Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment on lack of good faith in contract termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court decision that rejected a contract termination claim. The lower court found the termination invalid due to a lack of good faith and objective criteria, rejecting both primary and secondary grounds. The court upheld this ruling, stating the lower court provided sufficient reasoning to link the facts to the legal requirements of Article 281 of the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning sufficiently connects the established facts to the substantive law requirements, thereby precluding a review of the legal characterization.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 656 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 656/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Α. Σ. Β. Κ. Ε. Ε." και τον δ.τ. "Ε.-Π.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Πήτα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-05-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1048/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3060/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-9-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 28-9-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης …/2022) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 3060/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση α) έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η από 17-7-2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 1048/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή, ως προς την κύρια βάση της, η από 11-5-2016 (αριθ.
έκθ. κατάθεσης …/2016) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, και β) αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δικάστηκε εκ νέου η αγωγή και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς την κύρια βάση της (περί ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας ως γενομένης από λόγους εμπάθειας) και ως προς αμφότερες τις (μη ερευνηθείσες πρωτοδίκως) επικουρικές βάσεις της (περί ακυρότητας της καταγγελίας ως γενομένης για οικονομοτεχνικούς λόγους χωρίς την τήρηση των αντικειμενικών κριτηρίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη - α' επικουρική βάση - και ως γενομένης κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας - β' επικουρική βάση).
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020, 83 παρ. 1α' του Ν. 4790/2021, 25 του Ν. 4792/2021 και 49 παρ. 2 του Ν. 4963/2022). Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 5-5-2020 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση Δικαστηρίου στις 9-11-2022, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η οποία είχε ανασταλεί αρχικά από 13-3-2020 έως 31-5-2020 και ακολούθως από 7-11-2020 έως 6-4-2021, δυνάμει των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1α' του Ν. 4790/2021 αντίστοιχα.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς τον σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.
Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζόμενου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζόμενου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 114/2019, 1889/2017, 1683/2012).
Επίσης, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία που δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Περαιτέρω, εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος, διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 114/2019, 1173/2017, 244/2017, 102/2017, 769/2016, 601/2013, 904/2012).
Τέλος, για την επιβολή πειθαρχικής ποινής λόγω της εκ μέρους του εργαζόμενου τέλεσης κάποιου παραπτώματος κατά την παροχή της εργασίας του, πρέπει να υφίσταται εσωτερικός κανονισμός στην επιχείρηση του εργοδότη που προβλέπει το πειθαρχικό παράπτωμα ή/και τις πειθαρχικές κυρώσεις που μπορεί να επιβληθούν.
Τούτο σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν.Δ/τος 3789/1957 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων της Εργατικής Νομοθεσίας", η οποία ορίζει ότι "Δια πειθαρχικά παραπτώματα, καθοριζόμενα εις έκαστον των κανονισμών εργασίας, δύναται να προβλέπεται η επιβολή εις τον παραβάτην μισθωτόν, των κάτωθι ποινών..." (ΑΠ 114/2019, 102/2017, 157/2003).
Κατά συνέπεια, εφόσον στη συγκεκριμένη επιχείρηση δεν έχει καταρτισθεί εσωτερικός κανονισμός κατά τις διατάξεις του ως άνω νόμου, ο οποίος να προσδιορίζει τα πειθαρχικά παραπτώματα ή/και τις πειθαρχικές ποινές που μπορεί να επιβληθούν γι' αυτά ή/και να καθορίζει σχετικές πειθαρχικές διαδικασίες, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, για τον λόγο ότι ο εργοδότης, αντί της καταγγελίας, δεν επέλεξε το ηπιότερο μέτρο της επιβολής πειθαρχικής ποινής (ΑΠ 114/2019, 897/2012, 1889/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1573/2022, 485/2019, 130/2016).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, κρίνοντας επί της προαναφερθείσας έφεσης της αναιρεσίβλητης εταιρείας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ο οποίος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της … και κάτοχος Master του Πανεπιστημίου … του …, προσελήφθη στις 20-11-1985, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ανώνυμη εταιρεία "Ε.
Π. και Κ. (Π.)" ως αναπληρωτής Διευθυντής Πωλήσεων και Μάρκετινγκ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά από διάφορες συγχωνεύσεις μεταξύ εταιρειών, μεταφέρθηκε ex lege από τον Σεπτέμβριο του έτους 2014 στο νομικό πρόσωπο της εναγομένης. Η τελευταία ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και η λειτουργία της άπτεται του δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου ότι παράγει στρατιωτικό εξοπλισμό με βασικό προμηθευτή τις Ελληνικές ένοπλες Δυνάμεις.
Ο ενάγων, λόγω και των ανωτέρω αναφερομένων προσόντων του, διήλθε από πολλές θέσεις της εναγομένης και κατά τον χρόνο της απόλυσής του, δηλαδή τον …, είχε την ιδιότητα του Επιτελικού Συμβούλου Διοίκησης στρατηγικού σχεδιασμού - καινοτομίας και ανάπτυξης της εναγομένης. Το Ελληνικό Δημόσιο, μετά από διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (κοινώς "Τρόικα"), με σκοπό την οικονομική εξυγίανση της εναγομένης, συμφώνησε στην υλοποίηση ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης, το οποίο οριστικοποιήθηκε και συμφωνήθηκε την 16η-12-2013 και επικυρώθηκε στη συνεδρίαση του Eurogroup την 17η-12-2013 ως πληρωτέο προαπαιτούμενο για την εκταμίευση της δόσης, της οικονομικής υποστήριξης προς την Ελλάδα, προκειμένου να επανέλθει η εναγομένη στην κανονική και μη ελλειμματική της λειτουργία.
Ο ενάγων, ήταν θερμός υποστηρικτής του εν λόγω σχεδίου, όμως όταν από τις εθνικές εκλογές της … σχηματίστηκε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ανακοίνωσε την πλήρη αντίθεσή της στο εν λόγω σχέδιο και η διορισθείσα νέα διοίκηση της εναγομένης αποφάσισε τη μη εφαρμογή του σχεδίου. Ο ενάγων θεωρώντας ότι η μη εφαρμογή του προαναφερόμενου σχεδίου θα έχει δραματικές επιπτώσεις για την εναγομένη, κατ' αρχήν προέβη σε διάφορες ενέργειες, όπως η αποστολή του από … μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σημειώματος προς τη Γραμματεία του Διευθύνοντος Συμβούλου, το καλοκαίρι του έτους … εισηγητικά σημειώματα για τους κινδύνους που, κατά την άποψή του, ελλόχευαν για την εναγομένη από τη μη εφαρμογή του ως άνω σχεδίου, πλην όμως οι ως άνω εισηγήσεις του δεν έγιναν δεκτές και στις σχετικές διασκέψεις που γίνονταν, ελάμβανε απαξιωτικά σχόλια.
Ο ενάγων, τον Σεπτέμβριο του έτους … υποβλήθηκε σε σοβαρή εγχείρηση καρδιάς και όταν εξήλθε από το νοσοκομείο και πριν λήξει η αναρρωτική του άδεια, αφού ενημερώθηκε ότι η εναγομένη προέβη σε αλλαγή και αφαίρεση αρμοδιοτήτων του, επέστρεψε στην εργασία του, μέχρι που η εναγομένη στις … προέβη στην καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, καθώς και άλλων πέντε συναδέλφων του.
Ο ενάγων....από το διάστημα των σπουδών του ήδη επρόσκειτο κομματικά στο ΠΑΣΟΚ, πράγμα που συνέχισε να κάνει και όσο εργαζόταν στην εναγομένη, με ενεργή δράση εντός της εργασίας του, ήταν δε μέλος της οργάνωσης του χώρου του ΠΑΣΟΚ στην εναγομένη,....υποστήριζε την εφαρμογή του ως άνω σχεδίου και τα διευθυντικά στελέχη είχαν χωριστεί σε μνημονιακά και μη και ο ενάγων ανήκε στα μνημονιακά,....όταν άλλαξε η διοίκηση, μετά από ημέρες επισκέφθηκαν την εταιρεία ο αναπληρωτής Υπουργός Άμυνας και ο υφυπουργός Άμυνας και ανακοίνωσαν δημοσίως ότι η εταιρεία δεν πρόκειται να στηρίξει τις αναληφθείσες μνημονιακές υποχρεώσεις....
Μετά τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας έγινε από λόγους εκδικήσεως και εμπάθειας του νέου Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης στο πρόσωπο του ενάγοντος και λόγω των διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων αυτού. Η εναγομένη προχώρησε στην καταγγελία, εξαιτίας της πιο πάνω διάρρηξης της συνεργασίας τους και της έλλειψης εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του ενάγοντος, ο οποίος αμέσως, με την τοποθέτηση του νέου Διοικητικού Συμβουλίου, άρχισε να γνωστοποιεί σε αυτό, μέσω εγγράφων και προφορικώς, την αντίθεσή του στις αποφάσεις του σχετικά με το σχέδιο αναδιάρθρωσης και τη διάθεση επιβολής της δικής του άποψης, η εναγομένη δε δεν ήταν υποχρεωμένη, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, να απαντήσει στις απόψεις του, αντιθέτως η τελευταία ενήργησε με κίνητρο το συμφέρον της επιχείρησης, όπως εκείνη το εννοούσε κατά τον χρόνο που το συγκεκριμένο ΔΣ ασκούσε τη διοίκησή της, ενόψει ιδιαίτερα και του ευαίσθητου χαρακτήρα του είδους στο οποίο δραστηριοποιείται (παραγωγή στρατιωτικού υλικού), και δεν είναι παράλογο οποιαδήποτε διοίκηση αυτής της επιχείρησης να συνεργάζεται με την κυβέρνηση, ακριβώς λόγω του ανωτέρω χαρακτήρα της....
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η εταιρεία δεν προέβη σε απολύσεις για οικονομοτεχνικούς λόγους ούτε η ίδια πρότεινε σχετικό ισχυρισμό, σύμφωνα με τα ανωτέρω, και εφόσον δεν υπήρχε πλέον δυνατότητα συνεργασίας με τον ενάγοντα, λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης, δεν ετίθετο θέμα τοποθέτησής του σε άλλη θέση, αφού πάλι θα προέκυπταν τα ίδια προβλήματα στη συνεργασία των διαδίκων και επομένως είναι απορριπτέες και οι δύο επικουρικές βάσεις....".
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 180, 281, 669 ΑΚ, 5 παρ. 1, 14 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού δέχθηκε ότι η εναγομένη εταιρεία προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, εξαιτίας της διάρρηξης της συνεργασίας τους και της έλλειψης εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του, επειδή αυτός, αμέσως μετά την εκλογή του νέου Διοικητικού Συμβουλίου της, γνωστοποίησε σ' αυτό, εγγράφως και προφορικώς, την αντίθεσή του στις αποφάσεις του σχετικά με το σχέδιο αναδιάρθρωσης της εταιρείας, καθώς και τη διάθεση επιβολής της δικής του άποψης, περαιτέρω δε, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγομένη δεν ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει στις απόψεις του ενάγοντος και ότι ενήργησε με κίνητρο το συμφέρον της επιχείρησής της, όπως εκείνη το εννοούσε, κατά τον χρόνο που το συγκεκριμένο ΔΣ ασκούσε τη διοίκησή της, ενόψει ιδιαίτερα και του ευαίσθητου χαρακτήρα του είδους στο οποίο αυτή δραστηριοποιείται (παραγωγή στρατιωτικού υλικού), και ότι δεν είναι παράλογο οποιαδήποτε διοίκηση αυτής της επιχείρησης να συνεργάζεται με την κυβέρνηση, ακριβώς λόγω του ανωτέρω χαρακτήρα της, καθώς και ότι, εφόσον δεν υπήρχε πλέον δυνατότητα συνεργασίας της εναγομένης με τον ενάγοντα, λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του, δεν υπήρχε θέμα τοποθέτησής του σε άλλη θέση, αφού πάλι θα προέκυπταν τα ίδια προβλήματα στη συνεργασία τους.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 174, 180 ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της, περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, η οποία ακυρότητα συνίσταται στο ότι η εναγομένη, με την άσκηση του εν λόγω δικαιώματός της, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον αντί της καταγγελίας θα μπορούσε να επιλέξει ηπιότερα μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, όπως την τοποθέτηση του ενάγοντος σε άλλη θέση ή την επιβολή πειθαρχικής κύρωσης, είναι απαράδεκτος, καθόσον ο τελευταίος δεν επικαλείται ότι στην επιχείρηση της εργοδότριας εταιρείας υπήρχε εσωτερικός κανονισμός που προέβλεπε την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων σε βάρος των εργαζομένων ούτε ότι είχε προβάλει τον εν λόγω ισχυρισμό με την αγωγή του.
Σε κάθε περίπτωση δε, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ενάγων είχε επικαλεστεί, ως ηπιότερα σε σχέση με την καταγγελία μέτρα, την απασχόλησή του σε άλλη θέση ή την εκ περιτροπής ή μερική απασχόλησή του στην ίδια θέση, όχι όμως την επιβολή σε βάρος του πειθαρχικών κυρώσεων προβλεπομένων από εσωτερικό κανονισμό της επιχείρησης της εργοδότριας.
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες) την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της.
Από τις προαναφερθείσες, στα πλαίσια της εξέτασης του πρώτου λόγου αναίρεσης, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, ότι η ένδικη αγωγή είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη τόσο κατά την κύρια όσο και κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της απόφασής του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ, που δεν εφαρμόστηκε, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις, ανεπάρκεια και αντιφάσεις στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με την περιγραφή και τον χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-9-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης …/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3060/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ