Legislator Case Law & Legislation
656/2012 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal, ruling State cannot claim ownership of property acquired by private parties via acquisitive prescription.

Case Number 656/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court ruling that confirmed private ownership of a property previously seized by the State. The State argued the property was public land, while the private parties claimed they had acquired title through continuous possession and acquisitive prescription since 1971. The court held that once private parties validly acquired ownership through prescription, the State's right to seize the land as abandoned was extinguished, making the seizure procedurally invalid.

Legislator headnote

AI generated

Art. 34 of Law 1539/1938; The State cannot claim ownership of property acquired by private parties through acquisitive prescription, as the right to seize abandoned land is extinguished once valid title is transferred to third parties.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription State property seizure abandoned land private ownership State appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 34 of Law 1539/1938
Art. 559 no. 19 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 656 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 656/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. Γ. του Μ., κατοίκου ... και 2. Θ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Σκαρίμπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2003 αίτηση των Δ. και Θ. Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3044/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9088/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 11-11-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 7-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, το άρθρο 34 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των Δημοσίων κτημάτων", ορίζει στις μεν παραγράφους 2 και 3, ότι ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες τους και μη διαχειριζόμενα από αυτούς, oύτε δι' αντιπροσώπων, καταλαμβάνονται από το Δημόσιο και διαχειρίζονται απ' αυτό ως διοικητή αλλοτρίων δια πρωτοκόλλου, ότι η προς τον ιδιοκτήτη απόδοση του καταληφθέντος κτήματος γίνεται κατ' αίτηση αυτού, κοινοποιουμένη προς το Δημόσιο δι' αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμη του κατ' άρθρο 10 συμβουλίου, στην παρ.

δε 7 ότι, αν απορριφθεί η αίτηση του ιδιοκτήτη, ή δεν εκδοθεί η απόφαση του Υπουργού εντός εξ μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτήσεως του ιδιοκτήτη, δύναται αυτός να ζητήσει την απόδοση με αίτησή του, που υποβάλλεται στον αρμόδιο ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου, Πρόεδρο Πρωτοδικών δικάζοντα κατά τη διαδικασία των άρθρ. 634 επ.

ΠολΔ (ήδη Μονομελές Πρωτοδικείο δικάζοντα κατά τη διαδικασία των άρθ. 686 επ. ΚΠολΔ) και τέλος στην παρ. 8, ότι μετά την πάροδο δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως του κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα της κυριότητας αποσβέννυται και η κυριότητα του ακινήτου περιέρχεται στο Δημόσιο. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει, ότι η άσκηση του δικαιώματος του ιδιοκτήτη προς απόδοση του ακινήτου του, που καταλήφθηκε από το Δημόσιο ως εγκαταλελειμμένο, γίνεται αρχικά διοικητικώς με αίτησή του, που κοινοποιείται στο Δημόσιο, δι' αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών.

Στην περίπτωση δε, που η αίτηση αυτή απορριφθεί, ή δεν εκδοθεί απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών εντός της ως άνω προθεσμίας, τότε o ιδιοκτήτης δικαιούται με αίτησή του (αγωγή του), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου, να ζητήσει την απόδοση, τάσσεται δε προς άσκηση του δικαιώματος αυτού δεκαετία, αρχομένη από την κατάληψη από το Δημόσιο του κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, η οποία (δεκαετία) φέρει τον χαρακτήρα αποσβεστικής προθεσμίας, επί της οποίας δεν αποκλείεται η εφαρμογή λόγου διακοπής αυτής.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει, ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες, αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη αίτηση των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητείται να ακυρωθεί το αναφερόμενο Πρωτόκολλο Καταλήψεως Εγκαταλελειμμένου Κτήματος, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο παππούς των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Δ.

Γ., με το .../14-2-1955 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Επαμ. Στάμου, που νόμιμα μεταγράφηκε, απέκτησε παρά των Ε. χήρας Γ. Κ., το γένος Κ. Β., Φ. συζύγου Α. Φ., το γένος Λ. Λ., και Ι. συζύγου Ν. Μ., το γένος Λ. Λ., την κυριότητα, κατά ποσοστό 11/72 εξ αδιαιρέτου, ενός οικοπέδου, ευρισκομένου στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Γλυφάδας ..., στη θέση Τερψιθέα, επί της οδού ...

αριθμ. 21. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο φίλος και συνάδελφος αυτού (τροχιοδρομικός υπάλληλος) Ι. Τ. αγόρασε από τους ίδιους ως άνω πωλητές το ίδιο ποσοστό εξ αδιαιρέτου του όμορου οικοπέδου, επί της οδού ... αριθμ 19 (επιδίκου), με το .../14-2-1955 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο νόμιμα μεταγράφηκε, επιφανείας, κατά τον τίτλο κτήσεως, 520 τμ.

και κατά το από Μαΐου διάγραμμα της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά 539,95 τμ. Απώτερος δικαιοπάροχος των Δ. Γ. και Ι. Τ. φέρεται, κατά τους ως άνω τίτλους κτήσεως, ο Κ. Β., στον οποίο είχε περιέλθει το παραπάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου δυνάμει του .../1920 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Οικονομοπούλου, που νόμιμα μεταγράφηκε.

Μετά τον θάνατο του Κ. Β. στις 22-4-1944, το ποσοστό του επί των ως άνω ακινήτων περιήλθε στις θυγατέρες του Ε. τέως σύζυγο Σ. Κ., Π. τέως σύζυγο Λ. Λ. και Ε. χήρα Γ. Κ., οι οποίες και αποδέχθηκαν την κληρονομιά και μετέγραψαν τη δήλωση αποδοχής. Στις 4-2-1947 απεβίωσε η Ε. τέως σύζυγος Σ. Κ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις δύο ως άνω αδελφές της.

Στις 29-9-1954 απεβίωσε και η Π. τέως σύζυγο Λ. Λ. και το ποσοστό της περιήλθε στις θυγατέρες της Φ. και Ινώ, ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, οι οποίες και αποδέχθηκαν την κληρονομιά και μετέγραψαν τη δήλωση αποδοχής. Μετά την κατάρτιση των προαναφερομένων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων και τις αποτυχημένες προσπάθειες του Δ.

Γ. και Ι. Τ. να αποκτήσουν και το υπόλοιπο 61/72 ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί των ως άνω οικοπέδων, καθόσον δεν ανευρίσκονταν οι ιδιοκτήτες του υπόλοιπου ποσοστού εξ αδιαιρέτου, οι οποίοι, σημειωτέον, μέχρι σήμερα ουδόλως έχουν εμφανισθεί και ενδιαφερθεί για τα ακίνητα αυτά, ο μεν Δ. Γ., μη έχοντας δικό του σπίτι, κατέλαβε ολόκληρο το οικόπεδο που είχε αγοράσει κατά τα 11/62 εξ αδιαιρέτου και ανήγειρε ισόγεια οικία, νεμόμενος με διάνοια κυρίου ολόκληρο το ακίνητο, ο δε Ι.

Τ., ο οποίος δεν αντιμετώπιζε στεγαστικό πρόβλημα, καθόσον διέμενε με τη σύζυγο του Π. σε ιδιόκτητη οικία στο Περιστέρι ... και δεν είχε παιδιά, απογοητευμένος από την αδυναμία να αποκτήσει ολόκληρο το επίδικο, έπαψε, κατά τα τελευταία έτη της δεκαετίας του 1950 (1957-1958), να ενδιαφέρεται γι' αυτό. Έκτοτε άρχισε να χρησιμοποιεί το επίδικο ο Δ.

Γ. υπό τα όμματα του Ι. Τ., με τον οποίον είχε στενές οικογενειακές σχέσεις, εναποθέτοντας διάφορα αντικείμενα και υλικά από τη χρήση του μικρού ισόγειου μικρού καταστήματος, που διατηρούσε στην ισόγεια οικία του, και στη συνέχεια, από το έτος 1971, οι γονείς των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ασκώντας επ' αυτού με διάνοια κυρίου τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι τις 8-7-1993, που, δυνάμει του .../1993 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Αποστόλου, που νόμιμα μεταγράφηκε, έχοντας συμπληρωθεί στο πρόσωπό τους εικοσαετία και έχοντας καταστεί κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία μεταβίβασαν τούτο κατά ψιλή κυριότητα και κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στους αναιρεσιβλήτους με γονική παροχή.

Συγκεκριμένα, αυτοί είχαν κατασκευάσει στο επίδικο μικρό κτίσμα για την εκτροφή πουλερικών και είχαν φυτεύσει διάφορα φυτά. Στο όριο με το δικό τους ακίνητο είχαν τοποθετήσει πρόχειρη περίφραξη με συρματόπλεγμα και ανοιγόμενη πόρτα, από την οποία επικοινωνούσαν απευθείας με το επίδικο οικόπεδο και το οποίο χρησιμοποιούσαν ως αύλειο χώρο του όμορου δικού τους ακινήτου και ως χώρο στάθμευσης του επαγγελματικού αρχικά και αργότερα και του επιβατηγού αυτοκινήτου τους, καθώς και ως χώρο εναπόθεσης τμημάτων μαρμάρων, τα οποία ο πατέρας των αναιρεσιβλήτων χρησιμοποιούσε στην εργασία του ως διαστρωτής μαρμάρων.

Καθόλο το ως άνω χρονικό διάστημα δεν ενοχλήθηκαν ποτέ ούτε από τον Ι. Τ. ούτε μετά το θάνατό του από τους κληρονόμους του, αλλά ούτε και από οποιονδήποτε άλλο. Ειδικότερα, στις 26-4-1972 απεβίωσε ο Ι. Τ. και κατέλειπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τη σύζυγο του Π. και τα εξαδέλφια του. Τόσο η σύζυγος του αποβιώσαντος, η οποία γνώριζε την ύπαρξη του ακινήτου αυτού στην κληρονομιά, αλλά και τις διακατοχικές πράξεις που ασκούσε στο επίδικο η οικογένεια του Δ.

Γ., όσο και οι υπόλοιποι κληρονόμοι δεν επέδειξαν κανένα ενδιαφέρον για το επίδικο ούτε προέβησαν σε δήλωση αποδοχής της κληρονομίας. Στις 12-3-1978 απεβίωσε η Π. Τ. και άφησε μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο της τη Δ. συζ. Δ. Π.. Η τελευταία, αποδεχόμενη την κληρονομία της, αλλά και την κληρονομία του Ι. Τ. για λογαριασμό της Π.

Τ. ως κληρονόμος αυτής, περιέλαβε μεν στην .../1996 πράξη αποδοχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Καμολίνου-Κόκοτα το επίδικο και μάλιστα κατά ποσοστό μεγαλύτερο απ' αυτό που είχε περιέλθει με το προαναφερόμενο συμβόλαιο στον Ι. Τ., ήτοι κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου, πλην όμως ούτε αυτή από το θάνατο της Π. Τ. και τη δημοσίευση της από 5-7-1975 μυστικής διαθήκης της τελευταίας, με το 1292/14-3-1981 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενόχλησε ποτέ τους γονείς των αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια τους τελευταίους, διεκδικώντας το επίδικο, μολονότι γνώριζε την ύπαρξή του στην κληρονομιαία περιουσία.

Το έτος 1990 οι γονείς των αιτούντων-αναιρεσιβλήτων προέβησαν σε αντικατάσταση της παλαιάς με συρματόπλεγμα περίφραξης του επιδίκου που έφερε στην πρόσοψη αυτού, η οποία είχε τοποθετηθεί ήδη από τον Δ. Γ. και είχε στο μεταξύ καταστραφεί και τοποθέτησαν επιπλέον συρόμενη πόρτα με λουκέτο. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντίδραση ορισμένων ιδιοκτητών γειτονικών ακινήτων, μεταξύ των οποίων και της Α.

Α., η οποία υπέβαλε στην Κτηματική Υπηρεσία Πειραιά την με αριθμό πρωτ. 957993/25-1-1990 αίτηση-καταγγελία, στην οποία ανέφερε, προς γνώση των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος Δημοσίου, ότι το επίδικο οικόπεδο φέρεται από 35ετίας ως μη έχον ιδιοκτήτη, και, ότι πρόσφατα έχει περιφραχθεί από τον όμορο ιδιοκτήτη με πρόθεση καταπάτησης.

Μετά την ως άνω αίτηση-καταγγελία επιλήφθηκε η αρμόδια Υπηρεσία και διενεργήθηκε έλεγχος από την αρμόδια υπάλληλο Ε. Θ. για την εξακρίβωση τυχόν δικαιωμάτων του Δημοσίου, καταγράφηκε, δε, μετά τον διενεργηθέντα έλεγχο, το επίδικο στο γενικό βιβλίο καταγραφών στις 16-7-1993 ως εγκαταλελειμμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του Α.Ν. 1539/1938, με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Ι.

Τ. και κατεχόμενο αυθαίρετα από τον Μ. Γ. (πατέρα των αιτούντων-αναιρεσιβλήτων) και εκδόθηκε το με ιδία ημερομηνία (ΑΒΚ 64 Π) πρωτόκολλο καταλήψεως. Στις 16-7-1993, όμως, που εκδόθηκε το επίδικο αυτό πρωτόκολλο κατάληψης ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης αυτού, διότι το ακίνητο δεν ήταν εγκαταλελειμμένο από τον ιδιοκτήτη του, αφού αυτό, έχοντας εγκαταλειφθεί από τους αρχικούς ιδιοκτήτες του, ήτοι τον Ι.

Τ. και τους κληρονόμους του, κατά το ποσοστό 11/72 εξ αδιαιρέτου και τους αγνώστους έως σήμερα ιδιοκτήτες του υπολοίπου ποσοστού εξ αδιαιρέτου, είχε καταληφθεί, οπωσδήποτε από το έτος 1971, από τους γονείς των αναιρεσιβλήτων με τις νόμιμες προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας και είχε συμπληρωθεί, μέχρι την μεταβίβαση στις 8-7-1993 της ψιλής κυριότητας στους αιτούντες και πριν την κατάληψη από το Δημόσιο, η προβλεπόμενη εικοσαετία και είχαν οι δικαιοπάροχοι των αιτούντων-αναιρεσιβλήτων καταστεί με νόμιμο τρόπο κύριοι του επιδίκου.

Σχετικά με την επί 20ετία και πλέον νομή του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους των αιτούντων σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι ένορκες βεβαιώσεις της Α. Κ., Π. Μ., Κ. Π., Ι. Σ., Ν. Σ., Δ. Γ., οι οποίοι, έχοντας ιδία αντίληψη, ως γείτονες, από το έτος 1971 η πρώτη, 1957 η δεύτερη, 1964 ο τρίτος και 1974 ο τέταρτος, ως φίλος των γονέων των αιτούντων από το έτος 1960 ο πέμπτος, ο οποίος και βεβαιώνει, ότι αυτός είχε κατασκευάσει τις παλαιές περιφράξεις και αντικατέστησε την περίφραξη της πρόσοψης στη σημερινή της μορφή και ως ετεροθαλής αδελφός του πατέρα των αναιρεσιβλήτων ο πέμπτος, βεβαιώνουν κατηγορηματικά και μετά λόγου γνώσεως τις ως άνω διακατοχικές, με διάνοια κυρίου, πράξεις των δικαιοπαρόχων αυτών.

Οι ένορκες βεβαιώσεις των ως άνω δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο στοιχείο, ούτε από την από 27-3-2003 δήλωση προς την Εφορία Γλυφάδας οκτώ ιδιοκτητών γειτονικών ακινήτων που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, οι οποίοι χαρακτηρίζουν το επίδικο στη δήλωση τους ως κοινόχρηστο χώρο, όπου υπήρχαν αυτοκίνητα, βάρκες και μάρμαρα μέχρι το έτος 1990 που περιφράχθηκε.

Αντίθετα, μάλιστα, από το περιεχόμενό της ενισχύονται τα ως άνω στοιχεία, αφού γίνεται λόγος για μάρμαρα, βάρκες και αυτοκίνητα και μάρμαρα, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, τοποθετούσε στο επίδικο ο πατέρας των αναιρεσιβλήτων που ήταν μαρμαράς, μια από τις βάρκες ήταν δική του, ενώ οι άλλες ανήκαν σε φίλους του, στους οποίους επέτρεπε την τοποθέτησή τους στο επίδικο και αυτοκίνητα στάθμευαν στο οικόπεδο οι γονείς των αναιρεσιβλήτων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί, ότι το επίδικο χρησιδεσπόσθηκε σε βάρος ιδιώτη, ήτοι σε βάρος του Ι. Τ. και των κληρονόμων του και σε βάρος των αγνώστων ιδιοκτητών των 61/72 εξ αδιαιρέτου και όχι σε βάρος του Δημοσίου έναντι του οποίου δεν χωρεί χρησικτησία, αφού το ίδιο το Δημόσιο δεν ισχυρίσθηκε, ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα, ανήκον στην κυριότητά του, αλλά, αντίθετα, ότι ανήκε σε ιδιώτη, ο οποίος έπαψε να ενδιαφέρεται γι' αυτό, για αυτό άλλωστε και το κατέγραψε ως εγκαταλελειμμένο και εξέδωσε σχετικό πρωτόκολλο κατάληψης, με βάση το άρθρο 34 του αν 1539/1938.

Επομένως, ως μη ανήκον το επίδικο στην κυριότητα του Δημοσίου, αλλά στην κυριότητα ιδιώτη, ήταν δεκτικό νομής από τρίτο σε βάρος του τελευταίου και κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι οι δικαιοπάροχοι των αιτούντων-αναιρεσιβλήτων (γονείς τους) από το έτος 1971 ασκούσαν επί του επίδικου ακινήτου συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίου, τις αναφερόμενες και προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, μέχρι τις 8-7-1993, οπότε, δυνάμει του αναφερόμενου συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, έχοντας συμπληρώσει στο πρόσωπό τους εικοσαετία και έχοντας καταστεί κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, μεταβίβασαν τούτο κατά ψιλή κυριότητα και κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στους αναιρεσιβλήτους ως γονική παροχή, και ότι στις 16-7-1993 που εκδόθηκε το επίμαχο πρωτόκολλο κατάληψης ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης αυτού, διότι ήδη οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων είχαν καταστεί κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι στις 16-7-1993 που εκδόθηκε το επίμαχο πρωτόκολλο, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσής του, αφού οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων είχαν ήδη καταστεί κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού από το έτος 1971 ασκούσαν επ' αυτού, με διάνοια κυρίου, τις υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του, και δη είχαν κατασκευάσει στο επίδικο μικρό κτίσμα για την εκτροφή πουλερικών και είχαν φυτεύσει διάφορα φυτά, στο δε όριο με το δικό τους ακίνητο είχαν τοποθετήσει πρόχειρη περίφραξη με συρματόπλεγμα και ανοιγόμενη πόρτα, από την οποία επικοινωνούσαν απευθείας με το επίδικο οικόπεδο και το οποίο χρησιμοποιούσαν ως αύλειο χώρο του όμορου ακινήτου τους και ως χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων τους, καθώς και ως χώρο εναπόθεσης μαρμάρων, τα οποία ο πατέρας των αναιρεσιβλήτων χρησιμοποιούσε στην εργασία του ως διαστρωτής μαρμάρων, με τις πράξεις δε αυτές, που είχαν το στοιχείο της μονιμότητας και ήταν διαρκείς, φανερωνόταν η βούληση των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων να εξουσιάζουν το επίδικο ακίνητο και να το έχουν για δικό τους.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-11-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 9088/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ