Supreme Court dismisses appeal on donation revocation, ruling lower court properly considered evidence of ingratitude.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision to revoke a donation due to ingratitude. The appellants argued the appellate court ignored evidence proving the donees' ungrateful behavior, citing prior rulings on similar claims and criminal acquittals. The court rejected this, finding the appellate court had duly considered all submitted documents and witness testimonies to form its conclusion.
Legislator headnote
AI generatedArt. 505 of the Civil Code; Art. 559(1)(g) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews appeals on donation revocation for ingratitude, affirming the lower court's decision if it properly evaluated all evidence regarding the donee's ungrateful conduct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 655 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 655/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Σ. θυγ. Ι. Α. και 2 Μ. θυγ. Ι. Α., κατοίκων αμφοτέρων …, νομίμως εκπροσωπουμένων αμφοτέρων από την μητέρα τους Ε. συζ. Ι. Α., το γένος Κ. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παρασκευόπουλο - Κόλλια
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Παναγιώτη Στάθη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Ιουνίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5073/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 514/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21 Ιουνίου 2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 3 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 του ΑΚ, "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή". Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, προσβάλλει δε άμεσα αγαθά του δωρητή.
Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη περίθαλψης και οικονομικής ενίσχυσης, έστω και αν η δωρεά δεν συμφωνήθηκε υπό τον όρο της διατροφής του, όπως και η καταφρόνησή του με λόγο και έργο.
Κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος από αντικειμενική άποψη είναι ο δεσμός δωρητή και δωρεοδόχου, τα ελατήρια της δωρεάς και η αξία του αντικειμένου της, όπως και ο τρόπος ενέργειας και ο χαρακτήρας του δωρεοδόχου και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή, της συζύγου του ή στενού συγγενούς του, ενώ από υποκειμενική άποψη πρέπει να αποτελεί εκδήλωση αξιόμεμπτης συμπεριφοράς, ενδεικτική της έλλειψης ευγνωμοσύνης στην αφιλοκερδή χειρονομία του δωρητή (Α.Π. 109/2010, 1361/2007, 497/1977).
Το ζήτημα αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος για την διαμόρφωση της κρίσεώς του εκτιμά την συμπεριφορά αυτήν με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνων υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητος του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητού ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατά αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στην συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση αυτή του δικαστού της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι απεδείχθησαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπειαν δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 Α.Κ. (πρβλ.
Α.Π. 109/2010, Α.Π. 1719/2009, Α.Π. 982/2004). Εξάλλου κατά το άρθρο 509 παρ.1 ΑΚ η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με άτυπη σχετική δήλωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, συνεπώς και με αγωγή, τα δε αποτελέσματα της ανάκλησης επέρχονται ευθύς ως περιέλθει η δήλωση σ' αυτόν περί ανακλήσεως ή τον νόμιμο αντιπρόσωπο του και εφόσον ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και δύναται να δικαιολογήσει την ανάκληση.
Για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανακλήσεως της δωρεάς πρέπει, αφενός, ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης, αφετέρου, να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του αναφερόμενου στη δήλωση ανάκλησης λόγου και αν αυτός αφορά στην επιδειχθείσα από το δωρεοδόχο αχαριστία να αποδείξει το έναντί του βαρύ παράπτωμα από το οποίο προήλθε αυτή (ΑΠ 1025/1998).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 904 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι, αν ανακληθεί νόμιμα η δωρεά για λόγους αχαριστίας, ο δωρητής δικαιούται ενοχικώς σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος πράγματος, ο τρόπος δε της αυτούσιας απόδοσης εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος που απέκτησε ο λήπτης.
Έτσι, αν το δωρηθέν είναι πράγμα ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η επαναμεταβίβαση της κυριότητας μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς γίνεται, εφόσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, με καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως, μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της απόφασης αυτής (άρθρα 949 ΚΠολΔ, 1192 και 1198 ΑΚ - ΑΠ 840/1994).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 του ΑΚ "η ανάκληση αποκλείεται, αν ο δωρητής έδωσε συγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος, αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης. Δεν επιτρέπεται ανάκληση ύστερα από το θάνατο του δωρεοδόχου". Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, η τιθέμενη με αυτή ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς δεν αρχίζει, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν το λόγο της αχαριστίας είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανάκλησης της δωρεάς, η οποία, μπορεί να λήγει και με την άσκηση της αγωγής ανάκλησης, διότι στη περίπτωση αυτή τα ανωτέρω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, οπότε η προθεσμία προς ανάκληση αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος (ΑΠ 781/2012, ΑΠ 648/2008, ΑΠ 982/2004).
Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << Η Μ. Γ. Α., μητέρα του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) και γιαγιά των εναγομένων (ήδη αναιρεσειουσών) δυνάμει του .../18-12-1986 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασιλείου Δ.
Πέππα, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά προτροπή του ενάγοντος, μοναδικού της τέκνου, αιτία δωρεάς στις εναγόμενες εγγονές της (τότε ηλικίας 9 και 7 ετών) την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου εμβαδού 195 τετρ. μέτρων μετά της επ' αυτού οικίας, κειμένου στην … και επί της οδού …αρ. …. Με το ίδιο συμβόλαιο η ως άνω δωρήτρια παρακράτησε εφόρου ζωής για τον εαυτό της και υπέρ του ενάγοντος υιού της, για την περίπτωση που προαποβιώσει αυτού, το δικαίωμα επικαρπίας επί ολοκλήρου του δωρηθέντος ακινήτου.
Μετά την εν λόγω δωρεά κατεδαφίστηκε η υπάρχουσα στο δωρηθέν οικόπεδο κατοικία και επ' αυτού δυνάμει της 1143/1987 οικοδομικής άδειας του πολεοδομικού γραφείου Πειραιώς ανηγέρθηκε πολυώροφη οικοδομή αποτελούμενη από υπόγεια αποθήκη επιφάνειας 70 τ.μ., δύο ισόγεια καταστήματα επιφάνειας 65 τ.μ. και 30 τ.μ. και τρία υπέρ το ισόγειο διαμερίσματα επιφάνειας 120 τ.μ.
το καθένα. Η ανέγερση της οικοδομής αυτής άρχισε το έτος 1989 και το έτος 1992 αποπερατώθηκε ο τρίτος όροφος στον οποίο εγκαταστάθηκε ο ενάγων με την οικογένειά του. Την ανέγερση της οικοδομής ανέλαβαν η δωρήτρια μητέρα του ενάγοντος, που διέθεσε όλες τις οικονομίες της και ο ίδιος (ενάγων) ο οποίος προκειμένου ν' ανταποκριθεί στις δαπάνες αυτές αλλά και στις ανάγκες της οικογένειάς του και ειδικότερα στη μόρφωση των εναγομένων θυγατέρων του (ιδιωτικά σχολεία, φροντιστήρια ξένων γλωσσών κλπ) εργαζόταν επίπονα σε διάφορες εργασίες (διοικητικός υπάλληλος στον Ο.Σ.Ε., εκπαιδευτικός στο κολλέγιο B.C.A., στο φάρο τυφλών, παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα σε φοιτητές οικονομικών σχολών, σεμινάρια σε στελέχη επιχειρήσεων) και επί πλέον δανείστηκε διάφορα χρηματικά ποσά από φιλικά του πρόσωπα, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από τις εναγόμενες.
Τον Δεκέμβριο του έτους 1999 ως αντιπρόσωπος της επικαρπώτριας μητέρας του δυνάμει του …/19-10-1999 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Ευαγγελίας Καραθάνου, εξεμίσθωσε όλη την προαναφερόμενη οικοδομή (πλην ενός καταστήματος που μισθώθηκε αργότερα και του υπογείου) στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθηνών (Ψ.Ν.Α.) έναντι μηνιαίου μισθώματος ανερχομένου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 4.500 ευρώ μηνιαίως.
Περαιτέρω, δυνάμει του …/31-3-2000 συμβολαίου της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου Ευαγγελίας Καραθάνου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η μητέρα του ενάγοντος μεταβίβασε σ' αυτόν, αιτία δωρεάς, ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου από το δικαίωμα επικαρπίας της στο προαναφερόμενο ακίνητο. Ακολούθως ο ενάγων με το …/31-3-2000 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, από το ποσοστό 75% του δικαιώματος επικαρπίας που απέκτησε με το προηγούμενο συμβόλαιο μεταβίβασε αιτία δωρεάς 25% εξ αδιαιρέτου σε κάθε μία από τις εναγόμενες κόρες του.
Ο ενάγων προκειμένου να προβεί στην προαναφερόμενη δωρεά, προς τις εναγόμενες κόρες του, ζήτησε να διαχειρίζεται αυτός αποκλειστικά το περιουσιακό στοιχείο που θα τους μεταβίβαζε για όσο χρονικό διάστημα οι συνθήκες επέβαλαν αυτό. Τούτο δε διότι α) υπήρχαν ακόμη χρέη προς τρίτους που έπρεπε να εξοφληθούν, β) αρκετά έτη μετά τη δωρεά της μητέρας του προς τις εναγόμενες (το έτος 1992) ο ενάγων απέκτησε και τρίτη κόρη τη Γ.
από την οποία δεν ήθελε να στερήσει αυτά που πρόσφερε και στις άλλες δύο κόρες του (σπουδές, περιουσία κλπ), γ) για να είναι ικανοποιημένη, κατά κάποιο τρόπο, η μητέρα του, της οποίας η βούληση ήταν το περιουσιακό στοιχείο που δώρησε στον ενάγοντα (δικαίωμα επικαρπίας) ν' ανήκει στον ίδιο, όπως, εξάλλου και όλο το προαναφερθέν ακίνητο, το οποίο όπως προαναφέρθηκε, μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στις εναγόμενες.
Οι τελευταίες, που τότε ήταν φοιτήτριες (Οκτώβριο 1999) αποδέχθηκαν την πρόταση του πατέρα τους και με το ../19-10-1992 πληρεξούσιο έγγραφο της ως άνω συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Ευαγγελίας Καραθάνου παραχώρησαν σ' αυτόν πληρεξουσιότητα διαχείρισης της περιουσίας τους και μετά από λίγο καιρό επακολούθησε και η ένδικη σύμβαση δωρεάς.
Ο ενάγων δε εισέπραττε τα μισθώματα από το ως άνω ακίνητο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ήταν μισθωμένο στο νοσοκομείο Αθηνών (Ψ.Ν.Α.) και το ποσό που αναλογούσε στο ποσοστό του δικαιώματος της επικαρπίας τους αλλά και το μέρος των δικών του εισοδημάτων το διέθετε για τις σπουδές των εναγομένων που ήταν πολυδάπανες καθόσον αυτές παρακολουθούσαν πανεπιστήμιο του εξωτερικού.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τις ίδιες βιογραφικά σημειώματα η εκ των εναγομένων Μ. Α. (γεννημένη το έτος 1977), αφού αποφοίτησε από το Ελληνογαλλικό σχολείο "Jeanne d' Ark" το έτος 1995, κατά τα έτη 1995-1999 φοίτησε στο Οικονομικό πανεπιστήμιο Αθηνών και μετά τη λήψη του πτυχίου της πραγματοποίησε κατά το διάστημα 2000-2001 μεταπτυχιακές σπουδές με θέμα "διοίκηση επιχειρήσεων" στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου "London School of Economies".
Από τον Μάρτιο του 2006 εργάζεται στο τμήμα οικονομικού ελέγχου της εταιρείας "Sanofi - Aventis" με έδρα το Παρίσι (Γαλλία). Η μικρότερη κόρη Σ. Α. (γεννημένη το έτος 1979) είναι και αυτή απόφοιτος του Ελληνογαλλικού Λυκείου "Jeanne d' Ark" από το έτος 1996. Κατά τα έτη 1999-2001 σπούδασε στο πανεπιστήμιο "Sorbone University" του Παρισιού απ' όπου έλαβε διδακτορικό δίπλωμα στην "Ιστορία της Τέχνης και Σύγχρονες Τέχνες" και εν συνεχεία κατά τα έτη 2002 - 2003 πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο πανεπιστήμιο "London School of Economies" με θέμα Media και επικοινωνίες, νέα πληροφοριακά συστήματα και κοινωνία.
Από τον Απρίλιο του έτους 2006 εργάζεται στο εξωτερικό. Η επιτυχία των εναγομένων στις σπουδές τους και η παραμονή τους στο εξωτερικό επηρέασαν τη νοοτροπία τους και ιδιαίτερα της μικρότερης εξ αυτών, Σ., και απαιτούσαν πράγματα μη αντίστοιχα των οικονομικών δυνατοτήτων του πατέρα τους. Αρχικά απαίτησαν να φύγουν από τη …και να εγκατασταθούν σε άλλη περιοχή όπου διαμένουν άνθρωποι διαφορετικού οικονομικού και κοινωνικού επιπέδου.
Ο ενάγων, παρά το κόστος μιας τέτοιας μετακόμισης πραγματοποίησε την επιθυμία των εναγομένων καθώς και της συζύγου του και εξεμίσθωσε ένα διαμέρισμα 180 τετρ. μέτρων στην περιοχή … (…) του … και μαζί τους εγκαταστάθηκαν και οι υπέργηρες γιαγιάδες τους (από μητρική και πατρική πλευρά). Τον Απρίλιο του έτους 2004 απεβίωσε η μητέρα της συζύγου του ενάγοντος και γιαγιά των εναγομένων Σ.
Γ. και από τότε άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στην εν λόγω οικογένεια. Η σύζυγος του ενάγοντος δεν επιθυμούσε πλέον την συνοίκηση με την μητέρα του συζύγου της και υποκινούσε προς τούτο και τις εναγόμενες. Αυτές, οι οποίες στο διάστημα αυτό δεν αποδείχθηκε ότι σπούδαζαν ή εργαζόντουσαν σταθερά στο εξωτερικό και βρίσκονταν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην Ελλάδα, χλεύαζαν τον ενάγοντα πατέρα τους, για το ενδιαφέρον του προς την μητέρα του και γιαγιά τους αποκαλώντας τον "μαμάκια" καθώς και για την άρνησή του να τους παρέχει χρήματα όταν δεν είχε.
Πλέον τούτων, αν και η κατάσταση της υγείας του απαιτούσε ηρεμία και ιδιαίτερη φροντίδα διότι έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη και υπέρταση, αδιαφορούσαν για την διατροφή και καθαριότητα των ρούχων του, αναγκαζόμενος να κάνει μόνος του τις δουλειές αυτές (πλύσιμο ρούχων, μαγείρεμα κλπ), όταν επέστρεφε από την εργασία του.
Τον Μάρτιο του έτους 2005 αποχώρησε η μητέρα του ενάγοντος από την προαναφερόμενη κατοικία (…) και εγκαταστάθηκε μαζί με οικιακή βοηθό στο υπόγειο διαμέρισμα της επί της οδού …αριθ. … οικοδομής. Η κατάσταση όμως δεν άλλαξε για τον ενάγοντα καθόσον οι εναγόμενες εξακολουθούσαν να επιδεικνύουν την ίδια καταφρόνηση προς αυτόν αποκαλώντας τον άλλοτε κατά πρόσωπο (όταν βρισκόντουσαν στην Ελλάδα) και άλλοτε τηλεφωνικώς (όταν βρισκόντουσαν στο εξωτερικό) "μαμμάκια" και "γύφτο".
Απαιτούσαν διαρκώς παροχή χρημάτων, αξίωση η οποία δεν δικαιολογείτο πλέον λόγω της ηλικίας τους (28 και 26 ετών) και των δαπανών στις οποίες είχε προβεί ο πατέρας τους για τις σπουδές τους. Επίσης, δημιουργούσαν επεισόδια και στο χώρο της εργασίας του (ΟΣΕ) όταν αυτός προέβαλε αντιρρήσεις στις υπερβολικές οικονομικές απαιτήσεις τους.
Τον Σεπτέμβριο του έτους 2005 με προτροπή των εναγομένων αποχώρησε από την οικογενειακή στέγη και εγκαταστάθηκε στην ως άνω, κείμενη στη …, οικία της μητέρας του. Κατά την εκεί παραμονή του τον επισκέφθηκαν οι εναγόμενες και ενώ βρισκόταν σε καφενείο της περιοχής αυτής (…) ενώπιον των θαμώνων τον προσέβαλλαν λέγοντάς του "ότι εξευτιλίζεται ο ίδιος αλλά και οι εναγόμενες κάνοντας παρέα με ανθρώπους της γειτονιάς".
Περαιτέρω την 1-11-2005 οι εναγόμενες κοινοποίησαν στον πατέρα τους τα με αριθμούς ... και .../31-10-2003 ανακλητικά πληρεξουσιότητας έγγραφα της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Αθηνάς Βαλανίδα, με τα οποία ανακάλεσαν την πληρεξουσιότητα διαχείρισης της περιουσίας τους, που είχαν χορηγήσει σ' αυτόν με το προαναφερόμενο (92/19-10-1999) πληρεξούσιο έγγραφο.
Η ανάκληση αυτή έγινε α) κατά παράβαση της σχετικής συμφωνίας των διαδίκων που αποτέλεσε και τον όρο της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης δωρεάς, β) ενώ ήταν επιβαρυμένη η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος (σακχαρώδης διαβήτης κλπ), που δεν επιδεχόταν στεναχώριες (μετά από 10 μήνες ασθένησε από καρκίνο και προς αντιμετώπιση της ασθένειας αυτής υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις), γ) ενώ είχε ακόμη (ο ενάγων) χρέη προς τρίτους, όπως αυτός ισχυρίσθηκε και δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από τις εναγόμενες (άρθρο 261 ΚΠολΔ), δ) ενώ για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της υπερήλικης μητέρας του απαιτούνταν πολλά έξοδα (οικιακών βοηθών κλπ) και ε) ενώ είχε υποχρεώσεις έναντι της ανήλικης (13 ετών) τρίτης κόρης του του Γ..
Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι προέβησαν στην ανάκληση της εν λόγω πληρεξουσιότητας προκειμένου να καλύψουν τα έξοδα των σπουδών της ως άνω ανήλικης αδελφής τους και να συνδράμουν οικονομικά τη μητέρα τους. Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων είναι αβάσιμος, καθόσον δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η προς το σκοπό αυτό (μόρφωση τρίτης κόρης) άρνηση του ενάγοντος ενόψει της συμπεριφοράς που επέδειξε προς τις εναγόμενες κόρες του για τη μόρφωση και επαγγελματική εκπαίδευση των οποίων δαπάνησε σημαντικά χρηματικά ποσά και της μη ύπαρξης λόγου μεταστροφής των συναισθημάτων έναντι της ως άνω κόρης του.
Εξάλλου, για την περίπτωση αυτή είναι θεσμοθετημένο δικαίωμα για ανήλικη να επιδιώξει δικαστικά (νόμιμα εκπροσωπούμενη) τα έξοδα διατροφής από τον υπόχρεο γονέα της (ενάγοντα) στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά των σπουδών της. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η μητέρα των εναγουσών και σύζυγος του ενάγοντος Ε.
Α. είχε ανάγκη οποιασδήποτε οικονομικής βοήθειας καθόσον είχε εισοδήματα από την εργασία της (υπάλληλος φαρμακείου) και την περιουσία της. Οι ενέργειες αυτές των εναγομένων α) αθέτηση συμφωνίας υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις, β) συνεχής καταφρονητική συμπεριφορά προς τον δωρητή πατέρα τους αποτελούν η κάθε μία χωριστά αλλά και σε συνδυασμό μεταξύ τους παράβαση των κανόνων δικαίου και των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας και συνιστούν βαριά παραπτώματα με τα οποία φάνηκαν αχάριστες απέναντί του.
Εξαιτίας της συμπεριφοράς τους αυτής απέναντι στον ίδιο (ενάγοντα) αλλά και απέναντι της μητέρας του, ο εκκαλών με την από 28-1-2006 εξώδικη δήλωσή του που επιδόθηκε στις εναγόμενες για πρώτη φορά στις 13-2-2006 (βλ. τις ... και ....13-2-2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς …) και εν συνεχεία στις 24-2-2006 (βλ. ...
και .../24-2-2006 εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή) ανακάλεσε την προς αυτές δωρεά των ποσοστών επικαρπίας (25% εξ αδιαιρέτου για την καθεμία των εναγομένων) επί της κείμενης στην … και επί της οδού …αριθ. … πολυώροφης οικοδομής. Επομένως, η ανάκληση της δωρεάς που έγινε από το δωρητή ενάγοντα με την άνω εξώδικη δήλωση είναι νόμιμη αφού αποδείχθηκαν αληθείς οι λόγοι αναφορικά με τη διαγωγή που επέδειξαν οι εναγόμενες απέναντι σ' αυτόν (παρελκούσης της έρευνας της διαγωγής τους απέναντι στη μητέρα του) και πρέπει να διαταχθούν αυτές (εναγόμενες) στην απόδοση των επίδικων ποσοστών επικαρπίας, διότι μετά την εν λόγω ανάκληση η δωρεά κατέστη ανίσχυρη και τα κατέχουν χωρίς αιτία.....>>.
Με βάση τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, δεχόμενο ότι δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 505 ΑΚ για ανάκληση της επίδικης δωρεάς, ακολούθως δε, μετά την παραδοχή ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις αυτές, έκανε δεκτή την αγωγή, κατά το μέρος που προσβάλλετο η πρωτόδικη απόφαση με την έφεση του αναιρεσίβλητου και αφενός μεν αναγνώρισε ως νόμιμη την ανάκληση της δωρεάς που έγινε με την από 28-1-2006 εξώδικη δήλωση ανακλήσεως δωρεάς του ενάγοντος προς τις εναγόμενες, αφετέρου δε διέταξε τις εναγόμενες ν' αποδώσουν στον ενάγοντα ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου η κάθε μία του δικαιώματος επικαρπίας επί της πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στη … και επί της οδού …αριθ.
… και το οποίο είχε μεταβιβασθεί σ' αυτές αιτία δωρεάς με το δωρητήριο συμβόλαιο .../31-3-2000 της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Ευαγγελίας Καραθάνου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διάταξεις των άρθρων 505, 509 και 510 του ΑΚ, διότι τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των εννοιών της αχαριστίας και του βαρέως παραπτώματος των δωρεοδόχων έναντι του δωρητή ή στενού συγγενούς αυτού, ενώ εγκύρως ασκήθηκε η ανάκληση της δωρεάς με την προρρηθείσα εξώδικη δήλωση του δωρητή ενάγοντος προς τις δωρεοδόχους εναγόμενες θυγατέρες του, χωρίς να έχει παρέλθει έτος, αφού κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης το βαρύ παράπτωμα και η αχαριστία των δωρεοδόχων συνεχίσθηκε μέχρι και του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής.
Εδικότερα πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, οι παραδοχές του Εφετείου: α) ότι οι αναιρεσείουσες αθέτησαν την υποχρέωσή τους και ανακαλέσουν τα πληρεξούσια βάσει των οποίων παρείχαν στον ενάγοντα το δικαίωμα να διαχειρίζεται το δωρηθέν απ' αυτόν προς τις τελευταίες περιουσιακό στοιχείο, ήτοι την επικαρπία της επίδικης οικοδομής κατά τα ως άνω ποσόστά, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα χρέη που είχε επωμισθεί για την ανέγερσή της και τις οικογενειακές ανάγκες, μεταξύ των οποίων και τις δαπάνες για τις σπουδές τους σε ιδιωτικά σχολεία και πανεπιστήμια του εξωτερικού, αλλά και της γεννηθείσης στο μεταξύ τρίτης κόρης του, ως και τις πρόσθετες δαπάνες που είχε επωμισθεί για την υπέργηρη μητέρα του, 2) ότι οι αναιρεσείουσες επέδειξαν αδικαιολόγητα προσβλητική και σκληρή συμπεριφορά προς τον αναιρεσίβλητο δωρητή πατέρα τους, τον οποίο εξύβρισαν βάναυσα, με ανοίκειους για την ηλικία, τη συγγενική σχέση και τη γενναιοδωρία του χαρακτηρισμούς, με τις φράσεις "μαμάκια" και "γύφτο", ενώπιον μάλιστα θαμώνων καφενείου στη …, απευθυνόμενες σ'αυτόν του δήλωσαν ότι τις εξευτελίζει με το να κάνει παρέα με ανθρώπους της γειτονιάς, 3) ότι του επέβαλαν, παρά την οικονομική αδυναμία του, να μετοικήσουν από την … που διέμεναν μέχρι τότε, θεωρώντας ότι δεν είναι του επιπέδου τους να κατοικούν στην τελευταία αυτή περιοχή, όπου διαμένουν χαμηλής οικονομικής στάθμης και κοινωνικού επιπέδου άνθρωποι, και να εγκατασταθούν σε οικία 180 τ.μ.
στη …) του …, στην συνέχεια δε εξεδίωξαν αρχικά την μητέρα του (γιαγιά τους) και δωρήτρια προς αυτές της ψιλής κυριότητας του επίδικου ακινήτου, που διέμενε μαζί τους, αργότερα δε και τον ίδιο, από την μέχρι τότε χρησιμοποιούμενη για τη διαμονή τους μισθωμένη από τον ενάγοντα οικία, υποχρεώνοντας αυτούς (ενάγοντα και μητέρα του) να μετοικίσουν σε υπόγειο διαμέρισμα της επίδικης οικοδομής στη … με πρόσθετες για τον πατέρα τους δαπάνες λόγω του ότι η υπέργηρη μητέρα του είχε ανάγκη οικιακής βοηθού, 4) ότι στην βάναυση αυτή συμπεριφορά των αναιρεσειουσών, που συνιστούσε βαρύ οαράπτωμα, δεν συνέτρεξε καμιά υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του ενάγοντος δωρητή πατέρα τους, 5) ότι η βάναυση και εξυβριστική συμπεριφορά των αναιρεσειουσών συνεχίσθηκε προς τον ενάγοντα, μολονότι αυτός έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη και υπέρταση και ήταν ιδιαίτερα ευάλοτος σε στανάχωριες και ενώ μετά από δεκάμηνο προσεβλήθη από καρκίνο, όπου χρειάστηκε να υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις, εξακολούθησαν να εμμένουν και να του ζητούν χρήματα, ενώ δεν είχε, και παρά το γεγονός ότι ήδη ήταν ηλικίας 28 και 26 ετών και εργάζονταν στο εξωτερικό, επιδεικνύοντας την ίδια βάναυση προς αυτόν συμπεριφορά, είτε τηλεφωνικώς είτε δια ζώσης, οσάκις βρισκόταν στην Ελλάδα, 6) ότι παρά την κατάσταση αυτή του πατέρα τους ανακάλεσαν τα ως άνω πληρεξούσια, με τα οποία του παρείχαν την διαχείρηση της δωρηθείσης προς αυτές περιουσίας, καθ' ήν στιγμή εξακολουθούσε να έχει χρέη και πρόσθετες υποχρεώσεις και δαπάνες για την υγεία του, υπό το πρόσχημα ότι ήθελαν να καλύψουν τα εξοδα της μικρότερης αδελφής τους, ηλικίας τότε 13 ετών, αν και τα κάλυπτε ο ίδιος και σε κάθε περίπτωση η ανήλικη μπορούσε να επιδιώξει αυτά, διά νομίμου εκπροσώπου της και 7) ότι εξαιτίας της καταφρονητικής αυτής συμπεριφοράς των εναγομένων προς τον δωρητή πατέρα τους, αλλά και την μητέρα του, οι οποίες αποτελούν κάθε μία χωριστά αλλά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, παράβαση των κανόνων δικαίου και των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας και συνιστούν βαριά παραπτώματα με τα οποία φάνηκαν αχάριστες απέναντί του, ο ενάγων δωρητής με την από 28-1-2006 δήλωσή του, που επιδόθηκε στις εναγομενες στις 13-2-2006 ανακάλεσε την προαναφερόμενη προς αυτές δωρεά, Είναι δε σαφείς και πλήρεις οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης, ότι το βαρύ παράπτωμα και η αχαριστία των εναγομένων, που εκδηλώθηκε κατά τον ως άνω τρόπο, προς τον δωρητή πατέρα τους, συνεχίσθηκε μέχρι την άσκηση της αγωγής του τελευταίου προς ανάκληση της δωρεάς και επομένως δεν ανακύπτει ζήτημα παρέλευσης της ενιαύσιας αποκλειστικής προθεσμίας για την επιδίωξη της αξίωσης αυτής.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του αρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, κατά τις εις αυτούς περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερομένων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων των αναιρεσειουσών η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά το άρθρο 512 ΑΚ "δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν". Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, μη υποκείμενες σε ανάκληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως προς τα ελατήρια της βούλησής του, ενώ δωρεές από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνονται από κοινωνική υποχρέωση.
Η φύση της συναπτόμενης σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνεται σ` αυτή από τους συμβαλλομένους, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από τα περιεχόμενο όσων έχουν συμφωνηθεί και καθορίζει τους προσιδιάζοντες στη σχέση κανόνες δικαίου, προσφεύγοντας, αν υπάρχει ανάγκη, και σε στοιχεία ευρισκόμενα έξω από τη σύμβαση, όταν αυτά συνδέονται με τα συμφωνηθέντα κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα ( ΑΠ 109/2010, Α.Π. 1060/1981, 530/1991).
Ο από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 512 του ΑΚ ισχυρισμός των εναγομένων δωρεοδόχων, συνιστά καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξιώσεως του ενάγοντος δωρητή που έχει έρεισμα στην διάταξη του άρθρου 505 του ίδιου Κώδικα και πρέπει να προτείνεται προσηκόντως και να επαναφέρεται νομίμως επώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Oλ.ΑΠ 43/1990). Τέλος, για να είναι παραδεκτή η επαναφορά στο Εφετείο ισχυρισμών, πρέπει να γίνει σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, κατά το οποίο, για την επαναφορά των ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους σε σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζητήσεως που τους περιέχουν, με προσκόμιση των προτάσεων της προηγούμενης συζητήσεως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, κατ` αποδοχή της εφέσεως του αναιρεσίβλητου κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, έκανε δεκτή ως κατ` ουσίαν βάσιμη την από 9-6-2006 αγωγή του, περί ανακλήσεως της επίδικης δωρεάς που έκανε στις αναιρεσείουσες θυγατέρες του λόγω του ότι φάνηκαν με βαρύ παράπτωμα αχάριστες απέναντί του, δεχόμενο ότι συνέτρεξαν προς τούτο οι προϋποθέσεις του άρθρου 505 του ΑΚ.
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο Εφετείο, αντιστοίχως, οι αιτιάσεις α) ότι παρεβίασε, παραλείποντας να εφαρμόσει, τη διάταξη του άρθρου 512 του ΑΚ με βάση την οποία η εκτιθέμενη στο αναιρετήριο ως ανω δωρεά του αναιρεσίβλητου έγινε προς τις αναιρεσείουσες από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας και συνεπώς δεν μπορούσε να ανακληθεί και β) ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του στερείται οποιασδήποτε αιτιολογίας, αλλά ακόμη και απλής αναφοράς επί του συνιστόντος ένσταση ισχυρισμού των αναιρεσειουσών ότι η επίδικη προς αυτές δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας και συνεπώς δεν μπορούσε να ανακληθεί.
Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί, η υπαγωγή των οποίων προσήκει στη ρύθμιση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενέχουν αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτοι, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα στοιχεία εκείνα (τρόπος και χρόνος), από τα οποία να προκύπτει ότι οι θεμελιωτικοί αυτών (λόγων) ισχυρισμοί παραδεκτώς είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό ή (και) στην έκκλητη δίκη.
Πέραν όμως αυτού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειουσών ενώπιον του Εφετείου, δεν γίνεται επίκληση του άνω ισχυρισμού (ένστασης) των αναιρεσειουσών, ούτε και περιέχεται σ' αυτές σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων αυτού που τον περιείχαν. Επομένως το Εφετείο, που δεν ερεύνησε τον άνω ισχυρισμό (ένσταση), ο οποίος, δεν μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως, αφού δεν ενέπιπτε σε καμιά από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ούτε εντός μεταβιβαστικών πλαισίων της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ), δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλήμμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
β'ΚΠολΔ (αληθώς μόνο από τη διάταξη αυτή) και συνεπώς, ο ίδιος λόγος (τρίτος) της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγο εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη προβλήθέντα νομίμως ενώπιόν του ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι " από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν προκύπτει σαφώς η σχέση αγάπης, στοργής και ευπρεπούς συμπεριφοράς τόσο προς την αείμνηστη πλέον μάμμη τους, της οποίας η δεύτερη εξ αυτών φέρει το όνομα (Μ.
Α.), όσο και και προς τον (αντίδικο τώρα) πατέρα τους Ι. Α. και σε καμία περίπτωση καταφρονητική συμπεριφορά και δη την αξιούμενη από το νόμο για να στοιχειοθετηθεί αχαριστία προς τον δωρητή πατέρα τους και ειδικότερα προσκόμισαν με επίκληση με τις από 13-2-2012 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου Πειραία απαντώντας στον τέταρτο λόγο εφέσεως του αντιδίκου την υπ' αριθ. 5401/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς>>.
Όμως, ο παραπάνω προταθείς "ισχυρισμός" δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επίκληση από τις αναιρεσείουσες αποδεικτικού μέσου, (εγγράφου) προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών και άρνηση των τελευταίων αυτών ισχυρισμών και επομένως, ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι αναιρεσείουσες προσκόμισαν με επίκληση προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών ότι ως δωρεοδόχες δεν επέδειξαν προς τον αναιρεσίβλητο δωρητή πατέρα τους συμπεριφορά που συνιστούσε βαρύ παράπτωμα και αχαριστία απέναντί του, που δικαιολογούσε την ανάκληση της δωρεάς, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: 1) την υπ' αριθ. 5401/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δικάζοντας επί αγωγής της γιαγιάς τους, την δίκη επί της οποίας μετά τον θάνατό της συνέχισε ο αναιρεσίβλητος πατέρας τους, με την οποία ζητούσε την ανάκληση της δωρεάς της ψιλής κυριότητας του επίδικου ακινήτου που τους είχε δωρήσει, λόγω του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας που επέδειξαν σ' αυτήν, η οποία (αγωγή), απορρίφθηκε από το εν λόγω δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που έλαβε υπόψη του και β) την υπ' αριθ.
ΑΜ 1097/2010 απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς με την οποία οι αναιρεσείουσες κηρύχθηκαν αθώες για τις πράξεις της απλής σωματικής βλάβης από κοινού, της εξύβρισης και της απειλής, που φέρονται ότι τέλεσαν στην … την 5-1-2006 εις βάρος της Ρ. Κ., οικιακής βοηθού της γιαγιάς τους, η οποία υπέβαλε μήνυση εις βάρος της πρώτης εξ αυτών και της μητέρας τους.
Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιλαμβάνονται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι ρητώς αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομότυπα και των οποίων γίνεται επίκληση από τους διαδίκους και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν, με νόμιμη επίκληση, για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα στα οποία αναφέρονται οι αναιρεσείουσες, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.
Επομένως, οι ερευνόμενοι από την παραπάνω διάταξη αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 21-06-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 514/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-06-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 512/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ