Legislator Case Law & Legislation
656/2016 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal regarding court costs exceeding statutory cap for state cases.

Case Number 656/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of Appeal's decision, which had upheld a first-instance judgment. The Court of Appeal had ordered the State to pay 600 euros in court costs, exceeding the statutory limit of 350 euros for cases against the State. The Court found the lower court erred in applying the law regarding cost caps and remanded the case for a corrected ruling on expenses while dismissing other appeal grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court partially allows an appeal when the lower court fails to apply the statutory cap on court costs for cases against the State, ordering the State to pay only the legally prescribed amount.

Keywords

AI generated
court costs cap State liability partial appeal Code of Civil Procedure statutory limit remand for costs legal error

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 8, letter b of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3, section b of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Articles 176, 183, and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Justice 11/1996
Supreme Court of Justice 25/2003
Supreme Court of Justice 11/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 656 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 656/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Του αναιρεσίβλητου: Β. Σ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Ιωαννίδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2010 αγωγή, του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, και 55/2014 του Εφετείου Καλαμάτας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 6-2-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 12-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των υπόλοιπων λόγων αναίρεσης

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 β’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και ο λόγος της εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.

Α.Π. 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π.25/2003),αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν ή στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο που την εξέδωσε, ερευνώντας καθολικά και εξ υπαρχής τη διαφορά έλαβε υπόψη τους τρεις (3), κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, προβαλλόμενους λόγους της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος και, εκτιμώντας ότι αυτοί συνιστούν έναν και μόνο, που μέμφεται την εκκαλούμενη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, τους απέρριψε ως αβάσιμους, άλλους μεν ρητώς, δεχόμενο ότι τα δύο επιμέρους εδαφικά τμήματα, εμβαδού 807 και 975 τ.μ., αντίστοιχα, που εμφαίνονται στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Καλαμάτας με Κ.Α.Ε.Κ. ..., αντίστοιχα, ως ανήκοντα κατά δικαίωμα πλήρους κυριότητας στον ενάγοντα, δεν απέκτησαν την ιδιότητα του κοινόχρηστου χώρου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, και ο ενάγων δεν απώλεσε το δικαίωμα κυριότητάς του επ’ αυτών, άλλους δε εκ του πράγματος, χωρίς η ορθότητα της απορριπτικής αυτής κρίσεως να μπορεί να ελεγχθεί μέσω του αναιρετικού λόγου του αριθμού 8.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8 β’ του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι "το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα λόγο έφεσης, ότι η εκκαλούμενη απόφαση κακώς δεν έκρινε την αγωγή του αναιρεσίβλητου ως απαράδεκτη, καθόσον αυτή ασκήθηκε κατά παράβαση του καθήκοντος της αλήθειας, που όφειλε να τηρεί κατά το άρθρο 116 ΚΠολΔ, αφού αυτή είναι πλήρως αντίθετη σ’ αυτό αλλά και στην προηγούμενη στάση του, που υποστήριζε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της επίδικης οδού, ζητώντας βεβαιώσεις από το Δήμο Καλαμάτας και προσκομίζοντας γι’ αυτό ένορκες βεβαιώσεις συμπολιτών του, εν τούτοις το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει την ένσταση απαραδέκτου της αγωγής του, που πρότεινε αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) με λόγο έφεσης, τον οποίο απέρριψε σιωπηρά χωρίς καθόλου αιτιολογία, παρότι είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε σιωπηρώς ως ουσιαστικά αβάσιμο, σε κάθε δε περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως αντιφατικός, αφού το αναιρεσείον είχε προτείνει στο Εφετείο ισχυρισμό περί απαραδέκτου της αγωγής με λόγο έφεσης και παράπονο ότι το Δικαστήριο της ουσίας τον απέρριψε σιωπηρώς, ενώ κατά τα εκτιθέμενα στον ίδιο λόγο αναίρεσης δέχεται ότι δεν έλαβε αυτόν υπόψη.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου(μάρτυρες έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο (επιτρεπόμενες μαρτυρικές καταθέσεις εκτός δίκης) είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 395, 398, 406 - 409 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ.2 εδ.

β’ του ίδιου Κώδικα και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, προκειμένου να προσκομιστούν στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, για την οποία και έχουν δοθεί.

Η βεβαίωση λοιπόν του δικαστηρίου της ουσίας, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αφορά τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο ίδιο, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα (άρθρο 432 επ. ΚΠολΔ), είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 395 ΚΠολΔ) και όχι τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις.

Όταν, όμως, οι τελευταίες έχουν ληφθεί στο πλαίσιο άλλης προηγούμενης δίκης, όπως λ.χ. σε δίκη κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι’ αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα, ειδικότερα στο αναιρετήριο μνημονευόμενα, έγγραφα, δηλαδή: α) τις υπ’ αριθμ. .../11-11-2008 και .../03-10-2008 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ν.

Σ. του Η. και του Χ. Α. του Γ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Π. Φ. και β) τις από 26-02-2008 (αρ. πρωτ. ...) και από 18-11-2008 (αρ. πρωτ. ...) βεβαιώσεις του Δήμου Καλαμάτας προς τον αναιρεσίβλητο για τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του επιδίκου που είχε ζητήσει ο ίδιος, κάνοντας χρήση των άνω ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων των συμπολιτών του (μία εκ των οποίων ήταν και του Χ.

Α. του Γ. που είχε καταθέσει τα αντίθετα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου περί δήθεν του ιδιωτικού χαρακτήρα του επιδίκου που ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου, τα οποία -έγγραφα- επικαλέστηκε το αναιρεσείον με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προσκόμισαν ενώπιον αυτού (Εφετείου), προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί κοινόχρηστου χαρακτήρα του επιδίκου, τον οποίο λίγα χρόνια πριν υποστήριζε και ο αναιρεσίβλητος, παράλληλα όμως θα είχε απορρίψει την αγωγή του ως απαράδεκτη και καταχρηστική, άλλως ως αναληθή και αναπόδεικτη, αφού έθεταν σε πλήρη αναξιοπιστία τη μαρτυρική κατάθεση του εξετασθέντα μάρτυρα του Χ.

Α. του Γ., που είχε καταθέσει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τα αντίθετα από όσα λίγα χρόνια πριν είχε πει με την υπ’ αριθ. .../03-10-2008 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου Π. Φ., όταν κατέθεσε περί του κοινόχρηστου χαρακτήρα του επιδίκου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ως προς όλα τα μνημονευόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι δύο (2) ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν, με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου στα πλαίσια χορηγήσεως από το Δήμο Καλαμάτας βεβαιώσεως για τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του επιδίκου, όπως και έγινε με τις, ως άνω, από 26-02-2008 και 18-11-2008, βεβαιώσεις που του είχε χορηγήσει, και ως εκ τούτου αποτελούν απλά έγγραφα και όχι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία τους στην απόφαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, και "από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι ....", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη κα συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά προς έμμεση απόδειξη, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.- Από τις διατάξεις των άρθρων 340 και 559 αρ.8 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των υπ’ αυτού κατατιθεμένων ανατίθεται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και το λόγο για τον οποίο δίνει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα ή σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά.

Στην αξιοπιστία των μαρτύρων ανάγεται και η συνδρομή των περιστάσεων, υπό τις οποίες λαμβάνεται υπόψη και η μαρτυρία περί πραγμάτων, τα οποία ο μάρτυρας έμαθε από τρίτους, η δε αντιφατικότητα της καταθέσεώς του απλώς λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κατά την απ’ αυτό, ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτίμησή της.

Το θέμα δε τούτο δεν εμπίπτει στην έννοια των πραγμάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο υπό το πρόσχημα των πλημμελειών από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πλήττει την περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, που αυτό σχημάτισε από την εκτίμηση των αποδείξεων, και συγκεκριμένα περί της κυριότητας του αναιρεσίβλητου στην επίδικη έκταση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, το οποίο περιλήφθηκε ως άρθρο 31 στο Β.Δ. της 7/20-6-1957 "περί κωδικοποιήσεως της περί του ΝΣΚ νομοθεσίας", σε συνδυασμό με την παρ. 2 της υπ’ αριθμ. 134423, από 8-12-1992/20-1-1993, κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, " επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικο ν δαπάνη αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεως του ελαχίστου ορίου διατιμήσεως εκάστης ενεργείας , μη δυναμένη πάντως δι’ όλας τας καθ’ έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις να υπερβαίνει τας εκατόν είκοσι χιλιάδας (120.000) χάρτινας δραχμάς >>.

Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι ο με αυτήν επιβαλλόμενος περιορισμός της επιδικαζόμενης στον αντίδικο του Δημοσίου δικαστικής δαπάνης αφορά μόνο την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου και δεν καταλαμβάνει τα λοιπά έξοδα των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 11/2011). Επομένως, το Εφετείο έσφαλε στην προκειμένη περίπτωση περί την εφαρμογή των ως άνω περί δικαστικής δαπάνης διατάξεων, αφού με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επιδίκασε δικαστική δαπάνη υπέρ του αναιρεσίβλητου και σε βάρος του αναιρεσείοντος ποσού εξακοσίων (600) ευρώ, ενώ έπρεπε το σύνολο αυτής να περιορίσει το πολύ στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την άνω διάταξή της περί δικαστικών εξόδων, διότι δεν καθόρισε μειωμένη δικαστική δαπάνη κατ’ εφαρμογή της άνω διάταξης του άρθρου 22 του ν, 3693/1957, αλλά εκείνη που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ, ήτοι στο ποσό των 600 ευρώ, παραδεκτώς εφόσον με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται και η ουσία της υπόθεσης κατά την ανωτέρω ουσία, για κακή ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), είναι βάσιμος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση και δη μόνο κατά το κεφάλαιο προσδιορισμού της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του αναιρεσείοντος, απορριπτομένων των λοιπών λόγων αναιρέσεως, αναιρεθεί μόνο κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και αφού διακρατηθεί η υπόθεση, δεδομένου ότι δεν χρειάζεται περαιτέρω άλλη διευκρίνιση (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.

β’ ΚΠολΔ) και δικαστεί κατά τούτο, δεν επιδικάζει δικαστική δαπάνη στον εφεσίβλητο Β. Σ., ενόψει της ρητής παραίτησης αυτού από το οικείο αίτημά του, με τις έγγραφες προτάσεις του, που κατατέθηκαν στις 10-2-2016. Ούτε θα επιδικασθεί δικαστική δαπάνη για την παρούσα αναιρετική δίκη, λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος (άρθρο 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 55/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας μόνο κατά το κεφάλαιο περί επιβολής δικαστικής δαπάνης στο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ποσού εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρατεί και δικάζει επί της από 7-1-2013 έφεσης κατά της υπ’ αριθμ. 79/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας κατά το άνω αναιρεθέν μέρος.

Εξαφανίζει τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και υπέρ του εφεσίβλητου, λόγω παραιτήσεως αυτού από το σχετικό αίτημα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ