Supreme Court quashes lower court ruling on fixed-term contract termination due to major cause and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the lower court's decision regarding the termination of a fixed-term employment contract. The appellate court had incorrectly characterized the contract as indefinite and failed to apply the specific provisions allowing termination for a major cause before the statutory age limit. Consequently, the case was remanded to the original court for retrial with a new composition of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 669, 672, 673 of the Civil Code; Article 32 of the Personnel Organization of ALPHA BANK: A fixed-term employment contract may be terminated prior to its expiration only for a major cause, and such termination does not convert the contract into an indefinite one; the lower court erred in applying indefinite contract rules instead of the specific major cause provision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 657 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 657/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και με το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τζανέτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1063/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9382/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-6-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 9-1-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αλέξανδρου Νικάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου και του τετάρτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 669, 672 και 673 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή οργανισμό λειτουργίας του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση ή απόλυση του μισθωτού λόγω συμπληρώσεως ορισμένου ορίου ηλικίας, χωρίς να αναγνωρίζεται στον εργοδότη το δικαίωμα της ελευθερίας καταγγελίας της συμβάσεως οποτεδήποτε, οπότε η σύμβαση μπορεί να λυθεί προ του χρόνου αυτού μόνο για σπουδαίο λόγο.
Η καταγγελία για σπουδαίο λόγο της ορισμένου χρόνου συμβάσεως πριν τη λήξη του χρόνου για τον οποίο συνομολογήθηκε δεν την καθιστά ούτε τη μετατρέπει σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Εξάλλου, με το άρθρο 32 του Οργανισμού Προσωπικού της "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ" ορίζονται τα εξής: Η σύμβαση εργασίας του προσωπικού λύεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας των ανδρών και του 57ου των γυναικών.
Η σύμβαση του προσωπικού λύεται και πριν τη συμπλήρωση των ανωτέρω ορίων ηλικίας μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) δια του θανάτου του μισθωτού, 2)στην περίπτωση αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης συνεχούς απουσίας του υπαλλήλου πέραν του μηνός επιφέρουσα αυτοδικαίως τη λύση της σχέσεως εργασίας, 3) για σπουδαίο λόγο σύμφωνα με το άρθρο 672 του Αστικού Κώδικος, 4) στην περίπτωση ποινικής διώξεως του υπαλλήλου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των νόμων.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της ως άνω τράπεζας είναι ορισμένου χρόνου και η καταγγελία αυτών με την επίκληση σπουδαίου λόγου δεν την καθιστά, ούτε τη μετατρέπει σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 672 ΑΚ, σπουδαίο λόγο αποτελούν τα περιστατικά εκείνα, ή ακόμη και μεμονωμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να αξιωθεί η συνέχιση της εργασιακής συμβάσεως μέχρι τη λήξη της ως επαχθής για τον εργοδότη.
Επομένως, σπουδαίο λόγο μπορεί να θεμελιώσει όχι μόνον η ποινική καταδίκη αλλά ακόμη και η υποψία τελέσεως ποινικού αδικήματος, ιδίως όταν ο εργαζόμενος κατείχε θέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως και ο κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης του εργοδότη προς τον εργαζόμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Η αναιρεσείουσα τράπεζα προσέλαβε την αναιρεσίβλητη στις 10.11.1995 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως ταμία στο κατάστημα της ... και την 1-5-1997 την ενέταξε στο τακτικό της προσωπικό. Την 1-8-1987 η αναιρεσίβλητη μετατέθηκε στο κατάστημα ... απασχολούμενη ως ταμίας καταθέσεων, ενώ από την 1-1-1998 της ανατέθηκαν καθήκοντα ταμία συναλλάγματος και παράλληλα διενεργούσε συναλλαγές καταθέσεων.
Στις 10-2-2003 η αναιρεσίβλητη έλαβε εντολή να διενεργήσει από το ταμείο της και συναλλαγές καταθέσεων και όταν έκλεισε το ταμείο διαπιστώθηκε έλλειμμα 13.000 ευρώ. Ακολούθησε ειδικός έλεγχος από τον Επιθεωρητή ..., ο οποίος διαπίστωσε την ύπαρξη του ελλείμματος και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν προέκυψε από λογιστικό λάθος ή από αφαίρεση από συναλλασσόμενο ή απλό υπάλληλο του καταστήματος.
Στις 23-7-2003 η αναιρεσείουσα κοινοποίησε στην αναιρεσίβλητη έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της για σπουδαίο λόγο και ειδικότερα, λόγω της παράβασης του καθήκοντος πίστεως προς αυτήν, καθόσον, εκμεταλλευόμενη τη θέση της ως υπαλλήλου του καταστήματος ... με καθήκοντα ταμία και την εμπιστοσύνη των προϊσταμένων της, δημιούργησε από υπαιτιότητα της έλλειμμα ποσού 13.000 ευρώ για την αφαίρεση του οποίου κατέστη και κυρία ύποπτη.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι στην προκείμενη περίπτωση, επειδή στο άρθρο 32 του Οργανισμού του Προσωπικού της αναιρεσείουσας προβλέπεται η λύση της συμβάσεως εργασίας αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας και για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 672 ΑΚ, υπάρχει στη σύμβαση διαλυτική αίρεση, που πληρώθηκε λόγω της πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, με αποτέλεσμα η σύμβαση να θεωρείται εξαρχής αορίστου χρόνου, η δε καταγγελία της ρυθμίζεται από τις διατάξεις που ρυθμίζουν τις συμβάσεις αορίστου χρόνου, μεταξύ των οποίων και του άρθρου 281 ΑΚ.
Το έλλειμμα που δημιουργήθηκε στο ταμείο της αναιρεσίβλητης δεν οφείλεται σε υπεξαίρεση του ποσού των 13.000 ευρώ από την ίδια, η οποία ούτε ως ύποπτη υπεξαιρέσεως από τους αμέσους προϊσταμένους της θεωρήθηκε, όπως τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι δεν υπεβλήθη μήνυση εναντίον της για την πράξη της υπεξαίρεσης, ούτε άμεσα κινήθηκε η διαδικασία για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, αλλά αφού ήδη είχε παρέλθει χρονικό διάστημα περίπου 6 μηνών.
Παρά τα αποδειχθέντα που οδηγούν στην άποψη της κλοπής των χρημάτων από τρίτο πρόσωπο η αναιρεσείουσα ευθύνεται για τη δημιουργία του ελλείμματος και συγκεκριμένα, διότι παρέλειψε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για τη διαφύλαξη των χρημάτων που διαχειρίζονταν, αφού δεν τα τοποθέτησε σε ασφαλές ερμάριο αλλά τα άφησε αφύλακτα και απομακρύνθηκε από τη θέση της.
Η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την ευθύνη της και αποκατέστησε τη ζημία της αναιρεσείουσας, καταβάλλοντας ολόκληρο το ποσό του ελλείμματος. Εξάλλου, όσον αφορά την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ηθική βλάβη από την προσβολή του κύρους της στο προσωπικό της και στο συναλλακτικό της κοινό, αυτή συνδέεται με την τέλεση άδικης πράξης, η οποία δεν αποδείχθηκε, η δε επιχειρηθείσα από την εναγομένη αποκατάστασή της με την καταγγελία της συμβάσεως υπερβαίνει τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της καταγγελίας, με συνέπεια η καταγγελία αυτή να θεωρείται καταχρηστική και άκυρη, η δε αναιρεσείουσα που έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει τους μισθούς της.
Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 672 ΑΚ και 32 του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, δεχόμενο ότι η σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης ήταν εξαρχής αορίστου χρόνου και η καταγγελία της ρυθμίζεται από τις διατάξεις που προβλέπονται για τις αορίστου χρόνου συμβάσεις.
Έτσι, δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και ειδικότερα το άρθρο 672 ΑΚ, το οποίο θεμελίωνε τον καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό (ένσταση) της αναιρεσείουσας, ότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της συμβάσεως της αναιρεσίβλητης και είχε εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά την παραδοχή του λόγου αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 § 3 του ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9382/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ