Supreme Court annuls appeal court decision due to contradictory reasoning on contract payment amounts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the appeal court's decision regarding a construction contract dispute due to contradictory reasoning on the agreed payment amount. The lower court accepted the plaintiff's claim for a balance of 15,281 euros based on invoices while simultaneously admitting that the exact agreed sum was unproven. This inconsistency rendered the legal review of Article 681 of the Civil Code impossible, violating the requirement for clear judicial reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 681 of the Civil Code; The Supreme Court annuls a lower court decision when it contains contradictory reasoning regarding the existence or amount of an agreed contractual sum, rendering the legal review of the substantive law impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 656 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 656/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, ... Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Β. - Κ. του Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Πέτρου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δερβιτσιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/1/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ...ς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 320/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/3/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 13-3-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 320/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 12/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου ...ς, που είχε απορρίψει την από 31-1-2014 αγωγή αυτού, έκανε δεκτή την ως άνω έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και έκανε δεκτή την αγωγή περί καταβολής υπολοίπου αμοιβής από σύμβαση έργου. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης.
Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, ενώ η απόκρουση της νομιμοποίησης ή της συνδρομής εννόμου συμφέροντος από τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση και όχι ένσταση.
Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής έννομου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας και η παραβίασή τους εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 559 και όχι στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ ΑΠ 25/2008, Ολ ΑΠ 18/2005, ΑΠ 40/2018, ΑΠ 2068/2017, ΑΠ 458/2017).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ, δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι άμεση αντιπροσώπευση είναι η δήλωση βούλησης, την οποία κάνει ο αντιπρόσωπος μέσα στα όρια της εξουσίας του στο όνομα ή για λογαριασμό άλλου, δηλαδή προς τον σκοπό να παραχθούν τα νομικά αποτελέσματα για τον άλλον (ΑΠ 399/1996). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 287 εδ. α' ΑΚ ενοχή είναι η σχέση, με την οποία ένα πρόσωπο έχει υποχρέωση προς ένα άλλο σε παροχή.
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, αποκαλούμενος εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε άλλος, αποκαλούμενος εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης έργου είναι το έργο, η αμοιβή και η γι' αυτό συμφωνία, δηλαδή η από τα μέρη ρητώς συμφωνούμενη αμοιβή, η οποία συνιστά το αντάλλαγμα της εκτέλεσης του έργου (ΑΠ 669/2019, ΑΠ 162/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχεται η απόφαση για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, η οποία (παράβαση) συντελείται τόσο με ψευδή ερμηνεία όσο και με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτούς των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, όμοια με εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπαρκείς είναι οι αιτιολογίες, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, την οποία το δικαστήριο εφάρμοσε, όχι δε και όταν οι αποδιδόμενες ελλείψεις ανάγονται στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος.
Ακόμη, αντιφατικές είναι οι αιτιολογίες, όταν εξ αιτίας της αντιφατικότητας αυτών, ως τοιούτων νοουμένων μόνο των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 269/2019, ΑΠ 358/2019, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 189/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη είναι θυγατέρα και μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας την 4-1-2013 Μ. Β. του Ι.....και υπό αυτή την ιδιότητά της ενάγεται. Δεν αποποιήθηκε την κληρονομιά της μητέρας της....
Η μητέρα της εναγομένης ήταν πολιτικός μηχανικός και εργολάβος οικοδομών με έδρα την ... και την 3.6.2009 με την υπογραφή του σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της συμφώνησε με το Χ. Γ., κάτοικο Η.Π.Α., την ανέγερση τριών οικοδομών και δη κατοικιών στα .... Σύμφωνα με το ιδιωτικό συμφωνητικό για την κατασκευή και των τριών κτηρίων συμφωνήθηκε η καταβολή στη Μ.
Β. του ποσού των 500.000 ευρώ σε πέντε δόσεις, εξαρτώμενες από το στάδιο της προόδου των εργασιών. Μεταξύ των εργασιών που ανέλαβε ως εργολάβος η μητέρα και δικαιοπάροχος της εναγομένης, ήταν η εγκατάσταση των κουφωμάτων, υαλοπινάκων, ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και παροχών, σωληνώσεων, δαπέδων και ειδών υγιεινής.
Στο συμφωνητικό αναγράφεται ότι ο Χ. Γ., αφού εξέτασε τις επικρατούσες οικονομικές συνθήκες κατασκευής των κτηρίων, θεώρησε το συμφωνηθέν αντίτιμο εύλογο και δίκαιο και τη συμφωνία απολύτως ικανοποιητική. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι στο ανωτέρω κόστος κατασκευής δεν περιλαμβάνονται οι δαπάνες που σχετίζονται με τις διοικητικές διαδικασίες, για να τεθούν τα κτήρια σε λειτουργία (ύδρευση, ηλεκτροδότηση κλπ).
Επιπλέον, ένα έτος αργότερα, την 29.6.2010, ο Ε. Γ., υιός του εργοδότη Χ. Γ., ενεργώντας ως πληρεξούσιος του πατέρα του, δυνάμει του υπ' αρ. .../29.6.2010 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Α. Κ. - Π. εξουσιοδότησε περαιτέρω τη Μ. Β. (μεταπληρεξούσιο), να διενεργήσει όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την ανέγερση των τριών κτηρίων, περιλαμβανομένων των πράξεων διαχείρισης και εκπροσώπησης του Χ.
Γ. και της σύναψης των κάθε είδους συμφωνιών που κατά την κρίση της θα απαιτούνταν για την αποπεράτωση του έργου. Κατ' εκτέλεση της σύμβασης έργου, η Β. το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέθεσε στον ενάγοντα, ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση αλουμινένιων και μεταλλικών κατασκευών στην ..., την κατασκευή και τοποθέτηση όλων των κουφωμάτων του έργου (θύρες, παράθυρα, παντζούρια και όλων των σχετικών εξαρτημάτων).
Η σύμβαση μεταξύ του ενάγοντος και της Β. ήταν προφορική και το μόνο έγγραφο που υπάρχει σχετικά με την κατάρτισή της είναι μια χειρόγραφη προσφορά δύο σελίδων, υπογεγραμμένη μόνον από τον ενάγοντα, η οποία εσφαλμένα τιτλοφορείται ως ιδιωτικό συμφωνητικό. Σύμφωνα με αυτή την προσφορά, ο ενάγων πληροφόρησε τη Β.
ότι θα ανελάμβανε την κατασκευή και εγκατάσταση των κουφωμάτων αντί ποσού 41.000 ευρώ. Δεν αποδείχθηκε, εάν οι συμβληθέντες συμφώνησαν ότι αυτό το ποσόν θα ήταν η αμοιβή του ενάγοντος ή εάν η προσφορά αυτή αποτέλεσε βάση διαπραγμάτευσης και συμφωνήθηκε κάτι διαφορετικό. Ο ενάγων κατασκεύασε και τοποθέτησε όλα τα κουφώματα και γενικώς τις κατασκευές που του παρήγγειλε η Β., η οποία σημειωτέον τη 19.12.2012 εισήχθη στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "Υγεία" των Αθηνών, πάσχουσα από λευχαιμία, και απεβίωσε εντός του θεραπευτηρίου την 4.1.2013.
Δηλαδή, από 19.12.2012 μέχρι και την ημερομηνία του θανάτου της δεν επέστρεψε στη Λέσβο. Ο ενάγων εξέδωσε τις εξής έντεκα αποδείξεις λιανικής πώλησης-δελτία αποστολής: υπ' αρ. ....1.2011 ποσού 9.080 ευρώ, υπ' αρ. ....2.2011 ποσού 5.650 ευρώ, υπ' αρ. ....2.2011 ποσού 5.510 ευρώ, υπ' αρ. ....2.2011 ποσού 1.280 ευρώ, υπ' αρ. ....9.2011 ποσού 1.888 ευρώ, υπ' αρ. ....10.2011 ποσού 9.700 ευρώ, υπ' αρ. ...10.2011 ποσού 1.729,60 ευρώ, υπ' αρ. ...4.2012 ποσού 775 ευρώ, υπ' αρ. ....5.2012 ποσού 372 ευρώ, υπ' αρ. ....12.2012 ποσού 3.460 ευρώ και υπ' αρ. ....12.2012 ποσού 12.234 ευρώ.
Η πρόσθεση των επιμέρους έντεκα ποσών των παραστατικών αποδίδει άθροισμα 51.678,60 ευρώ, εκ των οποίων ο ενάγων εισέπραξε ποσόν 36.397,60 ευρώ και αξιώνει το υπόλοιπο των 15.281 ευρώ, το οποίο δεν του κατεβλήθη. Στην εκκαλούμενη απόφαση αναφέρεται ότι ο ενάγων δεν προσκόμισε αυτές τις αποδείξεις-δελτία αποστολής ενώπιον του Ειρηνοδικείου αλλά από την ανάγνωση του δικογράφου των προτάσεών του ενώπιον του Ειρηνοδικείου προκύπτει ότι τις επικαλείται μια προς μια, η δε εναγόμενη τις σχολιάζει με το δικόγραφο της προσθήκης-αξιολόγησης μαρτυρικών καταθέσεων, το οποίο κατέθεσε την 13.2.2015 στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου.
Επομένως, το Ειρηνοδικείο έσφαλε, δεχθέν ότι δεν προσκομίσθηκαν αυτές οι αποδείξεις-δελτία αποστολής. Ως προς τις συναλλακτικές επαφές του ενάγοντος και της Β., ο μάρτυρας αποδείξεως και υιός του ενάγοντος κατέθεσε ότι ο πατέρας του συνήψε τη σύμβαση με τη Β., με αυτήν συνεννοούνταν και γενικώς συνεργαζόταν, αυτή παρελάμβανε τα κουφώματα και αυτή πλήρωνε με σταδιακές καταβολές για την εγκατάστασή τους στα τρία κτήρια.
Ο μάρτυρας αυτός επεδίωξε να καταστήσει σαφές ότι ο ενάγων δεν συνεβλήθη με τον Χ. Γ., δεν συνεργάσθηκε καθόλου με αυτόν, δεν πληρώθηκε ποτέ από αυτόν και γι' αυτό δεν είναι δυνατό να στραφεί κατ' αυτού αλλά μόνον κατά της καθολικής διαδόχου της Β.. Παρά ταύτα, ο μάρτυρας δεν κατόρθωσε να διευκρινίσει, εάν η Β.
συνεβλήθη και πλήρωνε, δηλαδή ενεργούσε, για δικό της λογαριασμό ή για λογαριασμό του κυρίου του έργου, δηλαδή του Χ. Γ.. Επίσης, από το περιεχόμενο της υπ' αρ. ...12.2008 οικοδομικής αδείας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Μυτιλήνης, στην οποία ως συντάξασα τις μελέτες και επιβλέπουσα του έργου αναγράφεται η Μ. Β., δεν συνάγεται επιχείρημα υπέρ οποιασδήποτε πλευράς.
Για την απάντηση αυτού του κρίσιμου για την έκβαση της δίκης ζητήματος είναι απαραίτητη η ερμηνεία των δύο εγγράφων συμβάσεων, ήτοι του ιδιωτικού συμφωνητικού που υπέγραψαν οι συμβληθέντες Χ. Γ. και Μ. Β. στην ... την 3.6.2009 και του πληρεξουσίου υπ' αρ. .../29.6.2010 της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης .... Αν και δεν αναγράφεται ρητά, καθίσταται σαφές από το περιεχόμενο του ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της Β.
και του Γ. με ημερομηνία 3.6.2009 ότι στην αμοιβή των 500.000 ευρώ που όφειλε ο εργοδότης προς την εργολάβο, περιλαμβάνεται το κόστος αγοράς των υλικών, η καταβολή των ημερομισθίων των εργαζομένων και γενικά όλο το κόστος ανέγερσης των τριών κτηρίων και παράδοσής τους στον εργοδότη στη συμφωνηθείσα κατάσταση.
Δηλαδή, οι δύο συμβληθέντες καθόρισαν την αμοιβή της εργολάβου κατ' αποκοπή στο ποσόν των 500.000 ευρώ, το οποίο άλλωστε είναι ήδη πολύ μεγάλο και δεν νοείται η καταβολή επιπλέον χρημάτων από τον εργοδότη, προκειμένου να αγοραστούν τα υλικά που θα χρησιμοποιούσε η εργολάβος για την ανέγερση των τριών κατοικιών.
Αυτό συνάγεται από το συνολικό περιεχόμενο του συμφωνητικού, από την ανάγνωση του οποίου δεν αφήνεται αμφιβολία ως προς το ότι ο εργοδότης ανέθεσε στην εργολάβο να επιλέξει αυτή τα υλικά, να τα αγοράσει από καταστήματα και γενικώς εμπόρους της αρεσκείας της και να πληρώσει το τίμημά τους από το ποσόν της συμφωνηθείσας αμοιβής των 500.000 ευρώ.
Η μόνη δέσμευση της εργολάβου ήταν, κατά το συμφωνητικό, τα υλικά να είναι εφάμιλλα της αξίας των υλικών που χρησιμοποίησε για την κατασκευή δικής της οικίας στην .... Δεν υπάρχει όρος ή άλλη μνεία περί καταβολής επιπλέον χρημάτων εκ μέρους του εργοδότη για την αγορά υλικών. Τέτοια μνεία υπάρχει μόνο για τις δαπάνες που σχετίζονται με τις διαδικασίες θέσης των κτηρίων σε λειτουργία (ύδρευση, ηλεκτροδότηση κλπ), πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβληθέντες είχαν υπ' όψιν τους ότι ο εργοδότης θα επιβαρυνόταν στο τέλος με τέτοιου είδους έξοδα, αλλά αντιθέτως εν γνώσει τους δεν περιέλαβαν σχετική μνεία για την αγορά των υλικών, διότι αυτή περιλαμβανόταν στην κατ' αποκοπή αμοιβή της εργολάβου.
Επομένως, η Β. όφειλε να καταβάλλει από την αμοιβή των 500.000 ευρώ το τίμημα κάθε υλικού που αγόραζε για την κατασκευή του έργου που της ανέθεσε ο Γ., μεταξύ δε αυτών των υλικών περιλαμβάνονται και όσα κουφώματα (κάσες, θύρες, παράθυρα, παντζούρια, κάγκελα κλπ) παρήγγειλε στον ενάγοντα. Το γεγονός ότι ένα έτος αργότερα η Β.
δυνάμει του προαναφερθέντος συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου έλαβε από το ... Γ. την εξουσία να εμφανίζεται ως εκπρόσωπός του, όπου απαιτούνταν, μεταξύ δε άλλων και για τη σύναψη των κάθε είδους συμφωνιών που κατά την κρίση της θα απαιτούνταν για την αποπεράτωση του έργου, δεν μεταβάλει το περιεχόμενο του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού.
Με το ανωτέρω πληρεξούσιο η εργολάβος απέκτησε την εξουσία να εκπροσωπεί τον εργοδότη, όπου απαιτούνταν, με σκοπό την αποπεράτωση του έργου, και όχι να ενεργεί ή να συμβάλλεται έτσι, ώστε να τον καταστήσει οφειλέτη των δικών της οφειλών προς τους προμηθευτές κατά παράβαση όσων συμφωνήθηκαν με το ιδιωτικό συμφωνητικό της σύμβασης έργου της 3.6.2009.
Είναι αντίθετο προς το σκοπό των συμβληθέντων να θεωρηθεί ότι, επειδή καταρτίσθηκε αυτό το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, η εργολάβος συμβαλλόταν πλέον άνευ ετέρου με τους προμηθευτές και εργαζομένους για λογαριασμό του εργοδότη και δημιουργούσε οφειλές στο δικό του όνομα, αν και κατά το μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό, αυτές βάρυναν την ίδια και έπρεπε να πληρωθούν από το ποσόν των 500.000 ευρώ που συμφωνήθηκε ως αμοιβή της.
Το Δικαστήριο κατέληξε στην ανωτέρω κρίση σχετικά με το περιεχόμενο και την ερμηνεία των δύο ανωτέρω συμβάσεων (ιδιωτικού συμφωνητικού με ημερομηνία 3.6.2009 και πληρεξουσίου υπ' αρ. .../29.6.2010 της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης ...) με αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με γνώμονα την καλή πίστη και λαμβάνοντας υπ' όψιν τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 ΑΚ).
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της έφεσης, ο οποίος αναφέρεται στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, είναι ουσιαστικά βάσιμος. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η Β. επέδειξε αυτό το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο στον ενάγοντα, όταν συνεβλήθη μαζί του και συνακόλουθα δεν ήταν δυνατό να γίνει δεκτό ότι γνώριζε την ύπαρξή του.
Επομένως, το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2010 η Β. συνήψε με τον ενάγοντα σύμβαση έργου, στην οποία αυτός είχε θέση υπεργολάβου της. Παρά ταύτα, ο ενάγων εξέδωσε και τις έντεκα αποδείξεις λιανικής πώλησης-δελτία αποστολής στο όνομα του Χ. Γ. και όχι της ενάγουσας, η δε εργολάβος, η οποία κατέβαλε όσο ζούσε μέρος της οφειλής, ζήτησε να αναγραφεί στα τρία προσκομισθέντα παραστατικά, δύο γραμμάτια και μια απόδειξη είσπραξης, της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, το επώνυμο του Γ..
Η απόδειξη είσπραξης φέρει αριθμό …, ημερομηνία 17.2.2011 και το αναγραφόμενο ποσόν είναι 20.240 ευρώ. Τα δύο γραμμάτια είσπραξης φέρουν αριθμούς ..., αμφότερα με ημερομηνία 28.9.2011 και τα αναγραφόμενα ποσά είναι 12.000 ευρώ και 3.000 ευρώ. Αυτές οι καταθέσεις έγιναν στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην ... (κατάστημα ...) στο λογαριασμό που τηρούσε ο ενάγων υπ' αρ. .../...
στην τράπεζα αυτή. Ανεξαρτήτως του ότι στα παραστατικά ανεγράφη το επώνυμο του Γ., και οι τρεις καταθέσεις έγιναν από την ίδια τη Μ. Β., αυτό δε αποδεικνύεται από το γεγονός ότι και στα τρία παραστατικά υπάρχει η υπογραφή της, η οποία μακροσκοπικά ορώμενη είναι ίδια με την υπογραφή που αυτή έθεσε στο ιδιωτικό συμφωνητικό της 3.6.2009.
Άλλωστε, αυτή μόνον κατοικούσε στην ..., ενώ ο Χ. Γ. στις Η.Π.Α. και ο υιός του Ε. στο Λαύριο, περιοχή ... (βλ. το ανωτέρω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο). Επομένως, ήταν αδύνατο να καταθέσουν τα χρήματα στο κατάστημα ...ς οι ευρισκόμενοι εκτός Λέσβου ...ς ή Ε. Γ.. Η πρόσθεση των τριών χρηματικών ποσών αποδίδει άθροισμα 35.240 ευρώ πλην όμως η Μ.
Β. κατέβαλε συνολικά στον ενάγοντα το ποσόν των 36.397,60 ευρώ καθ' ομολογία του ιδίου. Δεν κατέβαλε το ποσόν αυτό στον υπεργολάβο ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του εργοδότη αλλά για ίδιο λογαριασμό, δεδομένου ότι αυτή και μόνον ενεχόταν στην καταβολή του. Αυτή η κρίση δεν αναιρείται εκ του γεγονότος ότι σε όλα τα ανωτέρω έγγραφα (έντεκα αποδείξεις πώλησης-δελτία αποστολής και τρία παραστατικά της τράπεζας) ανεγράφη το επώνυμο του Γ..
Η αναγραφή του, έπειτα από συμφωνία των μερών, εν όψει μάλιστα της βαρύτητας όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων, δεν αποδεικνύει ότι η Β. κατέθετε τα χρήματα για λογαριασμό του Γ.. Καθίσταται αντιληπτό, σύμφωνα άλλωστε και με τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπ' όψιν διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), ότι δεν ήταν δυνατό από φορολογικής απόψεως να συγκεντρώνει η εργολάβος Μ.
Β. στο δικό της όνομα και Α.Φ.Μ. όλες τις χρηματικές καταβολές για την ανέγερση των οικοδομών των πελατών της, διότι η καταβολή των χρημάτων αυτών - εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ μόνον για τα τρία κτήρια του Χ. Γ. - προϋπέθετε την ύπαρξη υψηλότατου εισοδήματος, το οποίο είναι αμφίβολο, εάν διέθετε η Β.. Επομένως, η αναγραφή του επωνύμου του Γ.
στις έντεκα αποδείξεις λιανικής πώλησης-δελτία αποστολής και στα τρία παραστατικά χρηματικών καταβολών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, δεν αποδεικνύει ότι η Β. ενήργησε έναντι του ενάγοντος ως αντιπρόσωπος του Γ. και ως εκ τούτου οι έννομες συνέπειες της μεταξύ τους σύμβασης δεν επήλθαν στο πρόσωπο του εργοδότη, ο οποίος δεν αποδείχθηκε ότι αντιπροσωπευόταν από την εργολάβο, αλλά στο πρόσωπο της εργολάβου.
Η εναγόμενη δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι η μητέρα και δικαιοπάροχός της ενήργησε στην επίμαχη δικαιοπραξία ως αντιπρόσωπος του Χ. Γ..
Συνεπώς, και ο πρώτος λόγος της έφεσης είναι ουσιαστικά βάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι δύο τελευταίες των ανωτέρω αποδείξεων-δελτίων αποστολής, δηλαδή οι υπ' αρ. ....12.2012 ποσού 3.460 ευρώ και ....12.2012 ποσού 12.234 ευρώ και συνολικού ποσού 15.694 ευρώ, εκδόθηκαν δύο και τρεις ημέρες αντίστοιχα μετά από την είσοδο της Β.
στο θεραπευτήριο "Υγεία". Στηριζόμενη σε αυτό το πραγματικό γεγονός η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων εξέδωσε τα δύο παραστατικά για εμπορεύματα, τα οποία η μητέρα της ούτε του παρήγγειλε ούτε παρέλαβε. Επ' αυτού του ισχυρισμού, κατ' αρχάς σημειωτέον ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ενήργησε κακόπιστα, ότι δηλαδή πληροφορήθηκε την εισαγωγή της Μ.
Β. στο ιδιωτικό θεραπευτήριο με σοβαρή ασθένεια και επιχείρησε να εκμεταλλευθεί την αβέβαιη κατάσταση που θα δημιουργούνταν στην επιχείρησή της εκδίδοντας αυτά τα παραστατικά, για να αποκτήσει ανύπαρκτες απαιτήσεις και να πλουτίσει αδικαιολόγητα. Επιπλέον, η απουσία της μητέρας της εναγομένης από τη Λέσβο λόγω της εισαγωγής της στο θεραπευτήριο κατά τις ημερομηνίες έκδοσης των δύο αποδείξεων-δελτίων αποστολής (21.12.2012 και 22.12.2012) δεν καθιστά άνευ ετέρου ανύπαρκτη την απαίτηση που ενσωματώνουν αυτά τα δύο παραστατικά.
Η συνεργασία των δύο προσώπων, της Β. και του ενάγοντος, ήταν μακρά, διότι ξεκίνησε ως προς το συγκεκριμένο έργο δύο έτη νωρίτερα, το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2010 και τότε, δηλαδή το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012, πλησίαζε στο τέλος της. Εφ' όσον είχε ήδη συμφωνηθεί ο τύπος, δηλαδή το μέγεθος, το χρώμα, το υλικό και η ποιότητα των κουφωμάτων, θυρών, παραθύρων, παντζουριών κλπ, είχαν μάλιστα ήδη παραδοθεί πολλά από τα παραγγελθέντα εμπορεύματα και είχαν εκδοθεί και πληρωθεί εννέα αποδείξεις πώλησης, το υποέργο του ενάγοντος βρισκόταν εν εξελίξει.
Έτσι, ο ενάγων γνώριζε, τι ακόμη έπρεπε να κατασκευάσει και να τοποθετήσει στα κτήρια, για να αποπερατώσει τις δικές του εργασίες, και αυτό έπραξε, ασχέτως της απουσίας της εργολάβου. Η εργολάβος δεν ήταν απαραίτητο να βρίσκεται και δεν βρισκόταν εκεί πάντοτε, σε κάθε τεχνική εργασία που γινόταν στα κτήρια.
Επισκεπτόταν το έργο, μόνον όταν αυτή έκρινε. Η ίδια στη χειρόγραφη επιστολή της με ημερομηνία 9.12.2012 προς τον εργοδότη ... Γ. ουσιαστικά ομολογεί την έλλειψη καθημερινής επαφής της με το έργο με αφορμή τον αιφνιδιασμό της εκ του γεγονότος ότι το μήνα Μάιο του έτους 2012 ορισμένα πορτοπαράθυρα ήταν ανοικτά εν αγνοία της και γι' αυτό τα κτήρια πλημμύρισαν από την καταρρακτώδη νεροποντή.
Επομένως, η Β. ούτε ήταν ούτε έπρεπε να είναι οπωσδήποτε παρούσα κατά το χρόνο τοποθέτησης από τον ενάγοντα των υλικών που αναγράφονται στα δύο τελευταία παραστατικά. Στην πραγματικότητα το έργο δεν ήταν αποπερατωμένο ήδη από τα μέσα του μηνός Απριλίου του έτους 2012, όπως αναφέρει η Β. στην ανωτέρω επιστολή της.
Εάν είχε αποπερατωθεί, θα είχε παραδοθεί κιόλας, αν όχι αμέσως, έστω εντός των επόμενων μηνών. Το γεγονός ότι, μετά από οκτώ μήνες η Β. με την από 9.12.2012 επιστολή της προς τον Γ. αναφέρεται στην πλημμύρα που είχε ως αποτέλεσμα να γεμίσουν με νερό δύο από τα υπόγεια του έργου και στις δικές της ενέργειες περί τα τέλη Μαΐου και αρχές Ιουνίου του έτους 2012 και επιπλέον έχει μορφή απολογισμού του έργου, υποδηλώνει ότι η ίδια δεν ολοκλήρωσε ούτε παρέδωσε το έργο την άνοιξη του έτους 2012.
Στην πραγματικότητα, το έργο τελείωνε ή έστω έτεινε να αποπερατωθεί περί τα τέλη του έτους 2012. Ως εκ τούτου δεν είναι παράλογο το γεγονός ότι ο ενάγων την 21η και 22α του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2012 τοποθέτησε τα τελευταία τμήματα των κουφωμάτων. Το γεγονός, ότι στις εννέα πρώτες αποδείξεις πώλησης-δελτία αποστολής δεν αναφέρονται ούτε οι κάσες των κουφωμάτων ούτε τα παντζούρια, ενισχύει τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, πρώτον, ότι μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 δεν είχε τοποθετήσει στο έργο το σύνολο των συμφωνηθέντων με τη Β.
αντικειμένων και δεύτερον, ότι τελικά τοποθετήθηκαν στην οικοδομή όλα τα υλικά που αναγράφονται στα παραστατικά που αυτός εξέδωσε. Παρατηρείται ενδεχομένως ανακολουθία ως προς τη χρονολογική σειρά έκδοσης των αποδείξεων πώλησης-δελτίων αποστολής, σύμφωνα με την οποία πρώτα παραδόθηκαν οι θύρες και έπειτα οι κάσες τους, ενώ πλησιέστερο προς την κοινή λογική είναι το αντίθετο.
Παρά ταύτα, η ανακολουθία αυτή δεν πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της αγωγής, διότι ενδέχεται να οφείλεται στον τρόπο που ο ενάγων οργάνωνε τις εργασίες του. Ο ίδιος δικαιολογεί αυτή τη χρονική ανακολουθία, ισχυριζόμενος ότι κατασκεύαζε και μετέφερε τις πόρτες (πάνελ) εντός των κτηρίων αλλά δεν τις τοποθετούσε, επειδή περίμενε να τελειώσουν τις εργασίες τους οι τεχνίτες των άλλων ειδικοτήτων, ώστε να τις τοποθετήσει αργότερα μαζί με τις κάσες, χωρίς να ενοχλεί τους άλλους τεχνίτες ή να ενοχλείται από αυτούς.
Σε κάθε περίπτωση η εναγόμενη δεν αρνείται ότι ο ενάγων τοποθέτησε στο έργο κάσες, παντζούρια, κλειδαριές και σύρτες. Εάν, λοιπόν γίνει δεκτό ότι τα αντικείμενα των δύο τελευταίων παραστατικών ουδέποτε τοποθετήθηκαν στο έργο, τότε θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι μέχρι την 20.12.2012 ο ενάγων είχε εκτελέσει ό,τι συμφώνησε με τη Β., είχαν τοποθετηθεί πλήρως όλα τα κουφώματα στο έργο και δεν έμειναν ανεκτέλεστες εργασίες, χωρίς όμως να έχουν τοποθετηθεί οι κάσες των κουφωμάτων και τα παντζούρια, δεδομένου ότι αυτά δεν αναγράφονται σε κανένα των εννέα πρώτων αποδείξεων πώλησης-δελτίων αποστολής.
Αυτό όμως θα ήταν αντίθετο στα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπ' όψιν διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ). Επειδή, λοιπόν και τα τρία κτήρια έχουν πλήρη τα κουφώματά τους και δεν λείπουν οι κάσες και τα παντζούρια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτά τοποθετήθηκαν, έστω και αν εμφανίζεται ασυνήθιστο να αναγράφονται στις δύο τελευταίες χρονικά αποδείξεις πώλησης-δελτία αποστολής.
Στην ένορκη βεβαίωσή της η Μ. Μ. αναφέρει ότι τα κουφώματα είχαν ήδη τοποθετηθεί το μήνα Μάιο του έτους 2012 και λόγω της πλημμύρας, που υπέστη το έργο, έπρεπε να ελεγχθούν για τυχόν κενά που επέτρεπαν την εισροή υδάτων και ότι αυτή το μήνα Ιούνιο επισκέφθηκε το έργο και το είδε αποπερατωμένο. Το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης δεν είναι πειστικό, διότι η ενόρκως βεβαιώσασα διαμένει στον Κάλαμο Αττικής και δεν είχε άμεση σχέση με την εξέλιξη των εργασιών.
Στην πραγματικότητα, το μήνα Μάιο του έτους 2012 δεν είχαν τοποθετηθεί όλα τα κουφώματα αλλά μόνον τα παράθυρα από αλουμίνιο και αυτά έπρεπε να ελεγχθούν για τυχόν εισροή υδάτων. Το ύψος του νερού που συγκεντρώθηκε λόγω της νεροποντής σε δύο από τα υπόγεια των κτηρίων και το οποίο σύμφωνα με την προαναφερθείσα χειρόγραφη επιστολή της Β.
ανερχόταν στα 5 έως 8 εκατοστά, είναι μεγάλο. Το μεγάλο ύψος του νερού δεν οφειλόταν στην εισροή νερού βροχής από ανοικτά ή μισάνοιχτα παράθυρα αλλά στην εισροή του ελλείψει κουφωμάτων στο υπόγειο. Πραγματικά, τα κουφώματα στα υπόγεια αποπερατώθηκαν την 22.12.2012. Γι' αυτό στην τελευταία από τις έντεκα αποδείξεις-δελτία αποστολής αναφέρεται ότι τότε τοποθετήθηκαν δώδεκα κάσες για τα παράθυρα του υπογείου.
Από την αξιολόγηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, την αντιπαραβολή μεταξύ τους και την αξιοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι ο ενάγων την 21η και 22α Δεκεμβρίου του έτους 2012 όντως τοποθέτησε στα κτήρια, που αποτελούσαν το έργο, τα αντικείμενα που αναγράφονται στις δύο επίμαχες αποδείξεις-δελτία αποστολής υπ' αρ. ....12.2012 ποσού 3.460 ευρώ και ....12.2012 ποσού 12.234 ευρώ.
Βεβαίως, υπήρξε παρέκκλιση από το ποσόν της προαναφερθείσας προσφοράς του, διότι τελικά η αξία του συνόλου των κατασκευασθέντων και παραδοθέντων αντικειμένων ήταν μεγαλύτερη των 41.000 ευρώ. Πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε το ακριβές ποσόν, που συμφώνησε ο ενάγων ως αμοιβή του με τη Β. το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2010, πρέπει να μνημονευθεί ότι αυτή σε μεταγενέστερα χρονικά σημεία του ανέθεσε επιπλέον εργασίες, οι οποίες δεν είχαν περιληφθεί στην αρχική συμφωνία τους ούτε στην προσφορά.
Ειδικότερα, του ανέθεσε την κατασκευή και τοποθέτηση ασφαλειών και κάγκελων σιδήρου συνολικού κόστους 2.589,60 ευρώ (αποδείξεις υπ' αρ. ....9.2011, ...10.2011 και ....5.2012), φρεατίων γαλβανιζέ (σχάρες ομβρίων) κόστους 240 ευρώ, (απόδειξη υπ' αρ. ...10.2011) και τριών σιδερένιων καγκελόθυρων κόστους 775 ευρώ (απόδειξη υπ' αρ. ...4.2012).
Η πρόσθεση των ανωτέρω ποσών, τα οποία αντιστοιχούν στις επιπλέον εργασίες, αποδίδει άθροισμα 3.604,60 ευρώ. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι ενδέχεται η Β. να μην είχε εισπράξει ολόκληρη την κατ' αποκοπή ορισθείσα στο ποσόν των 500.000 ευρώ αμοιβή της. Στην προαναφερθείσα χειρόγραφη επιστολή της με ημερομηνία 9.12.2012 υπενθυμίζει στο ...
Γ. ότι της όφειλε ποσόν 60.000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε σε παλαιότερο υπόλοιπο εργασιών, καταβλητέο τη 10.11.2011, δηλαδή ένα έτος πριν από τη σύνταξη της επιστολής. Στην παρούσα δίκη δεν αποδείχθηκε, ποιά ήταν η κατάληξη της οικονομικής συναλλαγής μεταξύ Μ. Β. και Χ. Γ. αλλά σε κάθε περίπτωση, η ενδεχόμενη μη είσπραξη της συμφωνηθείσας αμοιβής της εργολάβου δεν ασκεί έννομη επιρροή στην αξίωση του ενάγοντος, διότι δεν μεταβάλλεται ούτε η νομική θέση των εμπλεκομένων προσώπων ούτε τα πραγματικά περιστατικά.
Κατά συνέπεια, το Ειρηνοδικείο, το οποίο δέχθηκε τα αντίθετα και απέρριψε την αγωγή, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου (άρθρο 211 ΑΚ) και την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή τυπικά κατ' ουσίαν η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, και αφού κρατηθεί και δικασθεί η αγωγή, πρέπει να γίνει δεκτή ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσόν των -15.281- δεκαπέντε χιλιάδων διακοσίων ογδόντα ενός ευρώ νομιμοτόκως...".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο ως Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της παθητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας, αλλά με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 681 επ.
ΑΚ και της μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 211 ΑΚ. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα για το ότι η ένδικη σύμβαση έργου με τον αναιρεσίβλητο καταρτίστηκε από τη δικαιοπάροχο μητέρα της αναιρεσείουσας στο όνομά της και όχι στο όνομα και για λογαριασμό του ιδιοκτήτη του ακινήτου.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα και επάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης να περιλαμβάνεται και παραδοχή για το αν η ως άνω δικαιοπάροχος μητέρα της αναιρεσείουσας με την αναφερόμενη συμφωνία της με τον ιδιοκτήτη του ακινήτου ανέλαβε την υποχρέωση να συμβάλλεται στο όνομά της με τους κάθε είδους προμηθευτές, ούτε αν η παραπάνω κατέστησε γνωστή στον αντίδικό της την εν λόγω συμφωνία της με τον ιδιοκτήτη του ακινήτου.
Ακόμη, ουδεμία αντίφαση δημιουργείται από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι με το υπ' αριθ. .../29-6-2010 πληρεξούσιο του αντιπροσώπου (τέκνου) του κυρίου του ακινήτου η αναιρεσείουσα απέκτησε την εξουσία να εκπροσωπεί τον τελευταίο και όχι να ενεργεί και να συμβάλλεται έτσι, ώστε να τον καταστήσει οφειλέτη των δικών της οφειλών προς τους προμηθευτές.
Τούτο δε διότι από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται με το ως άνω πληρεξούσιο η αναιρεσίβλητη απέκτησε την εξουσία για τη σύναψη των κάθε είδους συμφωνιών που απαιτούνταν για την αποπεράτωση του όλου έργου και όχι για τη δημιουργία υποχρεώσεων στον ιδιοκτήτη του ακινήτου για την καταβολή χρηματικών ποσών στους κάθε είδους προμηθευτές και εργολάβους, ενόψει και της προαναφερόμενης συμφωνίας μεταξύ αυτού και της πρώτης.
Με τα δεδομένα αυτά και κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η αναιρεσείουσα, με την ως άνω ιδιότητά της, νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη υπόθεση, που αφορά στην άσκηση της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου από την αναφερόμενη σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω δικαιοπαρόχου μητέρας της πρώτης.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κρίνοντας ότι το κρίσιμο ζήτημα αν η δικαιοπάροχος μητέρα της συμβλήθηκε με τον αντίδικο στο όνομά της ή ως άμεση αντιπρόσωπος του κυρίου του ακινήτου, πρέπει να κριθεί με βάση την ερμηνεία των συμφωνιών της με αυτόν, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 287 εδ.
α' ΑΚ και την απ' αυτήν απορρέουσα αρχή της σχετικότητας των ενοχών, με την παράλειψη της εφαρμογής της. Με το περιεχόμενο αυτό η πιο πάνω αιτίαση και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι σαφές ότι ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας την άλλη έννομη σχέση (σύμβαση) μεταξύ του κυρίου του ακινήτου και της δικαιοπαρόχου μητέρας της αναιρεσείουσας δεν την έλαβε υπόψη για τη συναγωγή (γέννηση) υποχρέωσης προς παροχή στην ένδικη έννομη σχέση, αλλά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το ως άνω ζήτημα.
Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ως Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ευθέως την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη (287 εδ. α'ΑΚ) με τη μη εφαρμογή της, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούσαν την εφαρμογή της. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι τρεις πρώτοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
ΙΙΙ. Κατά το εδ. β' της διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 660/2019, ΑΠ 855/2019, ΑΠ 602/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι, καθόσον αφορά στο ζήτημα στο όνομα ποιου συμβλήθηκε η δικαιοπάροχος μητέρα της αναιρεσείουσας στην ένδικη σύμβαση έργου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της τελευταίας και του αναιρεσιβλήτου ήταν σύμβαση έργου και όχι σύμβαση πώλησης, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 513 ΑΚ και του π.δ. 186/1992 "κώδικας βιβλίων και στοιχείων", τις οποίες δεν εφάρμοσε και με βάση τις οποίες θα είχε γίνει δεκτό ότι αντισυμβαλλόμενος της αντιδίκου ήταν ο λήπτης των σχετικών παραστατικών (αποδείξεων λιανικής πώλησης-δελτίων αποστολής) και ως άνω κύριος του ακινήτου.
Δεν επικαλείται όμως η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο, αλλά ούτε και προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 28-9-2017 προτάσεών της ως εφεσίβλητης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είχε προβληθεί απ' αυτήν ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου ως Εφετείου, ενώ δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.
Επομένως, είναι απαράδεκτος ο ως άνω λόγος αναίρεσης (τέταρτος) κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Επίσης, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έκανε δεκτό ότι η δικαιοπάροχος μητέρα της συμβλήθηκε στην ένδικη σύμβαση με τον αντίδικο ατομικά και με το δικό της όνομα, παραβιάζοντας και μη λαμβάνοντας υπόψη τα οικεία διδάγματα της κοινής πείρας και συγκεκριμένα ότι τα φορολογικά παραστατικά εκδίδονται στο όνομα του προσώπου που συμβάλλεται με τον εκδότη αυτών επιτηδευματία, καθώς και ότι οι κάθε μορφής επιτηδευματίες, όταν πραγματοποιούν δαπάνες στα πλαίσια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, επιδιώκουν την έκδοση στο όνομά τους των σχετικών φορολογικών παραστατικών, καθόσον το φορολογητέο εισόδημά τους προκύπτει από την αφαίρεση των επαγγελματικών τους δαπανών από τα ακαθάριστα έσοδά τους.
Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος του (δεύτερο) περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη παράβαση δεν αναφέρεται σε διδάγματα της κοινής πείρας, με την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, αλλά ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχονται από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
IV. Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο ως Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της συμφωνημένης αμοιβής και του ύψους αυτής για την εκτέλεση του ενδίκου έργου, που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση κατ' άρθρ. 681 ΑΚ για την αξίωση επιδίκασης αυτής και ειδικότερα του ως άνω υπολοίπου της από 15.281 ευρώ.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε εάν οι συμβληθέντες συμφώνησαν ότι το ποσό της προσφοράς του αναιρεσιβλήτου ύψους 41.000 ευρώ θα ήταν η αμοιβή του ή εάν η προσφορά αυτή αποτέλεσε βάση διαπραγμάτευσης και συμφωνήθηκε κάτι διαφορετικό, καθώς και ότι δεν αποδείχθηκε το ακριβές ποσόν που συμφώνησε ο αναιρεσίβλητος ως αμοιβή με τη Β.
το μήνα Δεκέμβριο του 2010 και ότι αυτή σε μεταγενέστερα χρονικά σημεία του ανέθεσε επιπλέον εργασίες συνολικού ύψους 3.604,60 ευρώ, οι οποίες δεν είχαν περιληφθεί στην αρχική συμφωνία τους ούτε στην προσφορά, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι αυτός έχει δικαίωμα να λάβει το υπόλοιπο της αμοιβής του ύψους 15.281 ευρώ (51.678,60 ευρώ ύψος της αμοιβής - 36.397,60 ευρώ που καταβλήθηκαν), με βάση τα εκδοθέντα απ' αυτόν παραστατικά (11 αποδείξεις λιανικής πώλησης-δελτία αποστολής).
Έτσι όμως προκύπτει αντίφαση και δημιουργείται ασάφεια ως προς τα περιστατικά που γίνονται δεκτά από το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο και που μπορούν να θεμελιώσουν κατά νόμιμο τρόπο την αξίωση του αναιρεσιβλήτου για καταβολή της επικαλούμενης αμοιβής του ύψους 51.678,60 ευρώ και στη συγκεκριμένη περίπτωση του υπολοίπου αυτής ύψους 15.281 ευρώ.
Αποτέλεσμα των ως άνω αντιφάσεων και ελλείψεων της προσβαλλόμενης απόφασης είναι να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 681 ΑΚ ως προς τη συμφωνημένη αμοιβή και το ύψος αυτής στην ένδικη σύμβαση έργου. Επομένως, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ και είναι βάσιμος ο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 320/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, συγκροτούμενο από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου