Legislator Case Law & Legislation
656/2010 AI generated

Supreme Court quashes appeal judgment for lack of reasoning regarding accomplice's liability in fraud case.

Case Number 656/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the First Instance Court's appeal judgment due to insufficient reasoning concerning the accomplice's liability in a fraud case. The appellant argued that the lower court failed to explain why the accomplice, who allegedly met the defendant, did not react to the impersonation of the business owner. The court found the appeal admissible because the judgment lacked clear and sufficient reasoning on this crucial issue, violating substantive law provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; A judgment violating substantive law by failing to provide clear and sufficient reasoning on a matter of decisive influence is quashed and remitted for further examination.

Keywords

AI generated
fraud case accomplice liability insufficient reasoning quashing appeal remittal for retrial substantive law violation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 656 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 656/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

:

Της αναιρεσείουσας : Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαδημητρόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Υ1, ο οποίος στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φαραντούρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5875/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7376/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Ιουνίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 2, 104, του Κ.Πολ.Δ., προκύπτουν τα ακόλουθα: α) στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον 'Αρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση, είτε με έγγραφο της αν πρόκειται για πληρεξουσιότητα μιας αρχής, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει.

Αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται με δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο, και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που απαιτείται κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικώς απών.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 Κ.Πολ.Δ. αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με πληρεξούσιο δικηγόρο, που να αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής, κατά ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους, πληρεξουσιότητας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως.

Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανίστηκε ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολιπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 19- 6-2008 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που εδρεύει στην ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7376/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η μεν αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαδημητρόπουλο, ο δε αναιρεσίβλητος από τον δικηγόρο Νικόλαο Φαραντούρη.

Περαιτέρω, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας του αναιρεσιβλήτου προς τον προαναφερόμενο δικηγόρο (Νικόλαο Φαραντούρη) που τον εκπροσώπησε στο ακροατήριο (το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Παπαχρήστου εκτός του ότι συντάχθηκε μετά την συζήτηση της υπόθεσης την 1-2-2010, ήτοι στις 2.2.2010, αφορά παροχή πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα μόνο τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου και μη παραστάντα στο ακροατήριο δικηγόρο Κωνσταντίνο Πάλλη) και ως εκ τούτου ο αναιρεσίβλητος θεωρείται δικονομικώς απών.

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθ ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επίσπευση της αναιρεσείουσας νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ο οποίος σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν παραστάθηκε προσηκόντως κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Κατά τη διάταξη του άρθρ. 914 παρ. 1 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Κατά δε την ΠΚ 46 παρ. 1 περ. β με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Στο ... επί της οδού ... λειτουργούσε κατά το έτος 1994 επιχείρηση Σούπερ Μάρκετ, με την επωνυμία "... ΟΕ", της οποίας ένας εκ των ομορρύθμων εταίρων, εκπροσώπων και διαχειριστών ήταν o Δ1. Κατά την ίδια χρονική περίοδο άρχισαν διαπραγματεύσεις προκειμένου η επιχείρηση να μεταβιβασθεί, λόγω πωλήσεως, στον Π1, τον οποίο μάλιστα, μαζί με τον Π2, οι εργαζόμενοι σ' αυτή, αναγνώριζαν ως εργοδότες (βλ.

σελ. 9 άνω Εισηγ. 'Εκθεσης κατάθεση Μ1 "Τα αφεντικά μου ήταν ο κύριος Π1 και ο κύριος Π2 ..." καθώς και πρακτικά προσκομιζόμενης υπ' αρ. 2007/2000 απόφασης Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών σελ. 31 κατάθεση .... "... Ο Π1 ήταν το αφεντικό μας...."). Στην ανωτέρω επιχείρηση εργάσθηκε από το τέλος Σεπτεμβρίου 1994 ο εκκαλών ως υπάλληλος αποθήκης (βλ.

κατάθεση ως άνω Μ1 "... ο κ. Υ1 δούλευε στην αποθήκη και έφερνε εμπορεύματα..." αλλά και κατάθεση στα πρακτικά της υπ' αριθμ. 22735/97 προσκομιζόμενης απόφασης του Τριμελούς Πλη/κείου Αθηνών Δ1 "... Τον πήραν υπάλληλο, ό,τι του έλεγαν έκανε...", καθώς και κατάθεση,μάρτυρα εφεσίβλητης Φ1 στην άνω Εισηγ. 'Εκθεση, φύλλο 1 σελ.

β "... τον βρήκα στο Super Market ...και εκεί τον είδα να εργάζεται σαν αποθηκάριος..."). Κατόπιν συμφωνίας που καταρτίστηκε μετά από τηλεφωνική συνομιλία της εκπροσώπου της εφεσίβλητης, που διατηρεί επιχείρηση τυροκομικών προϊόντων, Χ1 και του Π1 με εντολή και για λογαριασμό του τελευταίου, μετέβη στις 20-11-1994 στην ...ο εκκαλών να παραλάβει από αυτή προϊόντα συνολικής αξίας 11.201.112 δρχ.

Κατά την αποστολή του αυτή συνοδεύτηκε από τον Π2 που είχε τη σχετική για την αγορά των άνω ειδών αρμοδιότητα. Στις 14-12-1994, μετά από συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ των ίδιων, ως άνω προσώπων και κατά τον ίδιο τρόπο (βλ. σελ. 21 υπ' αρ. 2007/2000 απόφασης κατάθεση Φ1 " το λόγο τη πρώτη φορά και την δεύτερη τον έκανε τηλεφωνικά η μητέρα μου, δηλαδή τη συμφωνία..." μετέβη και πάλι ο εκκαλών στην ...για να παραλάβει από την επιχείρηση της εφεσίβλητης προϊόντα αξίας 15.125.670 δρχ..

Για το ανωτέρω συνολικό τίμημα 26.326.782 δρχ. εκδόθηκαν στο όνομα Π1 πέντε μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές 23.620.000 δρχ., σε διαταγή της εφεσίβλητης από την Τράπεζα INTERBANK σε χρέωση του με αρ. ... λογαριασμού, οι οποίες δεν πληρώθηκαν ελλείψει καλύψεως, γεγονός που βεβαιώθηκε επί του σώματος των επιταγών, όταν η εφεσίβλητη, νόμιμη κομίστρια αυτών ως λήπτρια τις εμφάνισε εμπρόθεσμα.

Τις ποσότητες αυτές (330 βαρέλια τυρί συνολικά) η άνω επιχείρηση SUPER MARKET πώλησε σε τρίτους και ουδέποτε κατέβαλε στην εφεσίβλητη το ποσό του τιμήματος με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η τελευταία κατά το ποσό των 26.326.782 δρχ. (77.261 εύρώ). Κατά τους παραπάνω χρόνους συνάψεως των συμβάσεων πωλήσεως και σε καμία συναλλαγή ο εκκαλών δεν εμφανίστηκε ως συνεργάτης των Π2-Π1.

Ο μάρτυρας της εφεσίβλητης Φ1 κατέθεσε, όπως του είπε ο Π2 ότι ο εκκαλών "είναι συνεργάτης του και δήλωσε στον διαχειριστή των ψυγείων τους στην ... Λ1 ότι ήταν λογιστής του SUPER MARKET ...". Διαχειριστή αποκαλεί τον εκκαλούντα και η μάρτυρας της εφεσίβλητης ... (βλ. αντίστοιχα σελ. 2 και 11 άνω Εισηγ. 'Εκθεσης). T' ανωτέρω όμως βρίσκονται σε αντίφαση με όσα o ίδιος o Λ1 κατέθεσε ως μάρτυρας ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ότι δηλαδή "...

είχα μία αίσθηση ότι ήταν λογιστής... Δεν μου είπε ότι είναι λογιστής του Π1, o Υ1..." (βλ. σελ. 27 και 28 υπ' αρ, 2007/2000 απόφασης άνω Δικαστηρίου).

Όπως προαναφέρθηκε, με την υπ' αρ. 6295/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε ότι o τότε εκκαλών εν γνώσει του παρέστησε στην εφεσίβλητη ψευδώς ότι ονομάζεται Π1, ότι είναι μοναδικός ιδιοκτήτης του Super Market ...και παρέπεισε αυτήν από πρόθεση να καταρτίσει μαζί του δύο συμβάσεις πωλήσεως τυροκομικών προϊόντων. Από κανένα όμως στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι o εκκαλών Υ1 είχε γνώση της άνω απάτης, αφού στην όποια συμφωνία έγινε με την εφεσίβλητη αυτός δεν ήταν παρών. Η ενέργεια του εκκαλούντος συνίστατο στην, με εντολή του Π1, παραλαβή και μεταφορά των προϊόντων, έναντι των οποίων υπέγραψε το υπ' αρ. 210 δελτίο αποστολής. Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης περί απατηλής δήλωσης του επιθέτου του ως "Υ2" δεν αποδεικνύεται βάσιμος.

Ειδικότερα, κρίθηκε με την εκκαλουμένη, ότι ο εκκαλών προέβη σε απατηλές δηλώσεις και παραλείψεις, οι οποίες συνετέλεσαν στη ζημία της εφεσίβλητης, που συνίστανται στο ότι: 1) κατά την παράδοση των προϊόντων (200 βαρέλια τυρί) στον εκκαλούντα αυτός δήλωσε το όνομα Υ2, αντί τον ορθού Υ1. 2) Όταν ο Π2 παρουσιάστηκε στην επιχείρηση της εφεσίβλητης ως Π1 και της έδωσε την κάρτα του με αυτά τα στοιχεία, ο εκκαλών παρασιώπησε και 3) Όταν στις 20-11- 1994 κλήθηκε από τον Φ1 να αναζητήσει τον Π2 ως Π1, ιδιοκτήτη του σούπερ μάρκετ, για να υπογράψει με αυτή την ιδιότητα τα σχετικά δελτία, αυτός φώναξε χωρίς να διορθώσει ή να επισημάνει τη διαφορά τον Π2 αλλά και σε μεταγενέστερο χρόνο δεν παρουσίασε τον πραγματικό Π1, όταν παρευρέθη στην πώληση των αγορασθέντων από τον Π2, που βρίσκονταν στα ψυγεία στην ...σε τρίτο πρόσωπο (Ρ1).

Όπως αποδεικνύεται όμως το όνομα "Υ2" εγράφη από τον Φ1 στο επίδικο δελτίο αποστολής με λανθασμένη αναγραφή ενός γράμματος του επιθέτου του εκκαλούντος, χωρίς ποτέ o ίδιος να δηλώσει λάθος επίθετο με πρόθεση να εξαπατήσει την εφεσίβλητη. Άλλωστε αντίκειται στην κοινή λογική να δηλώνει σωστά κατ' αρχήν το επώνυμό του, όπως καταθέτει o Φ1 και αμέσως μετά να αλλάζει ένα σύμφωνο μόνο από αυτό, επιχειρώντας την εξαπάτηση του γιού της διαχειρίστριας της εφεσίβλητης.

Εξάλλου, η ίδια η εκπρόσωπος αυτής Χ1 κατέθεσε ότι την πρώτη και δεύτερη φορά της συναλλαγής τους o εκκαλών εμφανίστηκε ως " Υ1" (βλ. σελ. 16 υπ' αρ. 2007/2000 άνω απόφασης). Περαιτέρω, ο ίδιος Φ1 κατέθεσε "δεν θυμάμαι να τον φώναξα (τον Π2) Π1 μπροστά στον Υ1" (βλ. σελ. 27 άνω υπ' αρ. 2007/2000 απόφασης). Αλλά ακόμη και αν είδε o εκκαλών τον Π2 να δίνει κάρτα του Π1 στην εκπρόσωπο της εφεσίβλητης και δεν αντέδρασε, από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται πρόθεση αυτού εξαπάτησής της, καθόσον γνώριζε ότι κατ' εντολή του Π1 πήγαν να προμηθευτούν προϊόντα από την εφεσίβλητη.

Ούτε όταν ο Φ1 αναζήτησε στο ...τον Π1 στις αποθήκες του Σούπερ- Μάρκετ όπου συνοδεύοντάς τον ο εκκαλών έτυχε να συναντήσει τον Π2 αποδεικνύει προσπάθεια από αυτόν εξαπάτησης, αφού όπως ο Φ1 κατέθεσε, δεν ήταν και ο ίδιος βέβαιος αν ο Π1 βρισκόταν εκεί (βλ. σελ. 26 της υπ. αριθ.2007/2000 άνω απόφασης "... πριν ο πραγματικός Π1 μπορεί να ήταν εκεί και να έφυγε").

Αλλά δεν ήταν και απαραίτητο να του δηλώσει ότι δεν ήταν αυτός ο ιδιοκτήτης του Σούπερ-Μάρκετ, αφού η μεταβίβαση της επιχείρησης δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί στον Π1 και στον φερόμενο ως ανεψιό του Π2. Τέλος, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών παρευρέθη στην πώληση των τυροκομικών προϊόντων προς τον .

Ρ1. Η κατάθεση περί αυτού του Φ1 αναιρείται από την κατάθεση του ίδιου του Ρ1 (βλ. σελ. 31 υπ' αρ. 2007/2000 άνω απόφασης, ότι "... μου παρέδωσε ο Π1 τυριά που είχε πάρει από την Χ1..."). Εκτός αυτού όμως ο Φ1 κατέθεσε ότι " 0 Ρ1 μου είπε ότι πλήρωσε τον Π1 για τα τυριά που αγόρασε (βλ. σελ. 23 άνω απόφασης). Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι ο εκκαλών δεν είχε σχετική εξουσία παραλαβής και διάθεσης των τυροκομικών προϊόντων δεν αποδεικνύεται βάσιμος, εφόσον αυτός είχε προσληφθεί ως υπάλληλος-αποθηκάριος στην επιχείρηση του Σούπερ-Μάρκετ από τον Π1, κατ' εντολή του πήγε στην ...με τον Π2 και είχε τη σχετική εντολή-εξουσία να παραλάβει για λογαριασμό του Π1) τα αγορασθέντα.

Άλλωστε, ουδείς αμφισβητεί ότι ο Π1 αγόραζε προϊόντα για το Σούπερ-Μάρκετ, ενόψει της εξαγοράς αυτού. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά, δίκασε την υπόθεση ως προς τον εναγόμενο αυτό και απέρριψε την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον δεν περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα δεν εξηγείται κατά τρόπο σαφή και επαρκή η έλλειψη συμμετοχής του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ως άμεσου συνεργού στην σε βάρος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας διαπραχθείσας αδικοπραξίας (απάτης) εκ μέρους του συνεναγομένου του και μη διαδίκου στη παρούσα δίκη Π2 ενόψει του ότι όπως δέχεται η ίδια απόφαση ο αναιρεσίβλητος ήταν αυτός που μετέβη μαζί με τον προαναφερθέντα, στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας και παρέλαβε και μετέφερε τα αγορασθέντα τυριά, για το κρίσιμο δε περαιτέρω ζήτημα αν αυτός, όταν μετέβησαν στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, αντιλήφθηκε τον Π2 ότι παρουσιάσθηκε στον εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας ψευδώς ως Π1 και έδωσε κάρτα με τα στοιχεία του Π1 και παρά ταύτα δεν αντέδρασε, το σχετικό πόρισμα δεν διατυπώνεται με βεβαιότητα αλλά ενδοιαστικά.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το βάσιμο αυτό λόγο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 7376/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ