Legislator Case Law & Legislation
656/2019 AI generated

Supreme Court dismisses indirect damage claim against third party, allowing only direct victim compensation under Greek Civil Code.

Case Number 656/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Court of First Instance's decision to award damages to a third party for indirect consequences of a tort. The court held that under Articles 914 and 919 of the Civil Code, compensation is strictly limited to the direct victim, excluding indirect financial losses of third parties. Consequently, the claim for 97,700 euros was dismissed as inadmissible, while the underlying appeal was allowed on procedural grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 and 919 of the Civil Code; Compensation for torts is strictly limited to the direct victim and does not extend to indirect damages suffered by third parties.

Keywords

AI generated
tort liability direct victim indirect damages third party claim Civil Code Greece admissibility compensation scope

Cited Legislation

AI generated
Articles 914 and 919 of the Civil Code
Article 928 of the Civil Code
Article 929 of the Civil Code
Article 150 of the Civil Code
Article 152 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 385 of the Criminal Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 153/2005
Olo 30/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 656 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 656/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Ξ. του Γ., και 2) Α. Γ. του Ε., συζύγου Ι. Ξ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παρασκευά Λιάρτη. Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κουλούρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2319/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 4625/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-12-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ προκύπτει ότι υπόχρεος σε αποζημίωση είναι αυτός που στο πρόσωπο του συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις γέννησης της αδικοπρακτικής ευθύνης, υποκειμενικής (άρθρα 914, 919, 920, 923) ή αντικειμενικής (άρθρα 922, 924 § 1, 925 κ.α.). Δικαιούχος δε της αποζημίωσης, κατά την κρατούσα άποψη, είναι κατά πρώτο λόγο ο φορέας του δικαιώματος ή του έννομου αγαθού που προσβλήθηκε άμεσα με την αδικοπραξία.

Επίσης, και αυτός που προσβλήθηκε άμεσα στα προστατευόμενα συμφέροντά του. Αντίθετως, αντανακλαστικές δυσμενείς επιπτώσεις της αδικοπραξίας στην περιουσία ενός τρίτου (έμμεσα ζημιωθέντος, όπως αποκαλείται) δεν παρέχουν κατ' αρχήν στον τελευταίο αξίωση αποζημίωσης, με κύρια εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 928 και 929 εδ.

β' (ΑΠ 153/2005, πρβλ και Ολομ 30/2003). Η διάκριση ανάμεσα σε άμεσα και έμμεσα ζημιωθέντες και η παροχή αξίωσης για αποζημίωση κατ' αρχήν μόνο στους πρώτους στηρίζεται από δικαιοπολιτική άποψη στη σκέψη ότι, αν ο ζημιώσας επιβαρυνόταν και με την αποκατάσταση των δυσμενών αντανακλαστικών επιπτώσεων της αδικοπραξίας στην περιουσιακή κατάσταση τρίτων, θα αντιμετώπιζε ένα συχνά δυσβάστακτο βάρος, αφού θα ήταν υποχρεωμένος να αποζημιώσει έναν αόριστο αριθμό προσώπων, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα την παράλυση κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας.

Η ανωτέρω διάκριση στηρίζεται, κατά την κρατούσα άποψη, στη διατύπωση των (μη επιδεχόμενων ανάλογη εφαρμογή) άρθρων 914 και 919 ΑΚ, τα οποία παρέχουν αξίωση αποζημίωσης μόνο σ' αυτόν που ζημιώθηκε παράνομα ή με τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη και, εξ αντιδιαστολής, στις περιοριστικά εισαγόμενες εξαιρέσεις των άρθρων 928 και 929 εδ.

β', που οριοθετούν τις περιπτώσεις αποζημίωσης των έμμεσα ζημιωθέντων (ΑΠ 850/2009). Για την όχι πάντοτε ευχερή διάκριση ανάμεσα σε άμεσα και σε έμμεσα ζημιωθέντες (η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με τη διάκριση ανάμεσα σε άμεση και σε έμμεση ζημία) θα πρέπει να ερευνάται: α) αν η ζημία βρίσκεται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με το ζημιογόνο γεγονός και β) αν το έννομο αγαθό που προσβλήθηκε (και ο φορέας του) εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του ιδρυτικού της ευθύνης κανόνα.

Αν δεν εμπίπτουν (και τούτο θα συμβαίνει συνήθως σε περιπτώσεις εμμέσως ζημιωθέντων), δεν θεμελιώνεται ευθύνη του ζημιώσαντος σε αποζημίωση, γιατί ακριβώς απέναντι στο συγκεκριμένο φορέα του συγκεκριμένου έννομου αγαθού δεν υπάρχει παρανομία (ΑΠ 925/2007). Με βάση τα ανωτέρω, έμμεσα ζημιωθείς είναι και εκείνος που ζημιώθηκε εξ αιτίας όχι καθεαυτού του ζημιογόνου γεγονότος, αλλά εξ αιτίας της ζημίας που προκάλεσε το ζημιογόνο γεγονός στο θύμα (άμεσα ζημιωθέντα).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 150 και 152 ΑΚ, όποιος εξαναγκάστηκε σε δήλωση βουλήσεως με απειλή που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της σχετικής δικαιοπραξίας και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες ή να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 152 ΑΚ, η απειλή πρέπει στις συγκεκριμένες συνθήκες να προκαλεί φόβο σε γνωστικό άνθρωπο και να εκθέτει σε σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο, μεταξύ άλλων, τη ζωή, την υγεία ή και την περιουσία αυτού που απειλήθηκε, η κρίση δε αυτή πρέπει να συνάγεται με βάση τους κανόνες που απορρέουν από την κοινή πείρα και γνώση (ΑΠ 214/1972).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α' και β' του Ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 117 ΕισΝΑΚ και 19 παρ. 4 του Ν. 1969/1991, συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 489, 491, 822 και 830 ΑΚ, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι (ΑΠ 1128/2017).

Για την εγκυρότητα της καταθέσεως δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο. Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια.

Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος, μη συμβαλλόμενος, αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το δότη της υπόσχεσης-τράπεζα για τον εαυτό του. Δημιουργείται δηλαδή ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης.

Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 του ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από τη διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση - συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ.

α' του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση ωστόσο, της οποίας το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 877/2008).

Εξάλλου, εκείνος από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ' επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 529/2015).

Περαιτέρω, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική.

Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 539/1992). Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρο ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται όμως η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (ΑΠ 1128/2017).

Επομένως, αν κάποιος κατόπιν απειλής εξαναγκασθεί να αναλάβει από κοινό λογαριασμό, που διατηρεί σε τράπεζα με άλλον, μέρος ή το σύνολο της καταθέσεως και να παραδώσει τα αναληφθέντα χρήματα στον εκβιαστή, δικαιούχος αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 152, 914, 297, 298, 299, 932 ΑΚ εξ αιτίας της ανωτέρω αδικοπραξίας, ως άμεσα ζημιωθείς, είναι εκείνος ο οποίος δέχθηκε την απειλή που οδήγησε στην περιουσιακή του μείωση, αφού αυτός είναι ο φορέας του εννόμου αγαθού της περιουσίας που προσβλήθηκε άμεσα από την αδικοπραξία.

Η ζημία (περιουσιακή απώλεια), σε μία τέτοια περίπτωση, βρίσκεται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο αποκλειστικά με την εκβίαση, αποδέκτης της οποίας ήταν ο εκβιασθείς και το έννομο αγαθό της περιουσίας που προσβλήθηκε (και ο φορέας του) εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του ιδρυτικού της ευθύνης κανόνα (άρθρα 152, 914 ΑΚ και 385 ΠΚ).

Και ναι μεν συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού υφίσταται αντανακλαστικά τις δυσμενείς επιπτώσεις της αδικοπραξίας στην περιουσία του, με την έννοια ότι εξ αιτίας της ζημίας που υπέστη ο εκβιασθείς συνδικαιούχος στερείται πλέον αυτός τη δυνατότητα αναλήψεως και απολαύσεως της χρηματικής καταθέσεως, πλην όμως δεν νομιμοποιείται να αξιώσει εξ ιδίου δικαίου, ανεξάρτητα από το είδος της εσωτερικής σχέσης του με τον άλλο συνδικαιούχο, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (επικαλούμενος την εις βάρος του τελευταίου εκβίαση), διότι αυτός ζημιώνεται έμμεσα, εξ αιτίας όχι καθεαυτού του ζημιογόνου γεγονότος (εκβίασης), αλλά εξ αιτίας της ζημίας που προκάλεσε το ως άνω ζημιογόνο γεγονός στο θύμα (άμεσα ζημιωθέντα).

Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή αν πλην του εκβιασθέντος διατηρούσε και αυτός αξίωση αποζημιώσεως, ο ζημιώσας θα μπορούσε να υποχρεωθεί να αποκαταστήσει εις διπλούν την αυτή ζημία. Τέλος, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.

Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.

Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός δε περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως χαρακτηρίζεται ως δικονομικός και δη ως μη αυτοτελής ισχυρισμός. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμό αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως.

Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής. Ποιά πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Ο αναιρετικός έλεγχος της κατά κανόνα νομιμοποιήσεως, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την ΟλομΑΠ 18/2005 (βλ. και Ολομ ΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.

Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της υπό κρίση αγωγής, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: Με την αδελφή της Ε. Κ. διατηρούσαν κοινό λογαριασμό στην .... Οι εναγόμενοι, από κοινού ενεργώντας, εκμεταλλευόμενοι τη μοναξιά της αδελφής της και το υπέργηρο της ηλικίας της, της παρείχαν φροντίδες, αποβλέποντες στην απόσπαση της χρηματικής κατάθεσης του ως άνω κοινού λογαριασμού ύψους 60.000 ευρώ.

Έτσι, από τις αρχές του καλοκαιριού 2011 απαίτησαν από την αδελφή της να παραμένει στο διαμέρισμά τους έως αργά, στερώντας της τη στοιχειώδη διατροφή, καθώς και την επικοινωνία με το φιλικό και συγγενικό της περιβάλλον, με συνέπεια να χάσει κατά το διάστημα του καλοκαιριού συνολικά 25 κιλά, να καταρρεύσει σωματικά και τελικά να αποβιώσει από καρδιακή ανακοπή, στις 31-8-2011.

Λίγο όμως πριν πεθάνει, στις 3-8-2011, οι εναγόμενοι την οδήγησαν στο κατάστημα της ... στο … και με την απειλή ότι θα την εγκαταλείψουν χωρίς να της παρέχουν ούτε νερό και ότι θα εκμισθώσουν την οικία της σε αλλοδαπούς, την εξανάγκασαν να αναλάβει το ποσό των 57.700 ευρώ από τον ως άνω κοινό λογαριασμό και να τους το παραδώσει για να το καταθέσουν σε δικό του λογαριασμό, όπως και έγινε, ιδιοποιούμενοι έτσι παράνομα το ποσό αυτό.

Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι εν λόγω χρηματικό ποσό, που αποτέλεσε το αντικείμενο του εκβιασμού, θα ανήκε εξ ολοκλήρου στην ίδια, ως μόνη πλέον δικαιούχο του λογαριασμού, μετά το θάνατο της αδελφής της. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε (κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω αιτήματα) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν α) ως αποζημίωση 57.700 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία ανάληψής του στις 3-8-2011, άλλως από την επίδοση της αγωγής και β) 40.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την τελεσθείσα ως άνω σε βάρος της αδικοπραξία.

Υπό τα εκτιθέμενα αυτά πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα (εφεσίβλητη) και ήδη αναιρεσίβλητη δεν είναι άμεσα, αλλά έμμεσα ζημιωθείσα από την εξιστορούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων (εκκαλούντων) και ήδη αναιρεσειόντων, αφού, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, άμεσα ζημιωθείσα ήταν η αδελφή της, η οποία δέχθηκε την εκβίαση που οδήγησε στην περιουσιακή μείωση.

Αυτή ήταν ο φορέας του εννόμου αγαθού της περιουσίας που προσβλήθηκε άμεσα από την αδικοπραξία και επομένως αυτή νομιμοποιείτο ενεργητικά (και οι καθολικοί της διάδοχοι μετά το θάνατό της) να ασκήσει την από τα άρθρα 914 και 932 αποζημιωτική αγωγή. Η ενάγουσα ως συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού (ανεξάρτητα από το είδος της εσωτερικής σχέσης των συνδικαιούχων, η οποία πάντως δεν εξιστορείται) υπέστη αντανακλαστικά τις δυσμενείς επιπτώσεις της αδικοπραξίας στην περιουσία της και γι' αυτό δεν νομιμοποιείται να αξιώσει εξ ιδίου δικαίου αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επικαλούμενη την εις βάρος της αδελφής της εκβίαση.

Εφόσον λοιπόν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν εν προκειμένω την ιδιότητα της ενάγουσας ως φορέα της επίδικης αξιώσεως αποζημιώσεως, η αγωγή είναι ανομιμοποίητη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Το Εφετείο απέρριψε τον δικονομικού χαρακτήρα ισχυρισμό των εναγομένων περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας, ως προς τα ως άνω κονδύλια τον οποίο είχαν προβάλλει στον πρώτο βαθμό και επανέφεραν με ειδικό λόγο εφέσεως, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο το τρίτο κονδύλιο της αγωγής για χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης για το θάνατο της αδελφής της και κατά τούτο δεν είχε εκκληθεί από τους αναιρεσείοντες.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 150, 152, 914, 932 ΑΚ, 385 ΠΚ. Επομένως, είναι βάσιμος ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως, όπως εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο, και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων διότι καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια εκείνου που έγινε δεκτός.

Επειδή κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές..." Εάν επομένως, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναιρέσεως, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται η διατύπωση μόνο του διατακτικού της απόφασης, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να εκδώσει την τελειωτική για την υπόθεση απόφαση.

Τέτοιο δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, αφού κατά τα προαναφερόμενα έπρεπε να γίνει δεκτή και από ουσιαστική άποψη η έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, ως προς τα εκκληθέντα κονδύλια της αγωγής, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται.

Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων όλων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε απ'

αυτούς τόσο για την αίτηση αναιρέσεως, όσο και για την έφεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4625/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτούς τόσο για την αίτηση αναιρέσεως, όσο και για την έφεση.- Δικάζει και δέχεται και από ουσιαστική άποψη την από 16 Μαΐου 2016 (με αριθμό καταθέσεως 1629/2016) έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 2319/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.- Εξαφανίζει την ανωτέρω απόφαση.

Διακρατεί την υπόθεση και δικάζοντας την ουσία της.

Απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη για τα κονδύλια: α) των 57.700 ευρώ για αποζημίωση και β) των 40.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση.

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ