Supreme Court allows appeal on statute of limitations, dismissing claim due to six-month lapse after first judgment publication.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the claim, finding the statute of limitations had expired. The plaintiff argued the limitation period was interrupted by a subsequent lawsuit filed in 2011, but the Court rejected this, noting the first judgment was published in 2011 and no valid interruption occurred. Consequently, the Court dismissed the claim as time-barred while ordering the defendant to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10, 261, 262 of the Civil Code; The statute of limitations expires six months after the publication of a first-instance judgment if no appeal is filed, and a subsequent lawsuit with identical content does not interrupt this period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 656 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 656/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ι. Ο. Σ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Χελιδώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης (ανήλικης τότε και εκπροσωπούμενης από τους γονείς της Ι. Ο. Χ. και Ι. Ο. Φ.) και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2011 μη οριστική και 169/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-6-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 24-6-2020 (αρ. κατ.31/2020) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 66/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης (άρθρο 681Α Κ.Πολ.Δ. όπως ίσχυε πριν την ισχύ του ν.4335/2015) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 20-8-2008 και με αρ. κατάθεσης 144/2008 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, Ι.
Ο. Σ., εκπροσωπούμενη ως ανήλικη από τους ασκούντες την γονική μέριμνα του προσώπου της, γονείς της, μαζί και με άλλους ενάγοντες, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, στρεφόμενοι κατά α) του Α. Σ. ) Α. Ο. και γ) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της υπεισήλθε το αναιρεσείον, ισχυρίστηκε, ότι, την 6-3-2008, ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αρ. ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην τρίτη εναγόμενη, προξένησε τροχαίο ατύχημα, οφειλόμενο σε αποκλειστική του υπαιτιότητα, κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του αδελφού αυτής (αναιρεσίβλητης), Ι.
Ο. Ι., ο οποίος επέβαινε, ως συνοδηγός, στο παραπάνω όχημα και ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν το ποσό των 60.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, που υπέστη από τον θάνατο του αδελφού της. Η αγωγή αυτή, ματαιωθείσα κατά την ορισθείσα προς συζήτηση δικάσιμο της 18-2-2009,επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 22-11-2010 κλήση, εκδικάστηκε την 4-5-2011 και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 45/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η οποία δημοσιεύτηκε την 1-6-2011 και με την οποία ως προς την αναιρεσίβλητη κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής, διότι, όπως δέχτηκε το δικαστήριο, αν και ήταν ενήλικη τόσο κατά τον χρόνο κατάθεσης της κλήσης, με την οποία εισήχθη η υπόθεση προς συζήτηση, δηλαδή την 22-11-2010, όσο και κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, δηλαδή την 4-5-2011, δεδομένου, ότι γεννήθηκε την 28-3-1991 και, επομένως, έπρεπε να διεξάγει αμφότερες τις διαδικαστικές πράξεις ατομικά ιδίω ονόματι, αυτή εκπροσωπήθηκε σε αμφότερες τις διαδικαστικές πράξεις από τους γονείς της.
Όσον αφορά στους λοιπούς ενάγοντες η αγωγή απορρίφτηκε ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και έγινε μερικά δεκτή στην ουσία της ως προς τους λοιπούς. Κατά της παραπάνω απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τους διαδίκους και συγκεκριμένα ασκήθηκαν α) η από 20-9-2011 έφεση από τους ενάγοντες (πλην της αναιρεσίβλητης) και β) η από 24-10-2011 έφεση από το αναιρεσείον.
Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 112/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία δημοσιεύτηκε την 30-5-2014. Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη με την από 12-9-2017 κλήση επανέφερε προς συζήτηση την παραπάνω αγωγή της. Κατά την συζήτηση της αγωγής αυτής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το εναγόμενο πρότεινε προφορικά ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου και την οποία ανέπτυξε και στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του, ισχυριζόμενο, ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται το άρθρο 261 Α.Κ., όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 101 του ν. 4139/2013 και, επομένως, η ένδικη αξίωση έχει παραγραφεί εν επιδικία, άλλως αν ήθελε κριθεί ότι εφαρμογή έχει το άρθρο 261 Α.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον άρθρο 101 του ν.4139/2013 και πάλι η αξίωση της ενάγουσας έχει παραγραφεί εν επιδικία, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου αυτού, αφού η δημοσίευση της με αριθμό 45/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, την 1-6-2011, συνιστά την τελευταία διαδικαστική πράξη στην ένδικη διαφορά και, εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια δικαστικών πράξεων, η έκτοτε πάροδος του προβλεπομένου από την παραπάνω διάταξη εξαμήνου για την εκ νέου έναρξη της παραγραφής συμπληρώνεται την 1-12-2011, ενώ η από 12-9-2017 κλήση της αναιρεσίβλητης, με την οποία επανέφερε προς συζήτηση την αγωγή, κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου την 12-9-2017 και κοινοποιήθηκε σε αυτό (αναιρεσείον) την 18-9-2017, δηλαδή, αφού παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών από το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής (1-12-2011) και έτσι συμπληρώθηκε εν επιδικία η προβλεπόμενη για την αξίωση της ενάγουσας και σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ.2 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 2 π.δ.237/1986 πενταετής παραγραφή.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την προταθείσα ως άνω από το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον ένσταση παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας, την οποία η τελευταία αρνήθηκε, με την με αριθμό 169/2018 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, όσον αφορά στον δεύτερο εναγόμενο και την δέχτηκε μερικά ως βάσιμη στην ουσία της όσον αφορά στους λοιπούς.
Κατά της παραπάνω απόφασης το αναιρεσείον άσκησε την από 14-11-2018 έφεσή του, επαναφέροντας ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με σχετικό λόγο την νομίμως πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας, ενώ η τελευταία άσκησε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου την από 1-8-2019 έφεσή της, η οποία, αφού κρίθηκε, ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα, θεωρήθηκε ως αντέφεση.
Επί της ασκηθείσης παραπάνω έφεσης και αντέφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 66/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία, αφού απορρίφτηκε η ως άνω ένσταση παραγραφής, στην συνέχεια απορρίφτηκε η παραπάνω έφεση, ως και η αντέφεση.
Κατά το άρθρο 261 εδ. α' ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται μεταξύ άλλων με την άσκηση της αγωγής, δηλαδή με την επίδοση αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 953/2012). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 261 εδ.β' ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20-3-2013 (ΦΕΚ Α 74/20-3-2013), η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Έτσι, ως διακοπτική διαδικαστική πράξη θεωρείται κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων των ή του δικαστηρίου, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία κατά τον ΚΠολΔ, για την έναρξη, συνέχιση, διεξαγωγή ή αποπεράτωση της δίκης. Εξάλλου η κατά τ' ανωτέρω παραγραφή, όπως το άρθρο 261 ΑΚ ίσχυε, πριν την ως άνω τροποποίησή του, μπορούσε να συμπληρωθεί "εν επιδικία", αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων παρέλθει χρονικό διάστημα ισόχρονο με την παραγραφή, που διακόπηκε.
Όμως, για να αρχίσει εκ νέου η διακοπείσα παραγραφή, από την τελευταία διαδικαστική πράξη του Δικαστηρίου, η οποία παραγραφή είναι ισόχρονη με την διακοπείσα και να μπορεί να συμπληρωθεί, με την παρέλευση του χρόνου, που ισχύει γι' αυτήν, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική πράξη ή άλλος λόγος διακοπής, πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης, προϋποτίθεται ότι είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης, με πράξεις των διαδίκων, ήτοι αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του.
Τέτοια διαδικαστική πράξη αποτελεί, μεταξύ άλλων και η κατάθεση κλήσεως προς ορισμό δικασίμου προς περαιτέρω συζήτηση και μάλιστα χωρίς ανάγκη επίδοσής της (ΑΠ 1683/84) ως και ο ορισμός δικασίμου, αφού δι' αυτής συντελείται συνέχιση προς ολοκλήρωση της δίκης (ΑΠ 53/2002). Η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 261 ΑΚ κινείται, ενόψει του επιδιωκομένου δι' αυτής σκοπού της εκκαθαρίσεως των συναλλαγών, εντός του πλαισίου της καθιερούμενης με το άρθρο 25 & 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητος (ΑΚ 61/2013).
Ήδη, όμως, με το άρθρο 261 ΑΚ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε, ορίζεται πλέον ότι την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής, η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης (παραγ.1), στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι (6) μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου, εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης, η δε διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Έτσι ορίστηκε πλέον νομοθετικά και για τις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η άσκηση της αγωγής ως ειδικό ανασταλτικό γεγονός του χρόνου νέας παραγραφής της αξίωσης, ο οποίος διαφορετικά θα άρχιζε αμέσως μετά την διακοπή που επέρχεται με την επίδοση της αγωγής, η οποία ήταν ισόχρονη, έστω και βραχυπρόθεσμη και το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα εξακολουθεί από το ανώτερο σημείο διακοπής και για όσο διαρκεί η δίκη της αγωγής, αποκλείοντας την παραγραφή της αξίωσης εν επιδικία μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης και επαναφέροντας την παραγραφή εν επιδικία, μόνο, στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η οποία, όμως μπορεί εκ νέου να διακοπεί με διαδικαστικές πράξεις διαδίκου.(Α.Π.950/2015 Α.Π.361/2019) Όπως προκύπτει, λοιπόν, από τη συνδυαστική ερμηνεία των διατάξεων του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ, η αναστολή της παραγραφής, η οποία ξεκινά από τη χρονική στιγμή της διακοπής της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής, διαρκεί για έξι μήνες, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου, συνεχίζει δε για όσο χρόνο δεν επιχειρούνται από τους διαδίκους διαδικαστικές πράξεις, ώστε κατ` αποτέλεσμα, η παραγραφή να συμπληρώνεται όταν παρέλθει χρόνος ίσος με την παραγραφή προσαυξανόμενος κατά έξι μήνες, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, της αδράνειας των διαδίκων.
Επί της τελευταίας αυτής προϋπόθεσης, όμως, ο νόμος, για την περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης, προβλέπει επιπλέον, στη δεύτερη παράγραφο του νέου άρθρου 261 ΑΚ, ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου "εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς".
Η συγκεκριμένη πρόβλεψη έχει ως συνέπεια, επί δικονομικών προθεσμιών που είναι μεγαλύτερες των έξι μηνών [διότι εάν είναι μικρότερες, καλύπτονται από το εξάμηνο της αναστολής), να μην υποκύπτει η επίδικη αξίωση σε παραγραφή. όσο διαρκεί η εν λόγω προθεσμία. Περαιτέρω κατά το άρθρο 277 ΑΚ το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί ούτε και την αντένσταση περί αναστολής ή διακοπής αυτής (ΑΠ 1667/2014, 98/2015) προταθείσης όμως της ενστάσεως της παραγραφής, το Δικαστήριο εξετάζει εάν όντως επήλθε η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής με έρευνα των προϋποθέσεων που στοιχειοθετούν αυτή και αναφέρονται στο λόγο της ενστάσεως σε συνδυασμό με τη θέση του καθ' ου η ένσταση, ο οποίος μπορεί να μην απαντήσει με αντένσταση (η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο αλλά κατόπιν επίκλησης από τον διάδικο που αποκρούει την παραγραφή), αλλά μπορεί να αρνηθεί μόνο τις προϋποθέσεις της ενστάσεως (Α.Π. 1667/2014, Α.Π. 1279/2014).Περαιτέρω κατά την παρ.2 άρθρου 19 π.δ. 237/1986 οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου υπόκεινται στην παραγραφή της παραγράφου 2 του άρθρου 10." κατά την οποία " Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής." Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.
Α.Π. 36/88, Ολ Α.Π. 4/2006). Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 66/2020 απόφασή του δέχθηκε, τα ακόλουθα σε σχέση με το ενδιαφέρον εν προκειμένω ζήτημα της παραγραφής της ένδικης αξίωσης:
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο εφέσεως το εφεσίβλητο νομικό πρόσωπο, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", επαναφέρει την ένσταση παραγραφής εν επιδικία, που πρόβαλε και ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενο, αφενός μεν ότι εν προκειμένω δεν εφαρμόζεται η νέα διάταξη του άρθρου 261 του ΑΚ, αλλά η παλιά ισχύουσα κατά το χρόνο πρώτης συζήτησης της αγωγής, αφετέρου ότι και υπό το νέο δίκαιο έχει και πάλι παραγραφεί εν επιδικία η απαίτηση της ενάγουσας- εφεσίβλητης- αντεκκαλούσας, κατ' άρθρο 261 παρ.2 του ΑΚ, δεδομένου ότι από τη δημοσίευση της με αριθ. 45/201 1 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης επί της με αρ.
καταθ. 144/2008 αγωγής που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση για την εφεσίβλητη αντεκκαλούσα, έως την με αριθ. καταθέσεως 197/12-9-2017 κλήση της, με την οποία επανέφερε προς συζήτηση τη με αρ. καταθ. 144/21-8-2008 που επιδόθηκε σ' αυτό στις 18-9-2017, παρήλθε πενταετία. Ο παραπάνω ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ως προς το κύριο σκέλος του, ήτοι περί εσφαλμένης μη εφαρμογής του προγενέστερου δικαίου, διότι εν προκειμένω κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στις 16-5-2018 ίσχυε η νέα διάταξη του άρθρου 261 του ΑΚ.
Επιπλέον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη της παρούσας, είναι μη νόμιμος και ως προς το επικουρικό του σκέλος. Τούτο δε διότι η ένδικη υπόθεση ήταν εκκρεμής στις 20.3.2013, οπότε τέθηκε σε ισχύ η αντικατασταθείσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, καθόσον επί της καταχθείσας σε δίκη, με την από 20-8-2008 (αρ.
καταθ. 144/2008) αγωγή, ένδικης αξίωσης δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, αφού μετά την έκδοση της μη οριστικής 45/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, δεν έπαυσε, έως και το χρόνο κατάθεσης της από 12-9-2017 (αρ.καταθ. 197/2017) κλήσης με την οποία η ενάγουσα επανέφερε προς συζήτηση την από 20-8-2008 (αρ.καταθ. 144/2008) αγωγή της, η εκκρεμοδικία από την αγωγή, ενώ δεν έχει περατωθεί με άλλο τρόπο η δίκη.
Επιπλέον κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του άρθρου 101 παρ. 1 του ν. 4139/2013, ήτοι την 20ην-3-2013, δεν είχε συμπληρωθεί η παραγραφή εν επιδικία της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας - εφεσίβλητης - αντεκκαλούσας αφού από την έκδοση της μη οριστικής απόφασης (45/201 1) στις 1-6-2011, οπότε διακόπηκε η παραγραφή, έως τις 20-3-2013 (χρόνο εφαρμογής του νέου άρθρου 261 ΑΚ) δεν είχε παρέλθει πενταετία.
Επομένως η εν λόγω υπόθεση καταλαμβάνεται ως εκκρεμής την άνω ημερομηνία (20-3-2013) από την τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ και η διακοπείσα με την άσκηση της ένδικης αγωγής παραγραφή τελούσε σε αναστολή".
Έτσι που έκρινε το δικαστήριο παραβίασε ευθέως την διάταξη της παρ.2 του άρθρου 261 Α.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 101 του ν.4139/2013, την οποία δεν εφάρμοσε, καίτοι ήταν εφαρμοστέα, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, με τον οποίο περαιτέρω ισχυρίζεται, ότι νόμιμα πρότεινε στα δικαστήρια της ουσίας την εκ του προαναφερθέντος άρθρου, όπως ισχύει μετά την ως άνω τροποποίηση του, ένσταση παραγραφής εν επιδικία.
Ειδικότερα το δικαστήριο αν και δέχτηκε, ότι επί της καταχθείσας σε δίκη με την από 20-8-2008 αγωγή, ένδικης αξίωσης της ενάγουσας είχε εκδοθεί η με αριθμό 45/2011 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που δημοσιεύτηκε την 1-6-2011 και ότι οι διάδικοι δεν είχαν επισπεύσει την συζήτηση της υπόθεσης έως τον χρόνο κατάθεσης της από 12-9-2017 κλήσης της ενάγουσας, με την οποία αυτή (ενάγουσα) επανέφερε προς συζήτηση την παραπάνω αγωγή και για την οποία και κατά το μέρος που αφορά στην αναιρεσίβλητη δεν είχε παύσει η εκκρεμοδικία και δεν είχε περατωθεί με άλλον τρόπο η δίκη, στην συνέχεια δέχτηκε ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας δεν είχε υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 10 παρ.2 του π.δ.237/1986 για την αξίωση αυτή πενταετή παραγραφή, διότι η υπόθεση καταλαμβάνεται ως εκκρεμής κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν.4239/2013 (20-3-2013) από την τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 261 παρ. 1 και 3 και συνεπώς η διακοπείσα με την άσκηση της αγωγής παραγραφή τελούσε σε αναστολή.
Ενώ έπρεπε να εφαρμόσει την διάταξη της παρ.2 του άρθρου 261 Α.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 101 ν.4139/2013 και κατά παραδοχή της νομίμως από το αναιρεσείον προταθείσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφερθείσης με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο σχετικής περί παραγραφής, κατά την διάταξη της παρ.2 άρθρου 261 Α.Κ, όπως ως άνω τροποποιήθηκε, αξίωσης της ενάγουσας, να δεχτεί ότι η ένδικη αξίωση αυτής (ενάγουσας) έχει παραγραφεί εν επιδικία, διότι η δημοσίευση της με αριθμό 45/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης συνιστά την τελευταία διαδικαστική πράξη στην ένδικη διαφορά και, εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων (μη επιτρεπομένου του ένδικου μέσου της έφεσης κατά της με αρ.45/2011 παραπάνω μη οριστικής ως προς την αναιρεσίβλητη απόφασης) από την 1-12-2011, (χρόνος έναρξης της παραγραφής) δηλαδή, μετά την πάροδο εξαμήνου από την 1-6-2011 (χρόνος δημοσίευσης της με αριθμό 45/2011 παραπάνω απόφασης) και μέχρι την κατάθεση της προαναφερομένης κλήσης της ενάγουσας την 12-9-2017 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της προβλεπομένης από το άρθρο 10 παρ.2 π.δ.237/1986 πενταετούς παραγραφής της αξίωσης αυτής (ενάγουσας), η οποία συνεπώς παραγράφηκε εν επιδικία, εν όψει και του ότι η ενάγουσα αρνήθηκε την ένσταση χωρίς να επικαλεστεί οποιοδήποτε διακοπτικό ή ανασταλτικό της παραγραφής γεγονός.
Ο ισχυρισμός της ότι η παραγραφή διακόπηκε με την έγερση άλλης (δεύτερης) από 4-7-2011 με αρ. κατάθεσης 106/2011 αγωγής της με το ίδιο περιεχόμενο με την κρινόμενη αγωγή, η εκδίκαση της οποίας ανεστάλη μέχρι να περατωθεί η δίκη επί της κρινομένης αγωγής δεν ασκεί ουδεμία επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης και δεν συνιστά γεγονός διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσης.
Με βάση τα παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος της και να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκασή της κατά το μέρος της αυτό από το παρόν Δικαστήριο, διότι δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (άρθρο 580 παρ 3 ΚΠολΔ).
Στην συνέχεια, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 169/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης και δικάζοντας επί της από 20- 8-2008 αγωγής, να απορριφθεί αυτή ως αβάσιμη και να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος για την άσκηση της έφεσης και αναίρεσης παραβόλου στο καταθέσαν αυτό.
Τέλος, πρέπει η αναιρεσίβλητη να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε και προτάσεις, τόσο του δευτέρου βαθμού, κατά τον οποίο παραστάθηκε, όσο και της αναιρετικής δίκης (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 66/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διακρατεί την υπόθεση και Δικάζει την έφεση.
Δέχεται την έφεση του αναιρεσείοντος "Επικουρικού Κεφαλαίου". Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 169/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.
Δικάζοντας επί της από 20-8-2008 (αρ. καταθ. 144/2008) αγωγής.
Απορρίπτει αυτήν. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τόσο του δευτέρου βαθμού, όσο και της αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ. Διατάσσει να επιστραφεί στο αναιρεσείον το κατατεθέν για την άσκηση της έφεσης και αναίρεσης παράβολο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ