακατοχικών πράξεων, που οι τελευταίοι ασκούσαν επί του επιδίκου. Αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη Βασιλική συζ. Α. Σ., δυνάμει του .../20-12-1965 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Παπαγιαννοπούλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, αγόρασε, μέσω του μεσιτικού γραφείου "ΟΙΚΟΠΕΔΙΚΗ ΑΓΟΡΑ", από τον Κ.

Β. το όμορο, προς το επίδικο, αγροτεμάχιο με αριθμό "4", εκτάσεως 238 τμ, όπως τούτο εμφαίνεται στο προαναφερθέν σχεδιάγραμμα του μηχανικού Μ. Π., το οποίο ο Κ. Β. είχε αγοράσει από τον Μ. Χ., δυνάμει του .../10-12-1965 πωλητηρίου συμβολαίου του ιδίου συμβολαιογράφου που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κρωπίας.

Αμέσως μετά την αγορά του αγροτεμαχίου αυτού η πρώτη αναιρεσίβλητη Β. Σ. προέβη στην περίφραξη αυτού με μανδρότοιχο. Τον Απρίλιο του 1966, κατά την επίσκεψή της στο ως άνω κτηματομεσιτικό γραφείο για την πληρωμή της πρώτης δόσης του τιμήματος του προαναφερθέντος αγροτεμαχίου, συμφωνήθηκε, άτυπα, μέσω του ιδίου μεσιτικού γραφείου, και πάλι η αγορά και του επιδίκου αντί τιμήματος 15.000 δραχμών, που κατά τη συμφωνία τους, ήταν καταβλητέο σε 15 μηνιαίες δόσεις των 1.000 δραχμών εκάστη.

Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής η πρώτη αναιρεσίβλητη κατέβαλε στο ως άνω μεσιτικό γραφείο, στις 10-4-1966 το ποσό των 1.000 δραχμών και εκδόθηκε η με ίδια ημερομηνία απόδειξη, την οποία η τελευταία επικαλείται νόμιμα και προσκομίζει, στην συνέχεια δε κατέβαλε και το υπόλοιπο του τιμήματος κατά τα συμφωνηθέντα.

Παράλληλα, άρχισε να ασκεί και επί του επιδίκου τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό αυτού εμφανείς διακατοχικές πράξεις. Κατά το έτος 1971, που άρχισε η πρώτη αναιρεσίβλητη να κτίζει στο όμορο του επιδίκου μία μικρή εξοχική κατοικία, κατεδάφισε ένα μεγάλο τμήμα της διαχωριστικής των δύο αγροτεμαχίων μάνδρας και με τον τρόπο αυτό ενοποιήθηκαν τα δύο αυτά αγροτεμάχια και το ενιαίο πλέον αγροτεμάχιο είχε συνολική έκταση μισού περίπου στρέμματος και κατά νεότερη καταμέτρηση 491 τμ.

Πιο συγκεκριμένα διαμόρφωσε την επιφάνεια του εδάφους του επιδίκου, που ήταν ανώμαλη, και κατά τα έτη 1973 - 1974 φύτεψε αρχικά ένα πεύκο και ένα κυπαρίσσι και φρόντιζε τις δύο προϋπάρχουσες εντός του επιδίκου ελιές, η μία εκ των οποίων στην συνέχεια καταστράφηκε, και συνέλεγε τον ελαιόκαρπό τους, ενώ αργότερα άρχισε να καλλιεργεί διάφορα κηπευτικά, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν.

Από τον Σεπτέμβριο του 1996 ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων εγκαταστάθηκε στην ως άνω εξοχική κατοικία, στην οποία έκτοτε μένει μόνιμα και κατά τα τελευταία χρόνια οι αναιρεσίβλητοι έχουν φυτέψει στο επίδικο και άλλα δένδρα, ενώ κατά το έτος 1999 εγκατέστησαν και ένα κινητό κιόσκι με σίδερα και τέντα πάνω σε μια μικρή τσιμεντένια βάση, το οποίο οι αναιρεσίβλητοι χρησιμοποιούν κατά τους θερινούς μήνες.

Έτσι, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων Β. Σ., έχοντας στη νομή της το επίδικο ακίνητο για χρόνο πέραν της εικοσαετίας, έγινε κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τον βάσιμο ισχυρισμό της και κατά το έτος 2000 έδωσε εντολή στον μηχανικό Μ. Α. και αυτός συνέταξε το από Δεκεμβρίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφανίζεται, ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα ενός ενιαίου αγροτεμαχίου μαζί με το "4", συνολικής εκτάσεως 491 τμ, στην συνέχεια δε, δυνάμει του .../3-3-2001 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Τσαβδαρίδου - Λαγοπάτη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, μεταβίβασε το ενιαίο ως άνω ακίνητο στους λοιπούς αναιρεσιβλήτους τέκνα της, κατά ψιλή κυριότητα και κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, παρακρατώντας για τον εαυτό της και εφ' όρου ζωής της το δικαίωμα της επικαρπίας, ήδη δε οι αναιρεσίβλητοι έχουν δηλώσει και το επίδικο στο Εθνικό Κτηματολόγιο του Δήμου Γλυκών Νερών.

Για τις ως άνω ενέργειες των αναιρεσιβλήτων, ήτοι της υποβολής της δηλώσεως ενόψει της διαδικασίας συντάξεως του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή του Δήμου Γλυκών Νερών και της συντάξεως του προμνησθέντος συμβολαίου γονικής παροχής, ο αναιρεσείων υπέβαλε σε βάρος των πρώτων την από 16-9-2003 μήνυση και ασκήθηκε σε βάρος αυτών ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 2308/1998 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 6 του ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 13 του ν. 2479/1997, και απάτη, δυνάμει δε της 5116/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Β' Τριμελούς Πλημμελημάτων) κηρύχθηκαν αθώοι των αποδοθεισών σ' αυτούς ως άνω πράξεων, μετά από την άσκηση εφέσεως κατά της 41893/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διότι κρίθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, αλλά και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, πίστευαν πεπλανημένα, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην πρώτη, λόγω του ότι αυτή είχε καταβάλλει στο μεσιτικό γραφείο τα χρήματα για την αγορά του, έστω και αν δεν είχε συνταχθεί προς τούτο σχετικό συμβόλαιο αγοράς, και, ότι η πλάνη τους αυτή είναι συγγνωστή, ενόψει του ότι από το 1996 μέχρι την εμφάνιση του εγκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και την προβολή των δικαιωμάτων του στο επίδικο ακίνητο, είχαν περάσει τόσα έτη, ώστε να δικαιολογείται η απόκτηση από την πρώτη κατηγορουμένη κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία και η εντεύθεν πλάνη τους.

Μετά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου γονικής παροχής, οι αναιρεσίβλητοι, όλοι μαζί συνέχισαν να ασκούν επί του επιδίκου τις προσιδιάζουσες σ' αυτό ως άνω πράξεις νομής. Στις 7-4-2003 ο αναιρεσείων Δ. Π. μερίμνησε για πρώτη φορά για την βιαία αποβολή της αρχικής ιδιοκτήτριας του επιδίκου Ό. Α., με βάση το πρώτο απόγραφο της προμνησθείσας .../1994 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως και συντάχθηκε η 191/7-4-2003 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά ..., την οποία οι αναιρεσίβλητοι επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν.

Από την εν λόγω έκθεση αποδεικνύεται, ότι η εγκατάσταση του αναιρεσείοντος υπερθεματιστή στο πλειστηριασθέν επίδικο ακίνητο έλαβε χώρα στις 7-4-2003 και συνακόλουθα, ότι δεν παρήλθε η προβλεπόμενη από το άρθρο 1020 του ΚΠολΔ βραχυπρόθεσμη αποκλειστική προθεσμία ασκήσεως της από 9-2-2006 αγωγής. Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι εντός του επιδίκου βρέθηκαν μία μεταλλική ψησταριά, η πρόχειρη ως άνω κατασκευή των αναιρεσιβλήτων, επιβεβαιώνεται δε από το περιεχόμενο αυτής η ύπαρξη της περίφραξης εντός της όμορης ιδιοκτησίας των τελευταίων από τσιμεντόλιθους, ένα τμήμα της οποίας ήταν γκρεμισμένο, όπως και η ύπαρξη εντός του επιδίκου της ως άνω ελιάς και του κυπαρισσιού.

Την επομένη, 8-4-2003, ο ίδιος εισήλθε εντός αυτού και προσπάθησε να αποκαταστήσει την περίφραξη του προς βορρά ορίου του, την οποία οι αναιρεσίβλητοι αφαίρεσαν αμέσως μετά, και, δυνάμει της από 30-5-2003 αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, στρεφόμενος κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ζήτησε να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα για την προστασία της νομής του επί του επιδίκου.

Δυνάμει της 423/2003 απόφασης του ως άνω Ειρηνοδικείου έγινε δεκτή η αίτηση και οι ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι και διατάχθηκαν οι καθών να απόσχουν από οποιαδήποτε πράξη επί του επιδίκου, δυνάμει, ωστόσο, της 4054/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή η έφεση των τότε καθών η αίτηση και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας αφού έγινε δεκτό, μεταξύ άλλων, ότι τον μανδρότοιχο, που διαχώριζε το επίδικο από το όμορο με αριθμό "4" αγροτεμάχιο, τον κατεδάφισαν οι καθών τουλάχιστον ένα χρόνο πριν τη συζήτηση (24-9-2003) της αιτήσεως στο πρωτοβάθμιο για την δίκη εκείνη δικαστήριο, ότι τον Δεκέμβριο του έτους 2000 η πρώτη των καθών (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη προέβη σε εμβαδομέτρηση τόσο του επιδίκου όσο και του ομόρου με αριθμό "4" αγροτεμαχίου, καθώς και σε σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος, ότι πράξεις νομής του αιτούντος (ήδη αναιρεσείοντος) στο επίδικο κατά τον ένδικο χρόνο (Απρίλιος 2003) και ένα έτος πριν από αυτόν δεν πιθανολογήθηκαν, καθόσον για πρώτη φορά επιχείρησε ο αιτών να εισέλθει στο επίδικο τον Απρίλιο του 2003 και πιθανολογήθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του αιτούντος, ότι αντικατέστησε την παλαιά περίφραξη του επιδίκου με νέα, κρίθηκε δε, περαιτέρω, ότι ο αιτών προσπάθησε τον Απρίλιο του 2003 να βάλει νέο συρματόπλεγμα μόνο στο σημείο που υπήρχε ο προαναφερόμενος μανδρότοιχος, ώστε να διαχωρίσει εκ νέου τα δύο αγροτεμάχια και όχι να περιφράξει ολόκληρο το επίδικο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου και συγκεκριμένα η πρώτη εξ αυτών επικαρπώτρια και οι λοιποί ψιλοί κύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς, εφόσον οι ως άνω διακατοχικές πράξεις προσπόρισαν κυριότητα στην πρώτη εξ αυτών - δικαιοπάροχό τους με έκτακτη χρησικτησία και, συνακόλουθα, αποσβέστηκε το ως άνω δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος και, επομένως, και του ιδίου, αφού η καθής η εκτέλεση - οφειλέτιδα δεν ήταν πλέον πράγματι κυρία του εκπλειστηριασθέντος επίδικου ακινήτου, κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού, κατά τον βάσιμο ισχυρισμό, που οι εναγόμενοι - ενάγοντες είχαν προβάλει με προφορική δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αναφερόμενοι στις έγγραφες προτάσεις τους, που δικονομικά διαμορφώνεται σε ένσταση κατά το μέρος που η πρώτη αγωγή στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι οι εναγόμενοι - ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου και συγκεκριμένα η πρώτη από αυτούς επικαρπώτρια και οι λοιποί ψιλοί κύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου καθένας τους, διότι οι λεπτομερώς αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις προσπόρισαν στην πρώτη αναιρεσίβλητη κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία και, έτσι, αποσβέστηκε το ως άνω δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και συνακόλουθα και του ιδίου, αφού η καθής η εκτέλεση - οφειλέτιδα Ό.

Α. δεν ήταν πλέον πράγματι κυρία του εκπλειστηριασθέντος επίδικου ακινήτου, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την αντίθετη διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος, για την επιστήριξη της οποίας αυτός είχε επικαλεσθεί, ότι έγινε κύριος του επιδίκου με τη μεταγραφή της πιο πάνω περιλήψεως, καθώς και με έκτακτη χρησικτησία, δέχτηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, και στη συνέχεια δέχτηκε την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίζοντας την πρώτη τούτων Β.

Σ. επικαρπώτρια και τους λοιπούς ψιλούς κυρίους κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου καθένα τους του επίδικου ακινήτου. Με αυτά, που δέχθηκε, και έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από την πρώτη αναιρεσίβλητη με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμόταν αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου από το έτος 1966 μέχρι το 2001 που το μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στους τρεις λοιπούς αναιρεσιβλήτους τέκνα της, και της απόσβεσης του δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, η οποία δεν ήταν πλέον πράγματι κυρία του εκπλειστηριασθέντος επίδικου ακινήτου, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, και της μη απόδειξης, ότι ο αναιρεσείων και πριν από αυτόν η ως άνω δικαιοπάροχός του άσκησαν μετά το 1966 οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επί του επιδίκου.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Εξάλλου, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχτεί, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη από το 1966 ασκούσε στο επίδικο τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του εμφανείς διακατοχικές πράξεις και μάλιστα φύτεψε αρχικά ένα πεύκο και ένα κυπαρίσσι και στη συνέχεια άρχισε να καλλιεργεί διάφορα κηπευτικά, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, αφού "είναι τουλάχιστον παράλογο από την ύπαρξη δενδρυλλίων εμφανώς μικρής ηλικίας και οικοδομικών κατασκευασμάτων που αποδεδειγμένα δημιουργήθηκαν αποκλειστικά κατά το έτος 2003, να συμπεράνει κανείς, ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβαιναν ανενόχλητοι σε πράξεις νομής επί του επιδίκου ήδη από το έτος 1966".

Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο.

Επειδή, ο λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα και ακολούθως να απορρίψει την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις φωτογραφίες που απεικονίζουν το επίδικο ακίνητο, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν" δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις ανωτέρω φωτογραφίες, χωρίς να είναι απαραίτητο να τις μνημονεύσει χωριστά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-11-2009 αίτηση του Δ. Π. για αναίρεση της 1735/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ