Legislator Case Law & Legislation
655/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bank debt notice delivery failure due to lack of procedural prejudice.

Case Number 655/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision regarding a bank's debt notice. The appellant argued that the bank failed to deliver the notice to him, violating procedural rights, but the court found no legal error. The court ruled that since the appellant had previously challenged the notice's validity without success and did not raise the specific delivery issue again, he suffered no procedural prejudice. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 972(1) of the Code of Civil Procedure; A failure to deliver a creditor's notice to the executing officer does not constitute a violation of substantive law if the debtor has not suffered procedural prejudice or challenged the notice's validity in prior proceedings.

Keywords

AI generated
cassation appeal procedural prejudice debt notice delivery enforcement proceedings legal costs award substantive law violation bank debt collection

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 972(1) of the Code of Civil Procedure
Article 159(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) and (10) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court, 7/2006
Supreme Court, 772/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 655 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 655/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αθανασόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", με ... που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικρικά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 98/2013 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-4-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 30-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν πρέπει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ. Α.Π. 7/2006) Κατά το άρθρο 972 παρ. 1 ΚΠολΔ: "Οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους.

Η αναγγελία επιδίδεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, και πρέπει να περιέχει α) διορισμό αντικλήτου ... και β) περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται. Η αναγγελία πρέπει να επιδοθεί το αργότερο μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό.

Μέσα στην ίδια προθεσμία πρέπει να κατατεθούν τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση ...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για το υποστατό της αναγγελίας, η οποία αποτελεί εξώδικη επιθετική διαδικαστική πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως και περιέχει ανακοίνωση βουλήσεως του αναγγελλομένου προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού για τη συμμετοχή του στη διαδικασία της διανομής του πλειστηριάσματος, απαιτείται επίδοση προς τον τελευταίο.

Αντιθέτως, οι δύο άλλες επιδόσεις, δηλαδή προς τον καθού η εκτέλεση και προς τον επισπεύδοντα δανειστή, δεν εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, αλλά τίθενται αποκλειστικά και μόνο προς το συμφέρον των διαδίκων αυτών της εκτελεστικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, οι επιδόσεις αυτές αποτελούν πρόσθετες διατυπώσεις του κύρους της αναγγελίας, που επιδρούν ακυρωτικά μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 159 αρ. 3 ΚΠολΔ, στο πρόσωπο εκείνου που επικαλείται την ακυρότητα για το λόγο αυτό της αναγγελίας, και η οποία βλάβη δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

Ωστόσο, τέτοια βλάβη δεν υφίσταται, όταν ο δανειστής, προς τον οποίο παραλείφθηκε η επίδοση της αναγγελίας, έλαβε γνώση του περιεχομένου της από τα στοιχεία του φακέλου, που έχει κατατεθεί στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, και δεν υπέβαλε προς αυτόν μέσα σε πέντε ημέρες από την πάροδο της προθεσμίας προς αναγγελία τις παρατηρήσεις του, κατ' άρθρο 974 ΚΠολΔ, προκειμένου να υποβοηθήσει τον υπάλληλο επί του πλειστηριασμού κατά τη σύνταξη του πίνακα ως προς τον έλεγχο του παραδεκτού της αναγγελίας και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της απαιτήσεως που αναγγέλθηκε και των προνομίων της, ώστε να προβεί στην προσήκουσα κατάταξη.

Και είναι μεν αληθές ότι με τη ρύθμιση του άρθρου 974 ΚΠολΔ ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ενδεχομένως αποκτά ολοκληρωμένη εικόνα για τις απαιτήσεις των αναγγελθέντων δανειστών και τις κατ' αλλήλων αιτιάσεις, καθώς και για τις απόψεις του καθού η εκτέλεση, τούτο όμως δεν σημαίνει ότι αποκτά εξουσία και δικαίωμα να δικάσει τις εκατέρωθεν παρατηρήσεις και γενικά τους ισχυρισμούς των αντιδίκων μερών.

Ακριβώς για το λόγο αυτό είναι εντελώς περιορισμένη στην πράξη η υποβολή παρατηρήσεων πριν τη σύνταξη του πίνακα, ενόψει και του ότι ο δανειστής που δεν προέβη σε παρατηρήσεις δεν εμποδίζεται να ασκήσει ανακοπή κατά του πίνακα ή να στηρίξει την ανακοπή του σε λόγους και πραγματικούς ισχυρισμούς, που δεν εισήχθησαν στη διαδικασία της κατατάξεως διά των παρατηρήσεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ως προς το ζήτημα του κύρους της αναγγελίας της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, την οποία η υπάλληλος του πλειστηριασμού κατά τη σύνταξη του προσβαλλόμενου πίνακα δανειστών κατέταξε μερικώς, προνομιακά και υπό την αίρεση της τελεσιδικίας της απαιτήσεώς της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...

Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος με το δεύτερο λόγο της ανακοπής του ισχυρίσθηκε ότι η από 3-3-2010 αναγγελία της απαίτησης της καθής η ανακοπή Τράπεζας ... ήταν άκυρη λόγω μη επίδοσής της στον ίδιο ... ως πρόσθετης προϋπόθεσης του κύρους της, επικαλούμενος περαιτέρω ότι εξ αυτού προκλήθηκε σ' αυτόν δικονομική βλάβη, αφού δεν μπόρεσε να υποβάλει παρατηρήσεις στην υπάλληλο του πλειστηριασμού ...

Ο λόγος όμως αυτός της ανακοπής δεν είναι νόμιμος, ενόψει του ότι ... η επίδοση της αναγγελίας στον επισπεύδοντα αποτελεί πρόσθετη διατύπωση του κύρους της αναγγελίας, που επιδρά ακυρωτικά μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της ... δικονομικής βλάβης. Τέτοια όμως δικονομική βλάβη, ... ο ανακόπτων δεν υπέστη, αφού, κατ' αυτόν, έλαβε εγκαίρως ατύπως και εξωδίκως, έστω και ατελή, γνώση της αναγγελίας, αντίγραφο της οποίας θα μπορούσε να του χορηγηθεί (προς πλήρη γνώση) με απλή αίτηση από το φάκελο που είχε κατατεθεί στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, οπότε και θα απέφευγε τα έξοδα της δίκης επί της ανακοπής του άρθρου 979 ΚΠολΔ, η δε επικαλούμενη, λόγω της παράλειψης επίδοσης της αναγγελίας προς αυτόν ...

μη άσκηση του από το άρθρο 974 ΚΠολΔ δικαιώματός του να υποβάλει ενώπιον της υπαλλήλου του πλειστηριασμού παρατηρήσεις σχετικές με την αοριστία της αναγγελθείσας απαίτησης της καθής η ανακοπή, αοριστία την οποία, όμως, στη συνέχεια πρόβαλε ο ίδιος με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής του άρθρου 979 ΚΠολΔ, χωρίς να διακινδυνεύσει κάποιο δικονομικό ή ουσιαστικό του δικαίωμα, και ο οποίος (λόγος ανακοπής) απορρίφθηκε, εξάλλου, ως ουσιαστικά αβάσιμος με την εκκαλουμένη απόφαση, ενόψει του ορισμένου της αναγγελίας -χωρίς ωστόσο, κατά το κεφάλαιό της αυτό, να προσβληθεί η τελευταία από τον ίδιο- δεν στοιχειοθετεί βλάβη κατά την παραπάνω έννοια".

Κατόπιν τούτου το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμους τους σχετικούς λόγους εφέσεως της αναιρεσίβλητης, που αναφέρονταν στην έλλειψη δικονομικής βλάβης του αναιρεσείοντος, και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως και κατ' αποδοχή του δευτέρου λόγου της ανακοπής του είχε μεταρρυθμίσει τον προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως, απέρριψε την ανακοπή και για το λόγο αυτό.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ. 1 και 159 αρ. 3 ΚΠολΔ ως προς την αναγγελία των απαιτήσεων των δανειστών στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και τις συνέπειες παραλείψεως της σχετικής επιδόσεως στον επισπεύδοντα την αναγκαστική εκτέλεση και της μη προκλήσεως ακυρότητας από την παράλειψη αυτή της αναιρεσίβλητης λόγω μη υπάρξεως δικονομικής βλάβης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ζήτημα τούτο. Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι παρατηρήσεις του αναιρεσείοντος σχετικά με την αοριστία της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, που ανήγγειλε αυτή ενώπιον της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, προβλήθηκαν εκ μέρους του με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής του, χωρίς να διακινδυνεύσει κάποιο δικονομικό ή ουσιαστικό του δικαίωμα, και ενώ ο λόγος αυτός απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για το λόγο ότι η αναγγελία κρίθηκε ορισμένη, ο ίδιος δεν προσέβαλε την απόφαση αυτή, και κατά συνέπεια δεν στοιχειοθετείται βλάβη του κατά την παραπάνω έννοια.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ (κατά τη νοηματική του εκτίμηση πρώτος λόγος, που υποστηρίζει τα αντίθετα, και ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο επικαλείται αυτός ότι το δικαστήριο θα έπρεπε να κηρύξει άκυρη την αναγγελία της αναιρεσίβλητης, εφόσον δεν χώρησε επίδοσή της και προς τον ίδιο, ανεξαρτήτως του στοιχείου της βλάβης του, τυγχάνουν αβάσιμοι. Περαιτέρω, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι δεν έλαβε εγκαίρως γνώση της αναγγελίας της αναιρεσίβλητης, πλην όμως τον απέρριψε ως αβάσιμο, ενώ και ο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δεν θεμελιώνεται, εφόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006). Κατόπιν τούτου και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 10 ΚΠολΔ τυγχάνει αβάσιμος.

Κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Απριλίου 2014 αίτηση του Ε. Ν. Κ. για αναίρεση της 98/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου με αριθμό 6392471, σειρά Η, της Α' Δ.Ο.Υ. Λάρισας στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ