656/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated656/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ή 560 του Κ.Πολ.Δικ.
Full text
Απόφαση 656 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 656/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Τσαντήλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και ήδη "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Βρέττα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Διαμαντή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και η οποία, στην ως άνω από 5-1-2021 δήλωση, καθώς και στις από 4-1-2021 κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3577/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2270/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-6-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 06-06-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 53686/87/24-06-2019) αίτηση αναίρεσης, που απευθύνεται κατά των αναιρεσιβλήτων πιστωτριών Τραπεζών, προσβάλλει την υπ' αριθμ. 2270/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ. ΚΠολΔ), ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη ( και στην παρούσα δίκη απολειπομένης) τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑLPHA BANK Α.Ε.".
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ανωτέρω τραπεζική εταιρεία, που δικάστηκε ερήμην (όπως θα αναφερθεί ειδικότερα κατωτέρω), στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.
ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.
ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων ( ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ.
με 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑLPHA BANK Α.Ε." [όπως η ερημοδικία αυτή σαφώς προκύπτει από το εισαγωγικό μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης στην πρώτη σελίδα του πρώτου φύλλου αυτής, όπου αναφέρεται ότι η άνω δεύτερη εφεσίβλητη δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, καθώς και από τη δεύτερη σελίδα του πρώτου φύλλου αυτής, όπου αναφέρεται το σκεπτικό της ερημοδικίας της άνω εφεσίβλητης].
Η ανωτέρω τραπεζική εταιρεία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. δεύτερη σελίδα του πρώτου φύλλου αυτής), είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 23-03-2018 ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και περαιτέρω, σύμφωνα επίσης με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ.
ομοίως δεύτερη σελίδα του πρώτου φύλλου αυτής), η συζήτηση της υπόθεσης στην ανωτέρω δικάσιμο χώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρα 764 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό 741 και 524 παρ. 4 εδ. α' ΚΠολΔ), χωρίς η εν λόγω ερημοδικία να αναιρείται από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου από προφανή παραδρομή αναγράφεται ότι εκδικάζεται η υπόθεση "αντιμωλία των διαδίκων".
Επομένως, ως προς την ανωτέρω τραπεζική εταιρεία (εφόσον αυτή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010 δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δικ.
και ως προς την ανωτέρω τρίτη αναιρεσίβλητη και εφόσον περαιτέρω έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του ( ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 3369 Δ'/11-11-2019 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Δ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου της, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 06-06-2019 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 2270/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (08-01-2021) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ. 2, 126 παρ. 1 περ.
γ', 129 και 568 παρ. 4 ΚΠολΔ στην τρίτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑLPHA BANK Α.Ε.". Η αναιρεσίβλητη όμως αυτή, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε και κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, εφόσον η απολειπόμενη τρίτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, καίτοι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία αυτής.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να την αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή ( ΑΠ 735/2019, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014).
Ειδικότερα βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη και όχι απλώς παροδική περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του ( ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 551/2018).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017), ως τέτοια δε νοούνται εκείνα τα οποία εκ του νόμου (άρθρα 1389 επ., 1486 επ.
ΑΚ) υποχρεούται να διατρέφει (πρβλ ΑΠ 438/2019). H μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο και μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον ( ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 951/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ.
α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό, που είναι αντίστοιχος του από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ( ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 198/2015).
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ή 560 του Κ.Πολ.Δικ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ή 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ), με εσφαλμένη ερμηνεία ή κακή εφαρμογή, πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλομένη νομική πλημμέλεια, καθόσον η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 503/2020, ΑΠ 290/2013, ΑΠ 369/2012, ΑΠ 328/2008).
Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατ' άρθρο 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 763/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 αριθμ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 05-01-2014 (αρ. κατ. 70/2014) αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία, επικαλούμενη μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών της προς τις καθ' ών η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες, ζήτησε τη ρύθμιση των οφειλών της, σύμφωνα με τον προτεινόμενο από αυτήν τρόπο απαλλαγής και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, καθώς και όλης της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας της.
Επί της αίτησης αυτής, η οποία συζητήθηκε στις 03-04-2017 κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3577/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο αυτό δικαστήριο δέχτηκε εν μέρει την αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία, καθώς και άλλο διαμέρισμα αυτής του οποίου είχε την ψιλή κυριότητα, ενώ διέταξε την εκποίηση της λοιπής ακίνητης περιουσίας της, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της.
Κατά της απόφασης αυτής το πρώτο καθ' ού η αίτηση - πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", άσκησε την από 16-11-2017 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο και εξέδωσε την υπ' αριθμ. 2270/2019 απόφασή του (αναιρεσιβαλλόμενη), με την οποία, αφού δέχθηκε κατά το τυπικό και ουσιαστικό μέρος την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε την από 05-01-2014 αίτηση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αίτηση αυτή της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας για την υπαγωγή της στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010.
Ειδικότερα το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2270/2019 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα - πρώτη των εφεσίβλητων, είναι ηλικίας 50 ετών, διαζευγμένη με ένα ενήλικο τέκνο, το οποίο δεν αποδεικνύεται ότι την βαρύνει οικονομικά, καθώς είναι 25 ετών, εισήχθη στο ΤΕΙ Κρήτης τον Σεπτέμβριο του έτους 2011, όπου η ελάχιστη διάρκεια σπουδών είναι 8 εξάμηνα, στα οποία περιλαμβάνεται και ένα εξάμηνο πρακτικής άσκησης στο επάγγελμα (βλ.
τη με αρ. πρωτ. …/….03.2017 βεβαίωση του τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών Τ.Ε. της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών), ενώ από το έτος 2016 έχει ήδη αρχίσει να παρουσιάζει μικρό εισόδημα και δεν προσκομίζονται μετέπειτα στοιχεία για την οικονομική του κατάσταση. Είναι δημόσιος υπάλληλος, με καθαρές μηνιαίες αποδοχές τον Δεκέμβριο του 2017 ύψους 1.411,70 ευρώ και τον Ιανουάριο του 2018 ύψους 1.495,64 ευρώ.
Η πρώτη των εφεσίβλητων - αιτούσα έχει στην πλήρη κυριότητα της ένα διαμέρισμα του τέταρτου υπέρ το ισόγειον ορόφου, που βρίσκεται στον ..., επί της οδού … αρ. …., επιφάνειας 72,16 τ.μ., μαζί με μία αποθήκη υπογείου, επιφάνειας 4,23 τ.μ. και μία θέση στάθμευσης, επιφάνειας 10,12 τ.μ., συνολικής αντικειμενικής αξίας 85.974,81 ευρώ, σύμφωνα με τη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α.
του έτους 2016, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία της. Επίσης, η πρώτη των εφεσίβλητων έχει την ψιλή κυριότητα σε ποσοστό 100% εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος πρώτου ορόφου, επιφάνειας 82,40 τ.μ. στο …. , επί της οδού 25ης Μαρτίου, αντικειμενικής αξίας 23.815,95 ευρώ (ΕΝΦΙΑ 2016) και την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα των εξής αγροτεμαχίων: 1) 350 τ.μ.
στη θέση "…" στο …, 2) 800 τ.μ. στη θέση "…" στο ..., 3) 800 τ.μ. στη θέση "…." στο ..., 4) 1.000 τ.μ. στη θέση "…" στο ..., 5) 1.500 τ.μ. στη θέση "…" στο ..., 6) 350 τ.μ. στη θέση "…" στο ..., 7) 800 τ.μ στη θέση "…" στο ... και 8) 800 τ.μ. στη θέση "…" στο .... Επίσης, έχει στην κυριότητα της ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασιακής κατασκευής FORD, τύπου FIESTA, 1388 κ.ε.
με αριθμό κυκλοφορίας … και έτους κυκλοφορίας 2010. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη των εφεσίβλητων, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα, δήλωσε το οικονομικό έτος 2003, εισόδημα 15.250,30 ευρώ, το οικονομικό έτος 2004, εισόδημα 14.663,10 ευρώ, το οικονομικό έτος 2005, εισόδημα 17.196,34 ευρώ, το οικονομικό έτος 2006, εισόδημα 18.354,45 ευρώ, το οικονομικό έτος 2007, εισόδημα 20.031,06 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008, εισόδημα 20.525.86 ευρώ, το οικονομικό έτος 2009, εισόδημα 21.714,00 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011, εισόδημα 27.668,98 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012, εισόδημα 26.415,84 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013, εισόδημα 21.140,13 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014, εισόδημα 20.278,60 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014, εισόδημα 20.636.42 ευρώ, το φορολογικό έτος 2015, εισόδημα 20.557,56 ευρώ και το φορολογικό έτος 2016, εισόδημα 20.245,02 ευρώ.
Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η πρώτη των εφεσίβλητων έχει αναλάβει τα παρακάτω χρέη προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, εκ των οποίων αυτά που είναι ανέγγυα, θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ληξιπρόθεσμα, με την κοινοποίηση της αίτησης, υπολογιζόμενα με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο αυτόν, ανερχόμενων στα εξής ποσά: 1.
υπέρ του εκκαλούντος "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" από την υπ' αριθ. 21/16009 σύμβαση δανείου μικροεπισκευών, οφείλει το συνολικό ποσό των 12.899,52 ευρώ, μετά τόκων και εξόδων, για τη χορήγηση του οποίου, το εκκαλούν ενέγραψε προς εξασφάλιση του προσημείωση υποθήκης επί της ανωτέρω περιγραφόμενης πρώτης κατοικίας της πρώτης των εφεσίβλητων, 2.
υπέρ της δεύτερης εφεσίβλητης "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." από την υπ' αρ. … σύμβαση προσωπικού δανείου, οφείλει το συνολικό ποσό των 1.910,73 ευρώ, μετά τόκων και εξόδων, 3. υπέρ της τρίτης εφεσίβλητης "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." α) από την υπ' αριθ. … σύμβαση στεγαστικού δανείου, οφείλει το συνολικό ποσό των 94.184,99 ευρώ, μετά τόκων και εξόδων, για τη χορήγηση του οποίου, η τρίτη εφεσίβλητη ενέγραψε προς εξασφάλιση της προσημείωση υποθήκης επί της ανωτέρω περιγραφόμενης πρώτης κατοικίας της, β) από την υπ' αριθ.
… σύμβαση στεγαστικού δανείου, οφείλει το συνολικό ποσό των 63.904,66 ευρώ, μετά τόκων και εξόδων, για τη χορήγηση του οποίου, η τρίτη εφεσίβλητη ενέγραψε προς εξασφάλιση της προσημείωση υποθήκης επί της ανωτέρω περιγραφόμενης πρώτης κατοικίας της, γ) από τη με αριθμό λογαριασμού …. σύμβαση καταναλωτικής πίστης, οφείλει το συνολικό ποσό των 1.275,34 ευρώ, μετά τόκων και εξόδων, δ) από τη με αριθμό λογαριασμού … σύμβαση καταναλωτικής πίστης, οφείλει το συνολικό ποσό των 10.000,00 ευρώ, μετά τόκων και εξόδων και 4.
υπέρ της τέταρτης εφεσίβλητης "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΥΝ.Π.Ε." α) την υπ' αρ. …-… σύμβαση στεγαστικού δανείου, οφείλει το συνολικό ποσό των 4.859,12 ευρώ, μετά τόκων και εξόδων, β) την υπ' αρ. …-… σύμβαση συμπληρωματικού στεγαστικού δανείου, οφείλει το συνολικό ποσό των 487,28 ευρώ, μετά τόκων και εξόδων.
Οι ανέγγυες απαιτήσεις της πρώτης των εφεσίβλητων παύουν να εκτοκίζονται από την επίδοση του δικογράφου της αίτησης προς τις δανείστριες. Από το σύνολο των ανωτέρω, συνάγεται ότι η πρώτη των εφεσίβλητων εξακολουθεί να οφείλει τα ως άνω ποσά, πλην όμως δεν αποδεικνύεται η περιέλευση της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από το έτος 2013 και έκτοτε.
Και αυτό διότι, η αδυναμία πληρωμών του μεταξύ των ετών 2013 έως 2015 ήταν πρόσκαιρη και όχι μόνιμη, όπως απαιτεί ο νόμος 3869/2010, οφειλόταν δε στην επιβάρυνση της από τις ανάγκες του υιού της, ο οποίος ήταν φοιτητής, πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποδεικνύεται η υποχρέωση της αυτή κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης.
Επομένως, η πρώτη των εφεσίβλητων είναι σε θέση και πάλι να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις, όπως έπραττε και πριν το έτος 2013, καθώς αν αφαιρεθούν από το μηνιαίο εισόδημα τα έξοδα διαβίωσης της, που ανέρχονται σε 750 ευρώ περίπου, με δεδομένο ότι διαμένει σε ιδιόκτητο ακίνητο και δεν βαρύνεται με υποχρεώσεις άλλου προσώπου, συνάγεται ότι δύναται να διαθέσει τουλάχιστον 700 ευρώ προς ικανοποίηση των πιστωτών της μηνιαίως, με αντίστοιχη οικονομική διαχείριση των εξόδων της.
Εξάλλου, τα εισοδήματα της, εκτός από μία μικρή αύξηση που παρουσίασαν τα έτη 2011 και 2012, παραμένουν στα ίδια προ της οικονομικής κρίσης επίπεδα, αυξημένα σε σχέση με τον μέσο όρο, ενώ αποδεικνύεται ότι δεν επήλθε η επικαλούμενη μείωση τους από τον Ιούνιο του 2017. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε κανένα γεγονός, το οποίο να μετέβαλε την οικονομική της κατάσταση και να συνέβαλε στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της.
Στην κρίση του Δικαστηρίου περί της έλλειψης αδυναμίας πληρωμών στο πρόσωπο της εκκαλούσας, συμβάλει και το γεγονός ότι αυτή διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκανε δεκτή την αίτηση, εκτίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις και βασίμως παραπονείται το εκκαλούν με τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 16-11-2017 έφεση του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" κατά της πρωτόδικης 3577/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών που, όπως προαναφέρθηκε, είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε και, στη συνέχεια, απέρριψε την ένδικη, από 05-01-2014 αίτηση της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ήδη, η αναιρεσείουσα, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας ως άνω και ειδικότερα με την παραδοχή του ότι "στην κρίση του Δικαστηρίου περί της έλλειψης αδυναμίας πληρωμών στο πρόσωπο της εκκαλούσας, συμβάλει και το γεγονός ότι αυτή διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία", παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον χρησιμοποίησε το στοιχείο αυτό, ήτοι την ύπαρξη ακίνητης περιουσίας της αναιρεσείουσας, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπό της αδυναμία πληρωμών, ενώ το άρθρο 1 του Ν. 3869/2010, θέτει ως προϋπόθεση την αδυναμία πληρωμών, χωρίς να θίγει το ζήτημα της ακίνητης ρευστοποιήσιμης περιουσίας, ούτε ως θετική, ούτε και ως αρνητική προϋπόθεση και έτσι αξίωσε πρόσθετα στοιχεία από όσα απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του στοιχείου της αδυναμίας πληρωμών, με συνέπεια να απορρίψει εσφαλμένα την αίτησή της για την υπαγωγή της στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010.
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν δικαιούται της προστασίας του Ν. 3869/2010, διότι δεν περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών της, ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, διότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν πληρούσαν το στοιχείο του πραγματικού της ανωτέρω εφαρμοστέας διατάξεως, ήτοι της περιέλευσης του οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ώστε να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της διατάξεως αυτής και να υπαχθεί η αναιρεσείουσα στο προστατευτικό πλαίσιο του Ν. 3869/2010.
Ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αφού προσδιόρισε αναλυτικά α) το ύψος των δανειακών υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας προς καθένα από τους μετέχοντες στη δίκη αναιρεσίβλητους πιστωτές της, β) το ετήσιο εισόδημα αυτής από το έτος 2003 έως και το έτος 2016, γ) την κατάσταση της ακίνητης περιουσίας της, δ) την ηλικία της, το επάγγελμά της, την οικογενειακή της κατάσταση και το ύψος των καθαρών μηνιαίων αποδοχών της κατά το Δεκέμβριο του 2017 και τον Ιανουάριο του 2018, ε) το ύψος των βιοτικών αναγκών της για αξιοπρεπή διαβίωσή της, που προσδιόρισε ρητά στο ποσό 750 ευρώ μηνιαίως και στ) την έλλειψη υποχρεώσεων διατροφής έναντι άλλων προσώπων (προστατευόμενων μελών της οικογένειάς της), δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά ότι η αιτούσα - αναιρεσείουσα [ η οποία, κατά τις παραδοχές της, είναι δημόσιος υπάλληλος, ηλικίας 50 ετών, διαζευγμένη, με ένα ενήλικο τέκνο ηλικίας 25 ετών, το οποίο έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του και δεν την βαρύνει οικονομικά, ούτε έχει υποχρέωση διατροφής άλλων προστατευόμενων μελών της οικογενείας της], δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών και τούτο διότι εμφάνισε πρόσκαιρη μόνο αδυναμία πληρωμών κατά τα έτη 2013 έως 2015 και όχι μόνιμη, όπως απαιτεί ο νόμος, οφειλόμενη στην οικονομική επιβάρυνσή της από τις ανάγκες σπουδών του υιού της, ότι η υποχρέωσή της αυτή δεν υφίστατο κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησής της, ότι είναι σε θέση και πάλι (ήτοι μετά το έτος 2015) να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις, όπως έπραττε και πριν το έτος 2013, ότι τα εισοδήματά της, εκτός από μία μικρή αύξηση που παρουσίασαν τα έτη 2011 και 2012, παραμένουν στα ίδια προ της οικονομικής κρίσης επίπεδα, αυξημένα σε σχέση με το μέσο όρο, ότι δεν επήλθε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα μείωση των εισοδημάτων της από τον Ιούνιο του 2017, ότι δεν αποδείχθηκε κανένα γεγονός, το οποίο να μετέβαλε την οικονομική της κατάσταση και να συνέβαλε στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της και ότι αν αφαιρεθούν από το αναφερόμενο μηνιαίο εισόδημά της, τα έξοδα διαβίωσής της, που ανέρχονται σε 750 ευρώ, με δεδομένο ότι διαμένει σε ιδιόκτητο ακίνητο και δεν βαρύνεται με υποχρεώσεις άλλου προσώπου, δύναται να διαθέσει τουλάχιστον 700 ευρώ μηνιαίως προς ικανοποίηση των πιστωτών της.
Οι ανέλεγκτες αυτές παραδοχές, με βάση τις οποίες, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη για τον προσδιορισμό της ρευστότητας της αιτούσας το μηναίο εισόδημά της και αφού προσδιόρισε συγκεκριμένα το ύψος των βιοτικών αναγκών της για αξιοπρεπή διαβίωσή της, κατέληξε στο πόρισμα ότι η σχέση ρευστότητας προς τα ληξιπρόθεσμα χρέη της δεν είναι αρνητική και ότι αυτή δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής και συνακόλουθα δεν δικαιούται της προστασίας του Ν. 3869/2010, αρκούσαν για να καταγνωστεί ότι δεν πληρούται στην ένδικη περίπτωση το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 Ν. 3869/2010, την οποία δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτή των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Η περαιτέρω παραδοχή του ως Εφετείου δικάσαντος δικαστηρίου ότι "στην κρίση του Δικαστηρίου περί της έλλειψης αδυναμίας πληρωμών στο πρόσωπο της εκκαλούσας, συμβάλει και το γεγονός ότι αυτή διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία", είναι πλεοναστική και διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Μονομελούς Πρωτοδικείου, προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της ως άνω αναφερόμενης κύριας αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, περί έλλειψης μόνιμης αδυναμίας πληρωμών της αναιρεσείουσας.
Πρόκειται δε για πλεοναστική παραδοχή του ως Εφετείου δικάσαντος δικαστηρίου, καθόσον η ανωτέρω κύρια παραδοχή του ότι η αναιρεσείουσα με βάση το μηνιαίο εισόδημά της, (ήτοι τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση καθαρές μηνιαίες αποδοχές της που λήφθηκαν ως στοιχείο προσδιορισμού της ρευστότητάς της) και αφού αφαιρεθούν από αυτό τα προσδιορισθέντα ρητά έξοδα διαβίωσής της, είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις και δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, στηρίζει πλήρως το διατακτικό της απόφασής του, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η ανωτέρω επάλληλη παραδοχή του.
Συνεπώς η πλεοναστική αυτή παραδοχή δεν επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης, που αυτοτελώς στηρίζεται στις ανωτέρω λοιπές σαφείς παραδοχές του αιτιολογικού της. Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, απαράδεκτος, ως αλυσιτελής.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με το να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπό της το στοιχείο της μόνιμης και γενικής αδυναμία πληρωμών, παραβίασε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Ν. 3869/2010, γιατί, όπως εκθέτει η αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο, το συμπέρασμα αυτό είναι αυθαίρετο και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον ναι μεν ο μισθός της είναι ικανοποιητικός για τα δεδομένα της εποχής, πλην όμως αυτή δεν διαβιεί μόνη της και δεν καλύπτει μόνο τις δικές της βιοτικές ανάγκες, αλλά έχει και ένα ενήλικο μεν τέκνο, όχι όμως οικονομικά ανεξάρτητο, το οποίο αποφοίτησε και εργάζεται περιστασιακά με μικρές απολαβές με τις οποίες δεν καλύπτει το σύνολο των βιοτικών του αναγκών, συνυπολογιζομένου του γεγονότος ότι έχει προβλήματα υγείας που απαιτούν συχνή ιατρική παρακολούθηση και επιπλέον συνδράμει οικονομικά την υπέργηρη μητέρα της και τον πατριό της, οι οποίοι διαβιούν αποκλειστικά με τη σύνταξη της μητέρας της ύψους 958 ευρώ μηνιαίως, που δεν επαρκεί για την κάλυψη του συνόλου των βιοτικών τους αναγκών και γιατί ακόμα και αν υποτεθεί ότι το ποσό των 750 ευρώ μηνιαίως επαρκεί για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, το υπόλοιπο ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως δεν επαρκεί για να καλύψει το σύνολο των οφειλών της προς τους πιστωτές της.
Όλες οι ανωτέρω αναφερόμενες αιτιάσεις, που προβάλλονται και αφορούν τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς της αιτούσας, που όμως δεν έγιναν δεκτοί από το Δικαστήριο της ουσίας, την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα οποία στήριξε το παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ και της αναιρετικής πλημμέλειας της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), με επαναξιολόγηση των αποδείξεων και καλύτερη κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλονται απαράδεκτα.
Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ. ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδαφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη ( ΑΠ 503/2020, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06-06-2019 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 53686/87/24-06-2019 αίτηση για αναίρεση της 2270/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
Και
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ