Supreme Court partially allows appeal on employment contract classification and bonus entitlements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding employment contracts. The appellants argued that a specific period of work should be classified as an employment contract rather than a project contract, and questioned the conditions for a bonus upon departure. The court found the lower court failed to explain why the same work justified an employment contract later but not earlier, and did not define the bonus conditions, leading to the remittal of these specific issues for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; An employment contract exists when the worker is subject to legal and personal dependence on the employer, characterized by the employer's right to give binding instructions and exercise supervision, regardless of payment method or the worker's initiative.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 656 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 656/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κουρέλη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως υποκαταστάτου της εταιρείας "ΟΕΟΑ - ΑΘΗΝΑ 2004 Α.Ε.", ήδη εκκαθαρισθείσης δυνάμει του άρθρου 89 παρ. 2 του Ν. 3606/2007, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Σκαλτσά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 663/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 5609/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-3-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 13-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 Εισ. Ν. ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη, διακρινόμενη από άλλες συμβάσεις, όπως της μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, της μίσθωσης έργου, της εταιρείας , της εντολής .
Αποφασιστική, πάντως, σημασία έχει η συνολική εικόνα της δραστηριότητας, από την εκτίμηση της οποίας και εξαρτάται η κρίση για το ποια στοιχεία υπερέχουν, αυτά της σύμβασης εργασίας ή εκείνα άλλης σύμβασης, ενώ ο χαρακτηρισμός μιας σύμβασης παροχής υπηρεσιών ως εξαρτημένης εργασίας ή άλλης σύμβασης ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό, που τυχόν έχουν προσδώσει σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη τα ακόλουθα: "Η εναγομένη είχε αναλάβει τη διοργάνωση και τέλεση των Ολυμπιακών και Παραολυμπιακών αγώνων στην Αθήνα τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2004. Ο πρώτος ενάγων Χ1 είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός. Με σύμβαση έργου που καταρτίστηκε στις 12-2-1999 μεταξύ αυτού και της εναγομένης, ενόψει της χωροθέτησης των εκτάσεων και της απόκτησης γης όπου θα παρασκευάζονταν τα αναγκαία για τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων έργα, του ανετέθη:
α) να προβεί σε αξιολόγηση του υπάρχοντος υλικού (μελέτες, εγκρίσεις κλπ) ώστε να προχωρήσουν με ταχύ ρυθμό οι διαδικασίες για τη σύνταξη και έγκριση των μελετών, β) να παρακολουθεί και να συντονίζει τους "αναδόχους διοίκησης" των μελετών και να προβαίνει σε σχετική ενημέρωση, γ) να έρχεται σε επαφή με τις υπηρεσίες του Δημοσίου και των συναρμόδιων φορέων και να προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την ταχεία διεκπεραίωση του άνω έργου, δ) να συμβάλλει στη σύνταξη και επεξεργασία συμβάσεων τεχνικού περιεχομένου, ε) να επεξεργάζεται προσφορές τεχνικού περιεχομένου, στ) να συμβάλλει στην επεξεργασία προδιαγραφών και προκηρύξεων διαγωνισμών και ζ) να συμμετέχει σε επιτροπές διενέργειας διαγωνισμών και αξιολόγησης προσφορών.
Χρόνος ολοκλήρωσης του έργου ορίστηκε η 8-7-1999 και η συνολική αμοιβή του ενάγοντος ορίστηκε στο ποσό των 6.000.000 δραχμών καταβλητέα σε πέντε ισόποσες μηνιαίες δόσεις και με την έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών. Με την από 14-7-1999 σύμβαση έργου , πλέον των άνω καθηκόντων, του ανατέθηκαν υπηρεσίες μηχανικού επί ηλεκτρομηχανολογικών θεμάτων, να συντάσσει, επεξεργάζεται και ελέγχει πιστοποιήσεις και λογαριασμούς για τις πληρωμές των δικαιούχων που προσέφεραν υπηρεσίες στην εναγομένη.
Χρόνος ολοκλήρωσης του έργου ορίστηκε η 8-10-1999 και η αμοιβή του ενάγοντος στο ποσό των 3.600.000 δραχμών, καταβλητέα σε τρεις ισόποσες δόσεις και με την έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών. Με την από 27-10-1999 σύμβαση έργου του ανατέθηκαν όμοια καθήκοντα με χρόνο ολοκλήρωσης την 8-3-2000 και αμοιβή 6.000.000 δραχμών. Με την από 9-3-2000 όμοια σύμβαση έργου του ανατέθηκαν τα ίδια καθήκοντα, τα οποία έπρεπε να ολοκληρώσει μέχρι 8-9-2000, η δε αμοιβή του ορίστηκε στο ποσό των 7.200.000 δραχμών.
Με την από 2-11-2000 σύμβαση του ανατέθηκαν παρεμφερή καθήκοντα, καθώς επίσης η διοίκηση και επίβλεψη εκτέλεσης των έργων και η εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας επ' αυτών, με χρόνο ολοκλήρωσης την 8-3-2001 και αμοιβή 7.200.000 δραχμών. Με την από 23-4-2001 όμοια σύμβαση έργου του ανετέθη: α) ο συντονισμός των απαραίτητων μελετών σε συνεργασία με τους φορείς και εμπλεκόμενες ΔΕΚΟ και στη φάση της υλοποίησης για όσα ενεργειακά έργα θα είχε αρμοδιότητα η εναγομένη, β) η επίβλεψη μελέτης και η σύνταξη σχετικής έκθεσης για την εκτίμηση ενεργειακών καταναλώσεων των Ολυμπιακών Αγώνων και γ) η τελική εκτίμηση των ενεργειακών αναγκών και η σύνταξη σχετικής έκθεσης.
Χρόνος ολοκλήρωσης του έργου ορίστηκε η 8-9-2001 και η αμοιβή του ενάγοντος στο ποσό των 8.700.000 δραχμών. Τέλος, με την από 2-8-2001 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η εναγομένη προσέλαβε τον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 9-9-2001 έως 30-9-2004, προκειμένου να παρέχει τις άνω υπηρεσίες , αντί μηνιαίων αποδοχών ύψους 1.450.000 δραχμών.
Ο δεύτερος ενάγων Χ2 είναι πολιτικός μηχανικός. Με την από 1-4-1999 σύμβαση έργου μεταξύ αυτού και της εναγομένης του ανετέθη: α)η αξιολόγηση του υπάρχοντος υλικού (μελέτες, εγκρίσεις και προτάσεις), ώστε να προχωρήσουν με ταχύ ρυθμό οι διαδικασίες για τη σύνταξη και έγκριση των μελετών, β) να παρακολουθεί και συντονίζει τους αναδόχους διοίκησης των μελετών και να προβαίνει σε σχετική ενημέρωση, γ) να προβαίνει σε έλεγχο των τεχνικών παραμέτρων των συμβάσεων, δ) να συμβάλει στη σύνταξη προδιαγραφών τεχνικών μελετών που εκπονούνται από τρίτους, ε) να εκτελεί επιμετρήσεις και πιστοποιήσεις τεχνικών αντικειμένων και στ) να έρχεται σε επαφή με τις υπηρεσίες του Δημοσίου και των συναρμόδιων φορέων και να προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες με σκοπό την ταχεία διεκπεραίωση του έργου.
Χρόνος ολοκλήρωσης του έργου ορίστηκε η 15-8-1999 και η αμοιβή του ενάγοντος ορίστηκε στο ποσό των 5.000.000 δραχμών, καταβλητέα σε πέντε ισόποσες μηνιαίες δόσεις και με την έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών. Με την από 10-9-1999 όμοια σύμβαση έργου του ανατέθηκαν τα ίδια καθήκοντα και επιπλέον η παρακολούθηση του έργου Ολυμπιακού Κέντρου Ιστιοπλοΐας στον ..., η παρακολούθηση της εκτέλεσης γεωτεχνικών ερευνών στις θέσεις των ολυμπιακών έργων και η παρακολούθηση των ενεργειών οριοθέτησης και διευθέτησης ρεμάτων και των αρχαιολογικών ερευνών στις θέσεις των ολυμπιακών έργων.
Χρόνος ολοκλήρωσης του έργου ορίστηκε η 15-11-1999 και η αμοιβή του άνω ενάγοντος στο ποσό των 3.300.000 δραχμών. Με την από 30-11-1999 σύμβαση έργου του ανατέθηκαν τα αυτά ως άνω καθήκοντα, με χρόνο ολοκλήρωσης του έργου την 14-4-2000 και αμοιβή του στο ποσό των 5.500.000 δραχμών. Με την από 14-4-2000 όμοια σύμβαση έργου, του ανατέθηκαν τα ίδια καθήκοντα με αμοιβή 4.950.000 δραχμών και χρόνο ολοκλήρωσης την 31-8-2000.
Με την από 20-11-2000 σύμβαση έργου του ανατέθηκαν ακριβώς τα ίδια καθήκοντα με χρόνο ολοκλήρωσης την 28-2-2001 και αμοιβή του 7.200.000 δραχμών. Τέλος, με την από 17-5-2001 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου η εναγομένη προσέλαβε τον άνω ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 17-5-2001 έως 30-9-2004, προκειμένου να παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες αντί μηνιαίων αποδοχών ύψους 1.600.000 δραχμών.
Οι ενάγοντες κατά το χρόνο κατά τον οποίο ίσχυαν οι συμβάσεις έργου, δεν είχαν υποχρέωση να τηρούν προκαθορισμένο ωράριο εργασίας, ούτε ελέγχονταν ως προς την προσέλευση και αναχώρηση στο χώρο που ασκούσαν τα καθήκοντά τους. Η εναγομένη δεν ασκούσε έλεγχο στους ενάγοντες κατά τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων τους, ούτε προέβαινε σε σχετικές υποδείξεις και οδηγίες.
Κατά την είσπραξη της αμοιβής τους οι ενάγοντες εξέδιδαν αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, είχαν δε τη δυνατότητα, ως ελεύθεροι επαγγελματίες, να αναλάβουν και την εκτέλεση άλλων έργων σε άλλο χώρο. Με τα δεδομένα αυτά, ενόψει των όρων και των πραγματικών συνθηκών παροχής εργασίας από τους ενάγοντες, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ένδικες συμβάσεις είχαν πράγματι χαρακτήρα συμβάσεων έργου και, συνεπώς, δεν δικαιούνται τα αιτούμενα δια της αγωγής βάσει των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.
Όμως, ως προς τις τελευταίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων στις 2-8-2001 για τον Χ1 και 17-5-2001 για τον Χ2, οι τελευταίοι δικαιούνται δώρου Χριστουγέννων 2001, το οποίο ανέρχεται: α) για τον Χ1 σε 2.042,52 ευρώ, ήτοι: 2/25 του μισθού για κάθε 19ήμερο διάρκειας της εργασιακής σχέσης στο διάστημα από 9-9-2001 (χρόνος έναρξης της σύμβασης) έως 31-12-2001: 2/25Χ 4.255,31 ευρώ Χ 6 19ήμερα = 340,42 ευρώ Χ 6 = 2.042,52 ευρώ, β) για τον Χ2 σε 4.526,46 ευρώ, ήτοι: 2/25 του μισθού για κάθε 19ήμερο διάρκειας της εργασιακής σχέσης στο διάστημα από 17-5-2001 (χρόνος έναρξης της σύμβασης) έως 31-12-2001: 2/25 Χ 4.695,52 ευρώ Χ 12,05 19ήμερα = 375,64 ευρώ Χ 12,05 = 4.526,46 ευρώ.
Από το ποσό όμως αυτό θα επιδικαστούν 1.614,08 ευρώ που επιδίκασε η εκκαλουμένη, εφόσον δεν υπάρχει σχετικός λόγος έφεσης από τον ενάγοντα. Περαιτέρω, ως εκ του χρόνου έναρξης της σύμβασης για κάθε ενάγοντα, οι τελευταίοι δεν δικαιούνται δώρου Πάσχα 2001 και άδειας για το έτος αυτό. Τέλος, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τα αιτούμενα δια της αγωγής ποσά των 14.397,65 ευρώ ο πρώτος και 10.051,35 ευρώ ο δεύτερος βάσει του προγράμματος ευδόκιμης αποχώρησης του προσωπικού που αποφασίστηκε με την από 13-12-2001 απόφαση του Δ.Σ.
της εναγομένης, δεδομένου ότι μέχρι 8-9-2001 ο πρώτος ενάγων και μέχρι 28-2-2001 ο δεύτερος συνδέονταν με την εναγομένη με συμβάσεις έργου, ενώ για το μεταγενέστερο διάστημα και μέχρι 30-9-2004 τα ορισθέντα με την απόφαση ποσά αποτελούσαν οικειοθελή παροχή της εναγομένης και, συνεπώς, δεν υπήρχε υποχρέωση της τελευταίας προς καταβολή αυτών στους ενάγοντες, όπως ορθά δέχθηκε η εκκαλουμένη".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943. Ειδικότερα, ενώ δέχεται το Εφετείο ότι με την από 2-8-2001 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου η αναιρεσίβλητη προσέλαβε τον πρώτο αναιρεσείοντα για το χρονικό διάστημα από 9-9-2001 έως 30-9-2004 προκειμένου να παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες με τις υπηρεσίες που παρείχε με τις προηγούμενες και φερόμενες ως συμβάσεις έργου, δεν διευκρινίζεται στην αναιρεσιβαλλομένη σε τι διαφοροποιήθηκε κατ' ουσία το αντικείμενο της παρεχόμενης εργασίας του, ώστε να προσληφθεί κατόπιν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και γιατί το ίδιο αντικείμενο που δικαιολογείται για τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δεν δικαιολογείται ως παροχή τέτοιας εργασίας και για τις προηγούμενες συμβάσεις που χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις έργου.
Επίσης, ενώ δέχεται το Εφετείο ότι με την από 17-5-2001σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου η αναιρεσίβλητη προσέλαβε το δεύτερο αναιρεσείοντα για το χρονικό διάστημα από 17-5-2001 έως 30-9-2004, προκειμένου να παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες με τις υπηρεσίες που παρείχε με τις προηγούμενες και φερόμενες ως συμβάσεις έργου, δεν διευκρινίζεται στην αναιρεσιβαλλομένη σε τι διαφοροποιήθηκε κατ' ουσία το αντικείμενο της παρεχόμενης εργασίας του , ώστε να προσληφθεί κατόπιν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και γιατί το ίδιο αντικείμενο που δικαιολογείται για τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δεν δικαιολογείται ως παροχή τέτοιας εργασίας και για τις προηγούμενες συμβάσεις που χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις έργου.
Και ,ακόμη, για το ζητούμενο από κάθε αναιρεσείοντα ποσό που αφορά το bonus ευδόκιμης αποχώρησης, δεν προσδιορίζεται ποιοι έπρεπε να το παίρνουν και με ποιες προϋποθέσεις και από πότε και, επιπλέον, δεν διευκρινίζεται, γιατί μετά τις 28-2-2001και μέχρι 30-9-2004 η παροχή αυτή αποτελούσε οικειοθελή παροχή και όχι υποχρεωτική πρόσθετη μισθολογική παροχή.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως για τον αναιρεσείοντα Χ1 και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως για τον αναιρεσείοντα Χ2 είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Μετά από αυτά και ενόψει του ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και συγκεκριμένα, κατά τα κεφάλαιά της που αφορούν τα επιδόματα εορτών, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του χρονικού διαστήματος από 12-2-1999 έως 1-8-2001 για τον Χ1 και 1-4-1999 ως 16-5-2001 για τον Χ2 και, επιπλέον, για τον τελευταίο τους δεδουλευμένους μισθούς του χρονικού διαστήματος από 1-3-2001 έως 16-5-2001, καθώς, για αμφότερους, και για το bonus ευδόκιμης αποχώρησης (δεν θα αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη μόνο για τα επιδικασθέντα δώρα Χριστουγέννων 2001), να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 5609/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό κεφάλαιά της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ