Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding VAT inclusion and inadmissible procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the appellate court's decision on a broker's fee dispute. The appellant argued the lower court erred by failing to clarify whether Value-Added Tax was included in the awarded fees and by admitting evidence that did not meet legal requirements. The court dismissed these arguments as the grounds were too vague to identify specific legal violations or factual errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 707, 559 nos. 1 and 11 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal provision violated and the specific error in fact-finding or application of law, otherwise it is inadmissible or rejected for vagueness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 655 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 655/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καρδουλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Λ. του Δ., 2) Α. χήρας Δ. Λ., το γένος Δ. Τ., ως καθολικών διαδόχων του αρχικά εναγομένου Δ. Λ., 3) Ε. χήρας Χ. Λ., το γένος Γ. Γ., 4) Β. Λ. του Χ. και 5) Π. Λ. του Χ. Λ., κατοίκων ..., από τις οποίες οι μεν δύο πρώτες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Καλαντζάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις, οι δε λοιπές εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ανδρέου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-6-2010 δύο αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 349/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 63/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-10-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 30-12-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο πληρεξούσιος των τρίτης, τετάρτης και πέμπτης αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 707 Α.Κ. αν η συμφωνημένη αμοιβή του μεσίτη είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο, με αίτηση του οφειλέτη, στο μέτρο που αρμόζει. Με τον όρο δυσανάλογα μεγάλη νοείται η υπέρμετρη αμοιβή σε σχέση τόσο με τη μεσιτική παροχή και συγκεκριμένα τους κόπους, τις προσπάθειες (έστω και άγονες), τις δαπάνες, τη χρονική απασχόληση αλλά και τον τρόπο της απασχολήσεως, όσο και με το αποκτώμενο από την επιτευχθείσα σύμβαση έννομο όφελος του εντολέα ή και το ηθικό όφελος αυτού, λαμβανομένων υπόψη και όλων των ειδικών περιστάσεων από το χρόνο συνάψεως της μεσιτείας μέχρι το χρόνο γενέσεως της αξιώσεως για αμοιβή και των τυχόν επιτόπιων συνηθειών, όπως είναι και η συνηθισμένη αμοιβή των μεσιτών της περιοχής συνάψεως της μεσιτείας για παρόμοιες συναλλαγές, καθώς και της οικονομικής καταστάσεως των μερών και κυρίως της οικονομικής δυνατότητας του εντολέα (Α.Π. 136/2014, 95/2012, 1470/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων]... είναι αδειούχος μεσίτης αστικών συμβάσεων, της σχετικής αδείας εκδοθείσας από το Επιμελητήριο Βοιωτίας με διάρκεια ισχύος από 24-11-2008 έως 31-12-2010, και διατηρεί κτηματομεσιτικό γραφείο στη Θήβα.
Το Σεπτέμβριο του έτους 2006, μέσω του γνωστού σ' αυτόν Δ. Π. που διέθετε στην ιδιοκτησία [του] αγροτεμάχιο στην κτηματική περιφέρεια … του δήμου Θηβαίων στη θέση "…" και επιθυμούσε να το πωλήσει, ήλθε σε επαφή με τους γνωστους του τελευταίου Δ. Λ. και Χ. Λ., οι οποίοι επίσης επιθυμούσαν να πωλήσουν αγρούς που είχαν στην ιδιοκτησία τους στην ίδια περιοχή, όμορους με αυτόν του Δ.
Π.. Συγκεκριμένα ο μεν πρώτος από αυτούς ήταν συνιδιοκτήτης με τη θυγατέρα του Β. Λ. αγρού έκτασης 22.524 τ.μ., ο δε δεύτερος αγρού εκτάσεως 69.190,70 τ.μ. Έτσι οι Δ. Λ. (εκπροσωπώντας και τη θυγατέρα του) και Χ. Λ.... κατάρτισαν προφορικά με τον ενάγοντα σύμβαση μεσιτείας, με την οποία ανέθεσαν σ' αυτόν, υπό την ιδιότητά του ως μεσίτη, την εξεύρεση αγοραστή, τη διαπραγμάτευση με αυτόν με σκοπό την πώληση των ανωτέρω αγροτεμαχίων τους σε τιμή τουλάχιστον 4.100 ευρώ ανά στρέμμα, καθώς και σε περίπτωση ευδοκίμησης των διαπραγματεύσεων τη διεκπεραίωση διαδικαστικών θεμάτων για την κατάρτιση της σχετικής οριστικής σύμβασης.
Ως μεσιτική αμοιβή συμφωνήθηκε να λάβει ο ενάγων το υπερβάλλον του ποσού των 4.100 ευρώ από το επιτευχθέν τίμημα της αγοραπωλησίας ανά στρέμμα. Μετά τη σύναψη της ανωτέρω συμφωνίας ο ενάγων απευθύνθηκε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία ενδιαφερόταν να εγκαταστήσει στην ανωτέρω περιοχή φωτοβολταϊκό πάρκο, δηλώνοντας την πρόθεση των εντολέων του να πουλήσουν τους αγρούς τους και προχώρησε σε διαπραγματεύσεις με αυτή για την αγορά τους.
Η τιμή αγοράς που διαμορφώθηκε από τις διαπραγματεύσεις του ενάγοντος και της "..." ήταν αυτή των 6.900 ευρώ ανά στρέμμα, η οποία και έγινε αποδεκτή από τους πωλητές. Έτσι την 6-2-2007 καταρτίσθηκε μεταξύ της νομίμου εκπροσώπου της αγοράστριας εταιρίας και των πωλητών Δ. και Β. Λ. και Χ. Λ. το... .../6-2-2007 προσύμφωνο αγοραπωλησίας ακινήτων της συμβολαιογράφου Αθηνών Ά.
Ρ., δια του οποίου οι πωλητές συμφώνησαν να πωλήσουν στην ως άνω εταιρία τα ακίνητά τους αντί του τιμήματος των 6.900 ευρώ ανά στρέμμα. Στις 30-11-2008 (και ενώ δεν είχαν ακόμη καταρτιστεί οι οριστικές συμβάσεις αγοραπωλησίας), καταρτίστηκαν μεταξύ αφενός του ενάγοντος και αφετέρου των Δ. Λ. και Χ. Λ. και έγγραφες συμβάσεις μεσιτείας με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με αυτό των αρχικά καταρτισθεισών προφορικά το Σεπτέμβριο του έτους 2006.
Η κατάρτιση εκ νέου των συμβάσεων μεσιτείας και εγγράφως έλαβε χώρα έξι ημέρες μετά την έκδοση από το Επιμελητήριο Βοιωτίας της μεσιτικής άδειας του ενάγοντα (24-11-2008) και έγινε με πρόθεση από τους συμβαλλόμενους να επικυρωθούν οι προφορικά καταρτισθείσες συμβάσεις που ήταν άκυρες, αφού ο ενάγων εστερείτο το Σεπτέμβριο του έτους 2006 νόμιμης άδειας μεσίτη, και τα απορρέοντα από αυτές δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, με αποτέλεσμα οι τελευταίες να καταστούν έγκυρες από την αρχή (Α.Κ. 183)...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων σε εκτέλεση των συμβάσεων μεσιτείας με τη βοήθεια του συνεργάτη-προστηθέντος πατρός του, πολιτικού μηχανικού, προέβη στη σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων των ανωτέρω αγροτεμαχίων, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί αυτό στη σύνταξη του συμβολαίου αγοραπωλησίας, υπέβαλε τις προς τη Δ.Ο.Υ.
Θηβών αιτήσεις και παρέλαβε τα εκδοθέντα πιστοποιητικά του άρθρου 105 ν. 2961/2001 για τη μη οφειλή φόρου κληρονομιάς, υπέβαλε φύλλο ελέγχου του φόρου μεταβίβασης των ανωτέρω ακινήτων, επιμελήθηκε της εκδόσεως αποδεικτικού ενημερότητας από την ίδια Δ.Ο.Υ., της εκδόσεως από το Υποθηκοφυλακείο Θηβών σειράς πιστοποιητικών που αφορούσαν τους δύο αγρούς, υπέβαλε αιτήσεις επί των οποίων εκδόθηκαν πιστοποιητικά βαρών και περί μη διεκδικήσεων.
Τελικά μετά τις ενέργειές του αυτές ακολούθησε η κατάρτιση του... .../23-12-2009 οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτων της συμβολαιογράφου Αθηνών Ά. Ρ.. Με το συμβόλαιο αυτό: 1) η Β. Λ., στην οποία είχε ήδη μεταβιβασθεί ολόκληρο το ακίνητο από τον πατέρα της Δ. Λ. λόγω γονικής παροχής, μεταβίβασε στην αγοράστρια το αγροτεμάχιο συνολικής έκτασης 22.760 τ.μ.
αντί τιμήματος 6.900 ευρώ το στρέμμα και συνολικά αντί τιμήματος 157.044 ευρώ, 2) οι θυγατέρες του Χ. Λ., Π. και Β., στις οποίες ο ανωτέρω αρχικά μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία, λόγω όμως του επισυμβάντος θανάτου του την 15-12-2009 οι ανωτέρω κατέστησαν συγκύριες κατά πλήρη κυριότητα, μεταβίβασαν στην αγοράστρια το ακίνητο έκτασης 69.027,45 τ.μ., για το οποίο είχε συναφθεί η σύμβαση μεσιτείας, αντί του τιμήματος των 6.900 ευρώ ανά στρέμμα και συνολικά αντί του ποσού των 476.289,41 ευρώ, το οποίο και έλαβαν κατ' ισομοιρία.
Οι ανωτέρω παρότι έλαβαν το τίμημα της αγοραπωλησίας, ωστόσο δεν κατέβαλαν στον ενάγοντα την οφειλόμενη αμοιβή του εκ των συμβάσεων μεσιτείας που είχαν συναφθεί και αφορούσαν τα πωληθέντα ακίνητα. Σύμφωνα με όσα είχαν συμφωνήσει ο ενάγων έπρεπε να λάβει για την εντολή του Λ. Δ. από τον ίδιο ποσό (6.900 - 4.100) = 2.800 Χ 22.760 τ.μ. = 63.728 ευρώ και για την εντολή από το Χ.
Λ. ποσό 2.800 Χ 69.027,45 τ.μ. = 193.276,86 ευρώ... Τα ποσά όμως αυτά είναι, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, υπέρογκα, αν ληφθούν υπόψη το γεγονός ότι η συνήθως συμφωνούμενη μεσιτική αμοιβή για τέτοιου είδους συναλλαγές που αφορούν ακίνητα ευρισκόμενα στην ίδια με το πωληθέν περιοχή δεν υπερβαίνουν το 5% επί του τιμήματος, έστω και αν περιλαμβάνονται σ' αυτή (αμοιβή) τα τυχόν οποιαδήποτε έξοδα που έκανε ο μεσίτης και ανεξάρτητα της καταβληθείσας από αυτόν προσπάθειας, ο χρόνος που δαπανήθηκε από αυτόν για τη σύναψη της κύριας σύμβασης, η μέτρια οικονομική κατάσταση των εντολέων, το αντικείμενο της μεσιτείας, καθώς και το γεγονός ότι οι περισσότερες ενέργειες του ενάγοντα για τη διεκπεραίωση και των δύο εντολών ήταν κοινές.
Έτσι θα πρέπει να μειωθούν στο προσήκον μέτρο, το οποίο ανέρχεται σε 5% επί του ως άνω τιμήματος, δηλαδή στα ποσά των 7.852,20 (= 157.046 Χ 5%) ευρώ και 23.814,45 (= 476.289,41 Χ 5%) ευρώ αντίστοιχα". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και δέχθηκε τις εφέσεις των εναγομένων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και είχε αναγνωρισθεί ότι οι Δ.
Λ., Ε. Λ., Β. Λ. και Π. Λ. έχουν υποχρέωση να καταβάλουν στον ενάγοντα τα ποσά των 40.000, 2.180,15, 38.909,92 και 38.909,92 ευρώ αντίστοιχα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής), αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε τις δύο συνεκδικαζόμενες αγωγές, αναγνώρισε ότι οι ήδη αναιρεσίβλητες Α. Λ., Β. Λ. (εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Δ.
Λ., εναγομένου της πρώτης αγωγής), Ε. Λ., Β. Λ. και Π. Λ. (εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Χ. Λ., εναγόμενες της δεύτερης αγωγής) έχουν υποχρέωση να καταβάλουν στον ενάγοντα τα ποσά των 1.963, 5.889,20, 648,99, 11.582,73 και 11.582,73 αντίστοιχα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 707 Α.Κ.
ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι η συμφωνημένη αμοιβή του ενάγοντος μεσίτη ήταν δυσανάλογα μεγάλη και ότι αυτή έπρεπε να μειωθεί στο μέτρο που αρμόζει. Επομένως ο πρώτος κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α και 19 Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν, υπό την κατ' επίφαση επίκληση των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών, προβάλλονται απαράδεκτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.
Α.Π. 25/2003) και συνεπώς όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Α.Π. 511/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα: Ότι κατά τον περιορισμό της μεσιτικής του αμοιβής στο μέτρο που αρμόζει το εφετείο δεν έλαβε υπόψη:
α) το όφελος των εναγομένων, οι οποίοι έλαβαν πολύ υψηλότερο τίμημα, β) το περιεχόμενο των από 30-11-2008 εγγράφων συμβάσεων μεσιτείας, όπου αναφέρονται ρητά οι ενέργειες τις οποίες είχε αναλάβει να εκτελέσει, γ) ότι η εν λόγω σύμβαση συνήφθη και εγγράφως έξι μόνο ημέρες μετά την απόκτηση από αυτόν της μεσιτικής αδείας προκειμένου να νομιμοποιηθεί η ήδη υφιστάμενη συμφωνία μεσιτείας, δ) ότι κατέβαλε εξ ιδίων τα έξοδα μεταβίβασης και μεταγραφής τμήματος του ακινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης, ε) ότι χωρίς τις δικές του ενέργειες προς τις αρμόδιες υπηρεσίες και χωρίς τη γνωμοδότηση της Σχολής Χημικών Μηχανικών του Ε.Μ.Π., που εκπονήθηκε αποκλειστικά με τη δική του επιμέλεια δεν θα είχε εγκριθεί η εγκατάσταση του φωτοβολταϊκού πάρκου και δεν θα είχε γίνει η αγοραπωλησία και δεν θα καταβαλλόταν οποιοδήποτε τίμημα, στ) ότι η αγοράστρια δεν θα αγόραζε τα ακίνητα αν αυτός δεν είχε προβεί σε πληθώρα ενεργειών ώστε να εγκριθεί η εγκατάσταση και λειτουργία φωτοβολταϊκου σταθμού από την αγοράστρια στην τοποθεσία των ακινήτων και ότι στο συμφωνηθέν τίμημα είχαν ενσωματωθεί η αμοιβή του και οι δαπάνες για τις ενέργειές του αυτές.
Ότι αν το εφετείο είχε λάβει υπόψη τα ανωτέρω "πράγματα", θεμελιωτικά του ισχυρισμού του περί μη δυσανάλογης αλλά απολύτως εύλογης αμοιβής, θα είχε απορρίψει την ένσταση των αναιρεσιβλήτων για μείωση της μεσιτικής αμοιβής του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί συνιστούσαν άρνηση της προβληθείσης από τους εναγομένους ένστασης για μείωση της μεσιτικής αμοιβής του ενάγοντος στο μέτρο που αρμόζει (άρθρο 707 Α.Κ.) και συνακόλουθα δεν αποτελούσαν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
β Κ.Πολ.Δ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.)εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο πλην των παραπάνω να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.Στην προκείμενη περίπτωση:
Α) Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει ότι ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί ότι στα ποσά που του επιδίκασε συμπεριλαμβανόταν και ο αναλογών Φ.Π.Α., για την απόδοση του οποίου αυτός οφείλει να εκδώσει τα σχετικά φορολογικά παραστατικά και να τα παραδώσει στους εναγομένους κατά την είσπραξή τους, στη συνέχεια το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τις εφέσεις των εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε κατά ένα μέρος τις αγωγές του, ουδόλως αναφέρθηκε στο θέμα αυτό στην απόφασή του, ήτοι δεν διευκρίνισε αν στα ποσά που αναγνώρισε ότι πρέπει να του καταβάλουν οι εναγόμενες συμπεριλαμβάνεται ή όχι ο αναλογών φόρος προστιθέμενης αξίες.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού για τη θεμελίωσή του ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός κατά την αντιμετώπιση του οποίου αυτό υπέπεσε στην πιο πάνω πλημμέλεια. Β) Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 11 Κ.Πολ.Δ., για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει ότι το εφετείο δέχθηκε ότι ήχθη στην κρίση του "...
από όλα ανεξαίρετα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (Κ.Πολ.Δ. 529 παρ. 1 α), έστω και αν δεν πληρούν όλα τους όρους του νόμου (Κ.Πολ.Δ. 671 παρ. 1 εδ. α, 674 παρ. 2...) για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Κ.Πολ.Δ. 395, 595 παρ. 1) όπως μερικά από αυτά αναφέρονται ιδιαιτέρως παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς..." και ότι εν τέλει δεν ανέφερε παρακάτω τέτοιο έγγραφο ούτε προσδιόρισε ποια ήσαν τα έγγραφα εκείνα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους αλλά δεν πληρούσαν τους όρους του νόμου.
Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και συγκεκριμένα κατά μεν το σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. διότι δεν αναφέρεται ποια είναι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάστηκε ούτε το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της, κατά δε το σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ.
διότι από αυτόν δεν προκύπτει αν ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να αποριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-10-2014 αίτηση για αναίρεση της 63/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ