Supreme Court dismisses appeal on civil procedure grounds regarding substantive law violation and document distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property transfer contract. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate evidence proving the transaction was a parental support payment rather than a gift, and allegedly distorted the contract text. The court rejected these claims, ruling that the lower court's assessment of evidence and the interpretation of the contract's content were matters of free evaluation, not grounds for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure; An appeal under Art. 559 no. 1 requires a violation of substantive law rules, while Art. 559 no. 20 covers document distortion only when the court misreads the text or omits critical phrases, not merely when it evaluates evidence differently.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 656 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 656/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρία Στάμου, με δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ. του Δ., πρώην συζ. Ε. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο της Ουρανία Θεοδωροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4324/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 9153/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 17 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22-12-2009 αίτησης αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 9153/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών .
Η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α. Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεως της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.
ΑΠ 26/2004). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθ. 1509 του ΑΚ η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιοδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, μόνο ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει ως γονική παροχή εκείνη που δεν υπερβαίνει το μέτρο το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίστασης, χωρίς όμως και αυτός να προσδιορίζει τις περιστάσεις. Ως ενδεικνυόμενο μέτρο από τις περιστάσεις θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής, και την οικογενειακή κατάσταση, δηλαδή τον αριθμό των τέκνων, την ηλικία του κλπ.
Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής αλλά μόνο η συνδρομή ανάγκης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις του αρθ. 1509 του ΑΚ. Αν δεν συντρέχει περίπτωση ανάγκης, τότε η παροχή έχει την έννοια της δωρεάς. Με τα δεδομένα αυτά, η απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή αγωγή για ανάκληση γονικής παροχής ως δωρεάς, λόγω αχαριστίας, που έγινε προς τέκνο για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειάς του κατά την έννοια του άρθρου 1509 του ΑΚ., πρέπει να περιλαμβάνει στην ελάσσονα πρότασή της στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του αρθ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ως αποδεικτικό πόρισμα, τα πραγματικά εκεί-να περιστατικά που προαναφέρθηκαν, και είναι ανάγκη να τα επικαλείται και ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του, από τα οποία, προκύπτει, ότι η γονική παροχή είναι δωρεά γιατί υπερβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο.
Η επαρκής αναφορά των πιο πάνω κρίσιμων πραγματικών περιστατικών στις παραδοχές του αιτιολογικού της αποφάσεως ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο της διάταξης του αρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ο προσδιορισμός όμως του ενδεικνυόμενου μέτρου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ενεργείται από το Δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται αυτοτελώς στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί δεν είναι νομική έννοια, τα δε ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά του μέτρου δεν συμπίπτουν σε όλες τις περιπτώσεις και εξειδικεύονται σε κάθε υπόθεση ανέλεγκτα (ΑΠ 1990/2007, 510/1973).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέ-ναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Αχαριστία κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ αυτόν, Έτσι αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει λόγω γήρατος συνοδευόμενης από ασθένεια.
Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών, κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση. Το ζήτημα δε, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή ότι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάση αντικειμενικών κριτηρίων, και λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ' αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, όχι ως προς την παραδοχή του αν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, ούτε ως προς την εκτίμηση του αν τα περιστατικό αυτά, εν όψει του χαρακτήρα των συγκεκριμένων συμβληθέντων (δωρητή και δωρεοδόχου), του τρόπου και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκαν, συνιστούν ή δεν συνιστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, αφού και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα εν λόγω περιστατικά, τα οποία τα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικά την εφαρμογή του άρθρου 505 του ΑΚ. (ΑΠ 1990/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9153/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) και ο Ε. Μ.ς τέλεσαν γάμο το έτος 1985 και εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα πολυκατοικίας επί της οδού ... στην ..., ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Ο Ε. Μ. από προηγούμενο γάμο του με τη Χ.
Γ. είχε αποκτήσει δύο τέκνα, τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1974 και τον Τ. Μ.. Η ενάγουσα, η οποία δεν απέκτησε δικά της τέκνα, διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τα τέκνα του συζύγου της και το έτος 1993, με την υπ' αριθμ. 1275/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υιοθέτησε τον εναγόμενο, ο οποίος ήταν τότε ηλικίας 19 ετών.
Ακολούθως η ενάγουσα, η οποία είχε στην ιδιοκτησία της, εκτός από το διαμέρισμα στην ..., και οικόπεδο εμβαδού 303 τ.μ. επί της οδού ..., ανήγειρε σε αυτό, με δαπάνες της από χρήματα που είχε αποταμιεύσει από την εργασία της στην ΕΚΟ από το 1964 και από το εφάπαξ των 12.000.000 δρχ. που έλαβε κατά τη συνταξιοδότησή της το 1992, οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, επιφανείας έκαστο 80,46 τ.μ..
Με την υπ' αριθμ. 2124/1997 πράξη της Συμ/φου Αθηνών Ευαγγελίας - Μαρίνας Ροντογιάννη - Λαχανοκάρδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα συνέστησε επί της οικοδομής δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες, αποτελούμενες η πρώτη από τον ισόγειο και η δεύτερη από τον πρώτο όροφο, ενώ το υπόγειο, εκτός από τους κοινόχρηστους χώρους (κλιμακοστάσιο, λεβητοστάσιο) χωρίστηκε σε τέσσερις (οριζόντιες ιδιοκτησίες) αποθήκες.
Στη συνέχεια με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθ. 21250/14-7-1997 συμβόλαιο της ανωτέρω Συμ/φου μεταβίβασε στον εναγόμενο - θετό της τέκνο, λόγω γονικής παροχής, τον πρώτο όροφο της οικοδομής της, ενώ λίγους μήνες αργότερα, με το υπ' αριθ. 21407/10-12-1997 συμβόλαιο της ίδιας Συμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε σ' αυτόν για την ίδια αιτία (γονική παροχή) και την ψιλή κυριότητα του ισογείου ορόφου, παρακρατώντας την επικαρπία.
Κατά τον χρόνο των μεταβιβάσεων η ενάγουσα, η οποία είχε συνταξιοδοτηθεί από το 1992, λάμβανε μηνιαία σύνταξη ποσού 190.000 δρχ. περίπου και η περιουσία της αποτελείτο από τις προαναφερθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες ενώ ο εναγόμενος ήταν ηλικίας 23 ετών, είχε μόνιμη εργασία ως οδηγός στην εταιρεία 'ΈΘΕΛ ΑΕ", η περιουσία του αποτελείτο από το ήμισυ εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος 85 τ.μ., στον πρώτο όροφο και χώρου 50 τ.μ.
στο ημιυπόγειο οικοδομής επί της οδού ..., που είχε αποκτήσει από δωρεά του πατέρα του και της φυσικής του μητέρας, βάσει του νομίμως μεταγεγραμμένου 68527/1982 συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Θωμά Ιωαννίδη, καθώς και από το ήμισυ εξ αδιαιρέτου ισόγειο και πρώτο όροφο, επιφανείας εκάστου 60 τ.μ. περίπου, στο ..., που είχε αποκτήσει από δωρεά του παππού του.
Κατά τα επόμενα έτη οι σχέσεις της ενάγουσας και του θετού της τέκνου - εναγομένου άρχισαν να διαταράσσονται. Ο εναγόμενος απαιτούσε από την ενάγουσα να του δίνει χρήματα και να του μεταβιβάσει το διαμέρισμά της στην ..., δημιουργούσε δε επεισόδια σε βάρος της, κατά τα οποία την εξυβρίζεις φράσεις "καριόλα" και "πουτάνα".
Οι σχέσεις τους οξύνθηκαν περισσότερο το πρώτο εξάμηνο του έτους 2000, όταν ο εναγόμενος συνήψε σχέσεις με τη μετέπειτα σύζυγό του Ε. Χ. και άρχισε να κατηγορεί την ενάγουσα, η οποία είχε αντιρρήσεις για το δεσμό του, ότι του είχε κάνει μάγια, και να την απειλεί με τη φράση "θα σε γαμήσω". Εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς, η ενάγουσα περί τα μέσα Ιουνίου 2000 δήλωσε στον εναγόμενο ότι ανακαλεί τις δωρεές που έγιναν με τα παραπάνω 21250 και 21407 συμβόλαια.
Ο εναγόμενος σε απάντηση της δήλωσης αυτής της έστειλε την από 26-6-2000 επιστολή, στην οποία παραδεχόταν ότι της μίλησε με απρέπεια και ασέβεια και της δήλωνε ότι δεν επιθυμεί πλέον τις γονικές παροχές, ούτε την υιοθεσία. Ο εναγόμενος συνέχισε την ανάρμοστη συμπεριφορά του προς την ενάγουσα - θετή του μητέρα και στις αρχές Απριλίου 2001 προκάλεσε μαζί με τον αδελφό του σοβαρότατο επεισόδιο σε βάρος της μέσα στο διαμέρισμά της στην ..., κατά τη διάρκεια του οποίου την προπηλάκισε, την απείλησε και την εξύβρισε εκστομίζοντας αισχρές και χυδαίες φράσεις και ξεσηκώνοντας τους περιοίκους.
Το επεισόδιο αυτό επέδρασε δυσμενώς και στην υγεία της ενάγουσας, διότι εξαιτίας της ταραχής που της προκάλεσε, υπέστη καρδιακό επεισόδιο και χρειάστηκε να εισαχθεί για νοσηλεία σε νοσοκομείο. Μάλιστα, ο σύζυγος της ενάγουσας και πατέρας του εναγομένου σε επιστολή που του έστειλε δύο με τρεις ημέρες μετά το παραπάνω επεισόδιο, αναφέρεται σ' αυτό και επιβεβαιώνει ότι η ενάγουσα είχε εισαχθεί και παρέμεινε στο νοσοκομείο συνεπεία καρδιακού επεισοδίου, που υπέστη κατ' αυτό (επεισόδιο), περιγράφει την έκταση που του προσέδωσαν αυτός (εναγόμενος) και ο αδελφός του με τη χαρακτηριστική φράση: "Ήρθατε προχθές το βράδυ με τον αδελφό σου να μας ταράξετε την ηρεμία μας και όχι εμάς αλλά και πολλών άλλων" καθώς και τις ύβρεις και απειλές που ο εναγόμενος απηύθυνε στην ενάγουσα κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, όπως "Δημητροκάλη", εννοώντας ότι ασχολείται με τα μάγια, και "θα σε γαμήσω.
Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι το τέλος Ιουνίου 2001 που ο εναγόμενος απεχώρησε από την οικογενειακή κατοικία των γονέων του, διαρρηγνύοντας πλήρως τις σχέσεις του με την ενάγουσα - μητέρα του και εγκαταστάθηκε με τη σύντροφό του και μετέπειτα σύζυγό του Ε. Χ. σε μισθωμένο διαμέρισμα.
Ενόψει αυτής της κατάστασης η ενάγουσα άσκησε την από 13-1-03 αγωγή περί λύσεως της υιοθεσίας λόγω αχαριστίας και παραπτωμάτων, που δικαιολογούν την αποκλήρωση, και η αγωγή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 6634/2003 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 7183/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Δέχεται δε περαιτέρω το Εφετείο ότι ενόψει της περιουσιακής κατάστασης και της κοινωνικής θέσης της ενάγουσας κατά το χρόνο των παραπάνω παροχών, του γεγονότος ότι ο εναγόμενος ήταν το μοναδικό (θετό) τέκνο της καθώς και των αναγκών του, ο οποίος είχε αποκατασταθεί επαγγελματικά βρισκόταν σε ηλικία γάμου και είχε ανεξάρτητη στέγη, η οποία (ανάγκη) δεν καλυπτόταν από τα ποσοστά επί του διαμερίσματος στους ...
και του εξοχικού στο ..., η μεταβίβαση του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της οικοδομής στην ... που έγινε με το υπ' αριθ. 21250/1997 συμβόλαιο, είχε σκοπό τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας και αποτελεί γονική παροχή, η οποία δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι ο εναγόμενος είχε και άλλη περιουσία.
Αντίθετα, η μεταγενέστερη (δεύτερη) μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του διαμερίσματος του ισογείου της ίδιας οικοδομής, που έγινε με το υπ' αριθμ. 21407/1997 συμβόλαιο, δεν είχε ως σκοπό την κάλυψη ανάγκης του εναγομένου και υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις και κατά συνέπεια αποτελεί δωρεά.
Οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι και η δεύτερη αυτή παροχή δεν υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλουν οι περιστάσεις δεδομένου ότι όταν έγινε η παροχή αυτή δεν είχε ολοκληρωθεί ο πρώτος όροφος και μόνο το ολοκληρωμένο ισόγειο μπορούσε να καλύψει τις στεγαστικές του ανάγκες και ότι η ανέγερση της όλης οικοδομής έγινε ως επί το πλείστον με χρήματα του ίδιου και του πατέρα του και με την προσωπική τους εργασία, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Και τούτο διότι η ως άνω οικοδομή ανηγέρθη αποκλειστικά με δαπάνες της ενάγουσας, ενώ η μεταβίβαση και μόνο της ψιλής κυριότητας του ισογείου δεν του εξασφάλιζε άμεσα τις στεγαστικές του ανάγκες, αφού τη χρήση και την κάρπωση τούτου την είχε η ενάγουσα που είχε παρακρατήσει την επικαρπία. Περαιτέρω, η προαναφερθείσα συμπεριφορά του εναγομένου έναντι της ενάγουσας κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1997 μέχρι το Ιούνιο του 2001 αποτελεί βαριά και επίμεπτη αντικοινωνική διαγωγή που τελέστηκε με εξακολουθητικά περιστατικά και συνιστά αχαριστία.
Κατέληξε δε το Εφετείο ότι η παραπάνω ανάκληση στην οποία προέβη η ενάγουσα, επέφερε αποτελέσματα ως προς τη δωρεά της ψιλής κυριότητας του ισογείου της παραπάνω οικοδομής και ο εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να της αναμεταβιβάσει το δωρηθέν δικαίωμα, καταδικαζόμενος σε σχετική δήλωση βουλήσεως (αρθρ. 949 ΚπολΔ), ενώ η ίδια δήλωση δεν επέφερε καμία έννομη συνέπεια ως προς τη μεταβίβαση του πρώτου ορόφου της οικοδομής, αφού δεν αποτελεί δωρεά".
Το εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη για την ανάκληση ης δεύτερης γονικής παροχής της (αναιρεσίβλητης) προς αυτόν (αναιρεσείοντα) με το υπ' αριθμ. 21407/10-12-1997 συμβόλαιο που κρίθηκε ότι δεν αποτελούσε γονική παροχή αλλά δωρεά, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 505, 497, 1509 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ως προς τη δεύτερη γονική παροχή που κρίθηκε ότι αποτελεί δωρεά, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της δωρεάς και όχι της γονικής παροχής και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης όσο συνδεόταν με την ανάκληση της ίδιας δωρεάς.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διέγνωσε κενό, αμφιβολία ή ασάφεια στην ένδικη γονική παροχή, ούτε προσέφυγε στην εφαρμογή των κανόνων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
κατά τη νομική αξιολόγηση της ίδιας έννομης σχέσης ως δωρεάς με βάση τα προκύψαντα περιστατικά από τις αποδείξεις. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κατά την παραβίαση των διατάξεων των άρθρ. 173, 200 Α.Κ.
κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, στηριζόμενα σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενη απόφαση στο αποδεικτικό της πόρισμα καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 497, 505, 1509 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Εξ άλλου, εδώ δεν ήταν αναγκαία η αναφορά ειδικά και άλλων στοιχείων σχετικών για την αποτίμηση της αξίας της προηγούμενης περιουσίας του αναιρεσείοντος και της επίμαχης γονικής παροχής, για να δικαιολογηθεί ότι υπερέβαινε αυτή στο σύνολό της κατά το χρόνο της πραγμάτωσής της το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο και αποτελούσε δωρεά υποκείμενη σε ανάκληση, εν όψει των παραδοχών της απόφασης ότι το μεταβιβασθέν στον αναιρεσείοντα ακίνητο με την πρώτη γονική παροχή αποτελούσε κατά το χρόνο της παροχής το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που θα κάλυπτε τις στεγαστικές του ανάγκες απόκτησης ανεξάρτητης κατοικίας ενόψει του επικείμενου γάμου του και δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα που να δικαιολογούν περαιτέρω οικονομική του ενίσχυση για τη δημιουργία οικονομικής αυτοτέλειας.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τις διατάξεις των άρθρ. 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τον προσδιορισμό του από τις περιστάσεις επιβαλλόμενου μέτρου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης ως προς τον προσδιορισμό του αναγκαίου μέτρου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙΙ. Το είδος της σύμβασης που συνάπτεται δεν εξαρτάται κάθε φορά από την ονομασία την οποία δίνουν οι συμβαλλόμενοι, αλλά ο νομικός χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου. Τούτο σχηματίζει την κρίση του για το χαρακτήρα της σύμβασης από το περιεχόμενο των συμφωνηθέντων, το οποίο καθορίζει τους νομικούς κανόνες που προσιδιάζουν κάθε φορά και πρέπει να εφαρμοστούν, και αν χρειασθεί και από στοιχεία που βρίσκονται έξω από το περιεχόμενο της σύμβασης, όταν τα στοιχεία αυτά επηρεάζουν τους πιο πάνω κανόνες.
Συνεπώς, μόνη η δήλωση του συμβαλλόμενου ως παρέχοντος γονέα στο συμβόλαιο γονικής παροχής ακινήτου ότι κάνει τη γονική παροχή για την αποκατάσταση του αντισυμβαλλόμενου, λαμβάνοντος τέκνου του, που δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο, δεν αρκεί για να αποκλείσει από τη σύμβαση το νομικό χαρακτήρα της δωρεάς, ούτε παρέχει πλήρη απόδειξη για το χαρακτήρα της ως γονικής παροχής και όχι δωρεάς, ώστε να αποκλείεται η διενέργεια αποδείξεων γι' αυτό (ΑΠ 128/1979), που δεν στρέφονται (αποδείξεις) ανεπίτρεπτα κατά του περιεχομένου του συμβολαίου αλλά κατά του κύρους της πράξης που περικλείεται σ' αυτό κατά τους ορισμούς του νόμου. Εξ άλλου, δεν ιδρύεται ο από τον αριθ. 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης όταν αποδεικτικό μέσο εκτιμάται ελεύθερα (άρθρ. 340 ΚΠολΔ). Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται κατά το ένα μέρος του στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο ανεπίτρεπτα δεν απέδωσε την πρέπουσα δεσμευτική βαρύτητα στην εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιλαμβανόταν στο ένδικο συμβόλαιο, ότι η με αυτό συσταθείσα γονική παροχή δεν αποτελούσε δωρεά κρίνεται αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση εγγράφου υπάρχει και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σ' αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και όχι λάθος κατά την αξιολόγησή του. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δυνάμενες, δηλαδή, να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα (ΑΠ 344/2009).
Εν προκειμένω, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, περί παραμορφώσεως του υπ' αριθ. 21407/1997 συμβολαίου γονικής παροχής, για το οποίο δέχθηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά γεγονότα(δωρεά) από εκείνα που δηλώνονται στο συμβόλαιο αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η εκτίμηση από το Εφετείο του, ως άνω, περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου και εσφαλμένη ακόμη και αν είναι δεν θεμελιώνει, "παραμόρφωση" υπό την έννοια του άνω άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, γιατί η επικαλούμενη αιτίαση αναφέρεται σε σφάλμα όχι αναγνωστικό, αλλά εκτιμητικό του περιεχομένου του, ύστερα από συνεκτίμηση και των λοιπών προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθ.176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-12-2009 αίτηση του Α. Μ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.9153/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ