Legislator Case Law & Legislation
656/2018 AI generated

Appeal dismissed; employer's dismissal of unionizing employees found valid as not exceeding good faith limits.

Case Number 656/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an employer against a labor court judgment regarding the dismissal of employees. The employees had engaged in a strike, which the employer argued was illegal, but the lower court found the strike lawful and the dismissal abusive. The court rejected the employer's arguments that the dismissal violated good faith principles or relied on inadmissible claims, ruling that the employer's actions did not exceed the limits of good faith. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the employer was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669(2) Civil Code; Article 281 Civil Code: An employer's unilateral termination of an indefinite-term employment contract is a valid act of will, but its exercise is subject to the limits of good faith; a termination is void if it is clearly excessive, such as when motivated by malice or retaliation against lawful employee conduct like unionization.

Keywords

AI generated
termination of employment good faith principle unlawful strike retaliatory dismissal labor law appeal excessive exercise of right legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 669(2) of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Article 1 and 5 of Law 3198/1955
Article 281 of the Civil Code
Article 174 of the Civil Code
Article 180 of the Civil Code
Article 648 of the Civil Code
Article 656 of the Civil Code
Article 14(4) of Law 1264/1982
Articles 68, 556(1) and 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a)(8) and (19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 656 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 656/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Ε. του Δ. και 2) Α. Σ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κωστίκα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2797/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 1804/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-10-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 7-5-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 Α.Κ., 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη προφανούς υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και να καταβάλει τις αποδοχές του λόγω της υπερημερίας του κατά τα άρθρα 648 και 656 του Α.Κ. Προφανής δε υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδικήσεως, λόγω προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσεως που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχειρήσεως του εργοδότη.

Ειδικότερα με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 1264/1982 ορίζεται ευθέως από το νόμο ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, στην οποία κατά την έννοια της διατάξεως αυτής περιλαμβάνεται και η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, ως και οι ενέργειες που αποσκοπούν στη κήρυξή της και γενικότερα κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Για να είναι δε άκυρη κατά το ως άνω άρθρο η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απολύσεως του μισθωτού αλλά αρκεί ότι συνετέλεσε απλώς στη λήψη της σχετικής αποφάσεως του εργοδότη για την καταγγελία, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν ο εργοδότης δεν θα κατήγγειλε τη σύμβαση και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν από τη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου προκλήθηκε ή όχι προσωπική διένεξη μεταξύ αυτού και του εργοδότη (Α.Π. 927/2017).

2. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο πρώτος ενάγων [ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος] Β. Ε. προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγόμενη [ήδη αναιρεσείουσα] ανώνυμη εταιρία, η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται επιχείρηση καζίνο στη Θεσσαλονίκη, αρχικά την 17-11-1997 και απασχολήθηκε ως υπάλληλος τεχνικών παιγνίων (ντήλερ) μέχρι την 20-1-2001, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του.

Επαναπροσλήφθηκε την 1-3-2002 με όμοια όπως και παραπάνω σύμβαση και εργάσθηκε με την ως άνω ειδικότητα, και από την 16-6-2008, ύστερα από προαγωγή του, με την ειδικότητα του επιθεωρητή (ντήλερ ινσπέκτορ) μέχρι την 21-4-2010, οπότε και απολύθηκε, αφού η εναγομένη τήρησε τον απαιτούμενο από το νόμο έγγραφο τύπο και του κατέβαλε την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης.

Ο δεύτερος ενάγων [ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος] Α. Σ. προσλήφθηκε από την εναγομένη, επίσης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 26-8-1996, προκειμένου να εργασθεί με την ίδια όπως και ο πρώτος ενάγων ειδικότητα και εργάσθηκε αρχικά με την πιο πάνω ειδικότητα και κατόπιν με την ειδικότητα του επιθεωρητή μέχρι την 21-4-2010, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, ενώ συγχρόνως του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.

Στην επιχείρηση της εναγομένης ήδη από το έτος 1998 είχε συσταθεί επιχειρησιακό σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων στη ...", ενώ το έτος 2008 ιδρύθηκε νέο σωματείο εργαζομένων με την επωνυμία "Ένωση Προσωπικού ..." και με έδρα την …. Από τις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2010 η εναγόμενη εταιρία με τη σύμπραξη του ως άνω δεύτερου σωματείου και χωρίς τη συμμετοχή του πρώτου επιχειρησιακού σωματείου άρχισε να διαπραγματεύεται την επιβολή εκ περιτροπής εργασίας σε ένα μόνο τμήμα της επιχείρησης και δη στο τμήμα των επιτραπέζιων παιχνιδιών (gaming), όπου εργάζονταν οι ενάγοντες.

Μάλιστα στο ανωτέρω πρώτο σωματείο (αυτό που ιδρύθηκε κατά το έτος 1999) συμμετείχαν κυρίως εργαζόμενοι του τμήματος επιτραπέζιων παιχνιδιών. Μετά από τις σχετικές διαπραγματεύσεις υπογράφηκε τελικά στις 25-2-2010 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας για την εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας μεταξύ της εναγομένης και του πιο πάνω σωματείου "Ένωση Προσωπικού".

Ωστόσο στη συλλογική αυτή σύμβαση αρνήθηκε να συμπράξει το ανωτέρω πρώτο σωματείο ("Σύλλογος Εργαζομένων"), το οποίο εξαρχής είχε αντιταχθεί στην υιοθέτηση του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, αλλά εξακολούθησε να αντιτάσσεται και μετά την υπογραφή της ανωτέρω συλλογικής σύμβασης εργασίας. Οι ενάγοντες αποτελούσαν μέλη του ως άνω πρώτου σωματείου και με τη στάση και συμπεριφορά τους αντιτάσσονταν ευθέως σε αυτή την επιλογή, όπως και με άλλες στη συνέχεια επιλογές της εναγομένης, ενώ παρότρυναν συνεχώς υπαλλήλους συναδέλφους τους να συμμετάσχουν στις σχετικές απεργιακές κινητοποιήσεις και στάσεις εργασίας των εργαζομένων, ενώ και οι ίδιοι αποδείχθηκε ότι συμμετείχαν ενεργά στις στάσεις εργασίας που πραγματοποιήθηκαν στις 6-3-2010 και στις 17-3-2010, όπως επίσης και στις απεργιακές κινητοποιήσεις που διοργάνωσε το σωματείο στις 27 και 28-3-2010 και από 3 έως 5-4-2010, οι οποίες απέβλεπαν στην κατάργηση της εκ περιτροπής εργασίας.

Η εναγομένη, επιδιώκοντας να αποτρέψει τους εργαζόμενους από τη συμμετοχή τους στις εν λόγω απεργιακές κινητοποιήσεις, όπως λ.χ. συνέβη στις 31-3-2010 ενόψει της απεργίας που κηρύχθηκε από 3 έως 5-4-2010, προέβαινε σε απολύσεις εργαζομένων. Το ίδιο δε έπραξε και απέλυσε τους ενάγοντες στις 21-4-2010 (δυνάμει των από 20-4-2010 καταγγελιών των συμβάσεών τους) ενόψει νέας απεργίας που κηρύχθηκε από το σωματείο εργαζομένων για την 22-4-2010.

Η πιο πάνω συνδικαλιστική δραστηριότητα των εναγόντων ήταν γνωστή και μη αρεστή στην εναγομένη, η οποία προέβη στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων λόγω ακριβώς αυτής της συνδικαλιστικής δράσης, αλλά και προς εκφοβισμό των λοιπών εργαζομένων να μη μετέχουν σε απεργιακές κινητοποιήσεις για τη διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων και συμφερόντων τους.

Άλλη αιτία για την απόλυση των εναγόντων δεν προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία ότι υπήρχε. Και συγκεκριμένα ούτε πλημμελής άσκηση των εργασιακών καθηκόντων τους συνέτρεχε ούτε σε πειθαρχικό παράπτωμα αποδείχθηκε ότι υπέπεσαν. Η προεκτεθείσα συνδικαλιστική δράση που ανέπτυξαν οι ενάγοντες κατά τον αμέσως πριν από την καταγγελία της εργασιακής τους σύμβασης χρόνο ήταν η μοναδική αιτία που προκάλεσε την απόλυση των εναγόντων από την εναγομένη.

Κατ' ακολουθίαν η επίδικη καταγγελία είναι άκυρη ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 1264/1982, αφού συνδέεται αιτιωδώς με την προεκτιθέμενη πρόσφατη, έντονη και νόμιμη συνδικαλιστική δράση των εναγόντων, η οποία δεν επηρέαζε αρνητικά το ρυθμό της εργασίας τους. Επίσης η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική, καθόσον έγινε για την ικανοποίηση αισθήματος εκδίκησης της εναγομένης, επειδή οι ενάγοντες είχαν συμμετάσχει σε προγραμματισμένες απεργιακές κινητοποιήσεις και παρότρυναν τους λοιπούς εργαζόμενους να συμμετέχουν στις απεργίες που κήρυξε το σωματείο τους με αίτημα την κατάργηση της εφαρμογής της εκ περιτροπής εργασίας και για να απαλλαγεί η εναγομένη από τη συνδικαλιστική δράση των εναγόντων και υπερβαίνει προφανώς τα αξιολογικά όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., ήτοι τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Συνακόλουθα η εναγομένη, αρνούμενη να δεχθεί τις υπηρεσίες των εναγόντων, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τους και είναι υπόχρεη προς πληρωμή των μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την καταγγελία (21-4-2010) έως και τον αναφερόμενο στην ένδικη αγωγή χρόνο (21-4-2011) σύμφωνα με τα άρθρα 349, 350 και 656 του Α.Κ...

Η εκκαλούσα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της έφεσής της ότι οι στάσεις εργασίας και οι απεργίες που κηρύχθηκαν από το σωματείο εργαζομένων και στις οποίες όπως προελέχθη συμμετείχαν οι ενάγοντες ήταν παράνομες, γεγονός που αίρει τη νομιμότητα της φερόμενης συνδικαλιστικής δράσης των εναγόντων, οι οποίοι τελούσαν σε γνώση ότι οι απεργιακές κινητοποιήσεις ήταν παράνομες.

Μάλιστα, για να αναγνωρισθεί το παράνομο των απεργιακών κινητοποιήσεων των εργαζομένων, κατέθεσε η εναγομένη σε βάρος του σωματείου σχετική αναγνωριστική αγωγή. Επί της αγωγής αυτής... εκδόθηκε μεν η... 3972/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που έκανε δεκτή την αγωγή της εναγομένης, η απόφαση όμως αυτή δεν κατέστη τελεσίδικη.

Σε κάθε δε περίπτωση κατά το χρόνο της κήρυξης των απεργιών οι ενάγοντες τελούσαν σε συγγνωστή πλάνη ως προς τη νομιμότητά της, αφού δικαιολογημένα πίστευαν ότι μετέχουν σε νόμιμη απεργία, ιδιαίτερα λόγω του ότι η εναγομένη δεν τους ενημέρωσε έγκαιρα για τους συγκεκριμένους λόγους που καθιστούσαν την απεργία παράνομη και καταχρηστική, περαιτέρω δε αρκέσθηκαν στις σχετικές διαβεβαιώσεις του αρμόδιου διοικητικού οργάνου του σωματείου για τη νομιμότητα των κινητοποιήσεων, οπότε πλέον η απεργία παρίσταται σύννομη, μη επαγόμενη την άρση της παρεχόμενης από το νόμο προστασίας της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης".

Με βάση αυτές τις παραδοχές και άλλες (οι οποίες αφορούν τον υπολογισμό των οφειλομένων στους ενάγοντες αποδοχών υπερημερίας και την παραδοχή της ενστάσεως συμψηφισμού που είχε προτείνει η εναγομένη και οι οποίες δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω) το εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, είχε αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ήταν άκυρη, είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την εργασία των εναγόντων με απειλή χρηματικής ποινής και είχε υποχρεωθεί να τους καταβάλει τα ποσά των 18.447,30 και 7.852,59 ευρώ αντίστοιχα με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ' αυτήν διακρίσεις), αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε κατά ένα μέρος της, αναγνώρισε ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ήταν άκυρη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 5.723,82 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφασή του διακρίσεις.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. αφού στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του παρατίθενται όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής.

Ειδικότερα εκτίθεται ότι το πραγματικό κίνητρο που οδήγησε την εναγόμενη στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ήταν τα αισθήματα εμπάθειας αυτής εξαιτίας: α) της συμμετοχής τους στις απεργίες της 6-3-2010, στις 17-3-2010, στις 27 και 28-3-2010 και από 3 έως 5-4-2010, τις οποίες κήρυξε ο "Σύλλογος Εργαζομένων", δηλαδή το σωματείο που είχε ιδρυθεί το 1998 και στο οποίο συμμετείχαν ως μέλη, ενώ είναι άνευ εννόμου επιρροής το γεγονός ότι η εναγομένη θεωρεί τούτο ως μη αντιπροσωπευτικό, αφού οι ενάγοντες ήταν μέλη του πριν από την ίδρυση του δεύτερου σωματείου και β) του γεγονότος ότι παρότρυναν συναδέλφους τους να συμμετάσχουν ενεργά στις απεργίες αυτές, με αποτέλεσμα η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους η οποία έλαβε χώρα μία μόλις ημέρα πριν από την πραγματοποίηση της νέας απεργίας που είχε προκηρύξει το σωματείο αυτό για τις 22-4-2010, να εμπίπτει στην έννοια της καταχρηστικής ασκήσεως του εργοδοτικού δικαιώματος, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας.

Συνακόλουθα ο πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

3. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (Ολ. Α.Π. 15/2000). Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο κατά τα πρώτο και τρίτο σκέλη του, τρίτο και έκτο (εσφαλμένα αναγραφόμενο ως έβδομο) λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α, 19 και 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι, κατά την απόρριψη του παραδεκτά προταθέντος πρωτοδίκως και κατ' έφεση ισχυρισμού της ότι η απεργία στην οποία συμμετείχαν οι ενάγοντες ήταν παράνομη για τους αναφερόμενους λόγους (ήτοι: α) λόγω μη τηρήσεως της ορθής διαδικασίας από το σωματείο κατά την κήρυξή της και β) λόγω του ότι αίτημά της ήταν η κατάργηση του περιεχομένου συμφωνίας νομίμως συναφθείσης με το πλέον αντιπροσωπευτικό επιχειρησιακό σωματείο), γεγονός που οι ίδιοι γνώριζαν αφού συμμετείχαν στη λήψη της σχετικής αποφάσεως και ότι συνακόλουθα η συμμετοχή τους στην ανωτέρω παράνομη απεργία αποτέλεσε νόμιμο λόγο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας τους, το εφετείο:

α) παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3, 20 παρ. 1 ν. 1264/1982 και 174 Α.Κ. (πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως) και εκείνες του άρθρου 14 παρ. 4 ν. 1264/1982 και ν. 1876/1990 (πρώτος κατά το τρίτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως), β) στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα (τρίτος λόγος αναιρέσεως) και γ) δεν έλαβε υπόψη το έγγραφο (σχετικό 19 των προτάσεών της ενώπιον του εφετείου) από το οποίο προέκυπτε ότι αυτή στις 26-3-2010 είχε ειδοποιήσει τους εργαζομένους της για τον παράνομο χαρακτήρα της πρώτης απεργίας (έκτος λόγος αναιρέσεως).

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, πέρα από την αοριστία του έκτου ως προς την περιγραφή του φερομένου ως μη ληφθέντος υπόψη εγγράφου, προεχόντως διότι η αναιρεσείουσα επικαλείται μεν ότι προέβαλε παραδεκτά πρωτοδίκως και κατ' έφεση τον ισχυρισμό επί του οποίου οι λόγοι αυτοί στηρίζονται, όμως από τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης προκύπτει ότι αυτή δεν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό με συνοπτική έστω καταχώρησή του στα προαναφερθέντα πρακτικά, τον προέβαλε δε (και μάλιστα αορίστως και ασαφώς) με τις από 30-11-2011 έγγραφες προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με την από 6-2-2012 έφεσή της, χωρίς όμως να επικαλεσθεί κάποιο λόγο παραδεκτής βραδείας προβολής του.

4. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα που αναφέρεται στο λόγο αυτό, αλλιώς ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος (Α.Π. 322/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του, δεύτερο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α, 8 περ. α και 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι οι απεργίες στις οποίες έλαβαν μέρος οι ενάγοντες ήταν παράνομες και ότι αυτοί το γνώριζαν, δεχόμενη αντένσταση των εναγόντων ότι αυτοί τελούσαν σε συγγνωστή πλάνη ως προς τη νομιμότητα της απεργίας και έτσι:

α) παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174 Α.Κ. και 8 παρ. 3 ν. 1264/1982 (πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναιρέσεως), β) έλαβε υπόψη ισχυρισμό που οι ενάγοντες δεν είχαν προτείνει, ήτοι την ανωτέρω αντένσταση (δεύτερος λόγος αναιρέσεως) και γ) στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα (τέταρτος λόγος αναιρέσεως).

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι διότι η τυχόν παραδοχή τους δεν θα είχε αποτέλεσμα στο διατακτικό της προσβαλλομένης, ενόψει του ότι ο ισχυρισμός κατά την απόρριψη του οποίου φέρεται ότι έλαβαν χώρα οι ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες (παράνομος χαρακτήρας της απεργίας) ήταν κατά τα προεκτεθέντα απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της βραδείας προβολής του.

5. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-10-2014 αίτηση για αναίρεση της 1804/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ