Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds and lack of specific factual allegations regarding property value reduction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn lower court decisions regarding a property dispute. The appellant argued that the first-instance court violated Article 281 of the Civil Code by failing to account for reduced property value due to longer access routes, but the grounds were deemed legally vague. The court rejected the appeal because the appellant failed to specify the exact error in the lower court's application of the law, rendering the grounds insufficient for review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1), 96(1), 97(1), 104 of the Code of Civil Procedure; An appeal must contain specific grounds detailing the exact error in the lower court's interpretation or application of the law, as vague or qualitative allegations without concrete factual support are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 655 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 655/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή-εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Π. Μ..
Του αναιρεσίβλητου: Λ. Κ. του Ά., κατοίκου ..., καθολικού διαδόχου του αρχικώς αναιρεσίβλητου Ε. Γ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φ. Κ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-1990 αγωγή του αρχικώς αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κατερίνης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/1991 του ιδίου Δικαστηρίου, 206/1992 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης. Ασκήθηκε κατά της τελευταίας απόφασης ανακοπή ερημοδικίας από τον ήδη αναιρεσείοντα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης.
Εκδόθηκε η 41/1994 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ανακοπής.
Με την από 18-2-1994 κλήση επανήλθε προς συζήτηση η υπόθεση. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο ματαιώθηκε η συζήτηση της ανακοπής.
Με την από 23-5-1994 κλήση του αρχικώς αναιρεσίβλητου Ε. Γ., ορίσθηκε νέα δικάσιμος προς συζήτηση της υπόθεσης.
Εκδόθηκε η 55/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης.
Την αναίρεση όλων των αποφάσεων -186/1991 Ειρηνοδικείου Κατερίνης και 206/1992, 41/1994, 55/1995 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-10-1995 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 2-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου (καθολικού διαδόχου του αρχικώς αναιρεσίβλητου) ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, διά της υπογραφής του επί της απαιτουμένης κλήσεως και της παραγγελίας επιδόσεώς της προς τον δικαστικό επιμελητή, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί τον διάδικο κατά την συζήτησή της στον ‘ Αρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την επ’ ακροατηρίου συζήτηση θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Η έλλειψη πληρεξουσιότητος, εξεταζομένη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των ανωτέρω πράξεων της προδικασίας και την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υποθέσεως (Ολ ΑΠ 13/2008). Εξετέρου, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 110 παρ. 2 και 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ‘ Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση.
Αν την συζήτηση επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, ο ‘ Αρειος Πάγος ερευνά αν αυτός έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο διάδικο.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά την στην αρχή της παρούσης αναφερομένη δικάσιμο (15-2-2017) και την συζήτηση που επηκολούθησε, ο αναιρεσείων Μ.
Μ. εκπροσωπήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως από τον δικηγόρο Π. Μ., φερόμενον ως πληρεξούσιον αυτού (αναιρεσείοντος), χωρίς όμως να προκύπτει από τον φάκελλο της δικογραφίας ότι του χορηγήθηκε σχετική πληρεξουσιότητα από τον υπ’ αυτού (φερόμενον ως) εκπροσωπούμενον αναιρεσείοντα, με τον οριζόμενο στις προμνησθείσες διατάξεις τρόπο, με συνέπεια ο αναιρεσείων να λογίζεται ως δικονομικώς απών.
Σημειώνεται, ότι το "ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟ", με το οποίο ο αναιρεσείων εξουσιοδοτεί τον προειπωθέντα δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου, πληρεξούσιο στο οποίο βεβαιούται το γνήσιο της υπογραφής απ’ τον γραμματέα του Προξενικού Γραφείου της Ελληνικής Πρεσβείας Βερολίνου Ι. Ξ., με ημερομηνία 27-3-2017, δεν δύναται να θεραπεύσει την εν θέματι δικονομική εκτροπή, δοθέντος ότι τούτο, (αποσταλέν απ’ το Προξενικό Γραφείο στις 27-3-2017), δεν φέρει ημεροχρονολογία καλύπτουσα την δικάσιμο της 15-2-2017, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
Από τα ίδια, ως άνω, πρακτικά προκύπτει, ότι ο Λ. Κ., ο οποίος δυνάμει συμβολαιογραφικής αγοραπωλησίας του ακινήτου, διαδέχθηκε τον αρχικό αναιρεσίβλητο Ε. Γ., κατά την συζήτηση της υποθέσεως εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φ. Κ., ο οποίος παραστάθηκε επ’ ακροατηρίου δυνάμει του .../22-6-2016 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Κατερίνης Ζ.
Τ.. ‘ Όπως δεν προκύπτει από την .../9-9-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης Δ. Β., που επικαλείται και προσκομίζει ο (υπεισελθών στην δικονομική θέση του αρχικού αναιρεσιβλήτου) Λ. Κ., με επιμέλεια αυτού, ως νομίμως επισπεύδοντος την συζήτηση της υποθέσεως, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 11-1-2017, μετ’ αναβολήν εκ του πινακίου της οποίας η συζήτηση της υποθέσεως προσδιορίσθηκε για την μνημονευομένη στην αρχή της προκειμένης αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα.
Ο τελευταίος δε ενόψει των ανωτέρω, συμφώνως προς την προηγηθείσα νομική σκέψη, εξαιτίας της ελλείψεως πληρεξουσιότητός του προς τον παραπάνω δικηγόρο, (ο οποίος ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς από την Γραμματέα του Γ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου να θεραπεύσει την εν λόγω έλλειψη διά προσκομιδής του σχετικού πληρεξουσίου μέχρι τις 20-3-2017 και ώρα 12.00’ η μεσημβρινή, μετά παρέλευσιν της οποίας το κατά τα ως άνω προσκομισθέν "ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟ" δεν είναι θεραπευτικό της ελλείψεως), θεωρείται δικονομικώς απών, αντιμετωπιζόμενος όμως περαιτέρω ως ωσεί παρών (άρθρ. 576 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Από το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ’ ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικώς η δίκη (Ολ ΑΠ 40/1996).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 55/1995 απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης δέχθηκε, κατά τύπους και εν μέρει κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της συμπροσβαλλομένης πρωτόδικης 186/1991 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κατερίνης. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καθόσον στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Για τον ίδιο λόγο, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον απευθύνεται και κατά των 206/1992 και 41/1994 οριστικών αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, η πρώτη από τις οποίες απέρριψε την έφεση λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος και η δεύτερη κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας του τελευταίου.
Μετά από αυτά οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι αφορούν στην πρωτόδικη ειρηνοδικειακή (προμνησθείσα) απόφαση, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Ο τέταρτος λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί, ανεξαρτήτως του ότι αφορά στην περί τα πράγματα ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικώς αναφερομένους λόγους, για τους οποίους, κατ’ άρθρ. 560 ΚΠολΔ, (πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του ν.4335/2015) επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατ’ αυτών.
ΙV. Κατ’ άρθρ. 281 ΑΚ: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και εντιμότητα που υπαγορεύεται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβιώσεως.
Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά την γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων. Κοινωνικοοικονομικός δε σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο που υπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφυλάξεως του γενικοτέρου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος, εφόσον αυτή έρχεται σε προφανή (έκδηλη) αντίθεση προς αυτά.
Το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν την μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτήν μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ’ αυτού, δεν αρκεί κατ’ αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του , επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτήν η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.
Εξετέρου, οι προβαλλόμενοι (και κατ’ ένσταση) αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ουσιωδώς επηρεάζουν την έκβαση της υποθέσεως, πρέπει να είναι κατά το περιεχόμενό τους ορισμένοι. Στον αντίποδα υπάρχει ποσοτική αοριστία, όταν δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνος δικαίου, στον οποίον στηρίζεται το σχετικό αίτημα (του προβαλλομένου ισχυρισμού).
Περαιτέρω, ποιοτική είναι η αοριστία, αν γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου, χωρίς πλήρη και λεπτομερή αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την εφαρμογή του. ‘ Ετι περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως του άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρει με σαφήνεια σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου, γιατί η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων ή στις προτάσεις που υποβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως ψέγει το Πρωτοδικείο, ότι με την πληττομένη απόφασή του παρεβίασε το άρθρο 281 ΑΚ, "δηλαδή ενώ υπήρχε δίοδος του ακινήτου του αντιδίκου, προς αγροτικό κοινοτικό δρόμο, λόγω της κατά ορισμένα μέτρα μακρύτερης διαδρομής, με αποτέλεσμα την οικονομική μείωση της αξίας του ακινήτου του" (αναιρεσείοντος).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, τον οποίον ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει στο άρθρ. 560 αρ. 1α ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το δικαστήριο της ουσίας "διολίσθησε" στην αντίστοιχη πλημμέλεια, είναι αόριστος, διότι, παρατιθεμένων μόνο της εν λόγω φερομένης ως παραβιασθείσης ουσιαστικής διατάξεως και του ελλειπούς ως άνω ερείσματος αυτής, δεν εκτίθεται με σαφήνεια και ενάργεια σε τι συνίσταται το ατόπημα της αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως αυτής, συμφώνως προς την προειπωθείσα ενδελεχή ανάλυση.
V. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου. Τέλος, η δικαστική δαπάνη του υπεισελθόντος στην δικονομική θέση του αρχικού αναιρεσιβλήτου Ε. Γ. ως διαδόχου αυτού Λ. Κ. πρέπει να επιβληθεί, κατά παραδοχήν του αιτήματός του, στον ηττώμενο αναιρεσείοντα (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-1995 αίτηση του Μ. Μ. περί αναιρέσεως της 55/1995 αποφάσεως του (δικάσαντος ως Εφετείου) Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης (και των 206/1992, 41/1994 ιδίου Δικαστηρίου και 186/1991 Ειρηνοδικείου Κατερίνης).
Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη του ως διαδόχου του αρχικού αναιρεσιβλήτου Ε. Γ. υπεισελθόντος στην δικονομική αυτού θέση νυν παραστάντος Λ. Κ., το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ