Legislator Case Law & Legislation
655/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of inadmissible and unfounded arguments regarding fictitious contract and statute of limitations.

Case Number 655/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property sale contract. The appellant argued the contract was fictitious and the claim was time-barred, but the lower court had already adjudicated these points and rejected them. The Court found the appeal inadmissible because the appellant failed to submit a formal objection regarding the statute of limitations and the appeal arguments were unfounded since the lower court had properly examined the contract's validity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 138, 139, 180, 211, 214 of the Civil Code; Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure: A declaration of will not made seriously but only apparently is deemed fictitious and void; an appeal alleging a lower court failed to examine a specific argument is inadmissible if that argument was not formally raised as an objection or if the lower court already adjudicated it.

Keywords

AI generated
fictitious contract statute of limitations inadmissible appeal unfounded appeal Civil Code provisions Code of Civil Procedure property sale contract

Cited Legislation

AI generated
Articles 138, 139, 180, 211 and 214 of the Civil Code
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1/1999
Supreme Court Case 24/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 655 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 655/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Π. Τ., το γένος Δ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Λακαφώση.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ειρήνη Παπαζήση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολύμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-4-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 5-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180, 211 και 214 Α.Κ. προκύπτουν τα εξής : Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Εικονική είναι λοιπόν η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει στο δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος.

Έτσι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, σε περίπτωση καταχωρισμένων σε συμβολαιογραφικό έγγραφο συμβάσεων πώλησης και, εξαιτίας της πώλησης, μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον κύριό του σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης αφενός του πωλητή και αφετέρου του αγοραστή ήταν εικονικές, υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν είτε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση πώλησης είναι, λόγω της εικονικότητας, άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενομένη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας.

Η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ. Μάλιστα, το δικαίωμα προς επίκληση της ακυρότητας δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό (παραγραφή ή αποσβεστική προθεσμία), παρά μόνο σε αποδυνάμωση.

Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επίσης, "πράγματα", με την έννοια αυτή είναι και οι λόγοι έφεσης. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.

ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη σχετικό λόγο της έφεσής της, που περιείχε την ουσιώδη ένστασή της περί παραγραφής της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου για ακυρότητα ως εικονικής της αναφερόμενης σύμβασης πωλήσεως.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω λόγο έφεσης και απέρριψε αυτόν ρητά με την αιτιολογία, ότι "ο λόγος αυτός έφεσης αλυσιτελώς υποβάλλεται ως στηριζόμενος επί λανθασμένης προϋποθέσεως, διότι, όπως προκύπτει από το κείμενο της εκκαλουμένης, αλλά και τα οικεία πρακτικά της συζητήσεως και τις προτάσεις της εναγομένης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ένσταση περί παραγραφής της πρώτης κύριας βάσης της αγωγής, δηλαδή της στηριζόμενης στην εικονικότητα της επίδικης σύμβασης πωλήσεως, δεν υποβλήθηκε ποτέ από την εναγομένη".

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων.

Η μη λήψη υπόψη των ενστάσεων δημιουργεί λόγο αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο τον σχετικό λόγο έφεσης περί παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου περί ακυρότητας ως εικονικής της επίμαχης σύμβασης. Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο δίκασε το σχετικό λόγο έφεσης και τον απέρριψε. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προσάπτει αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη ένσταση περί παραγραφής αξιώσεως, είναι απαράδεκτος.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και, όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και, όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992). Ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού όπως σημειώθηκε η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει, ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως διάταξη πλημμέλεια, ότι "δεν έχει νομική βάση καθώς υπάρχει αλυσιτέλεια στην περιεχόμενη σ' αυτήν μείζονα πρόταση, ελάσσονα πράταση και έννομη συνέπεια", διότι "αφενός δεν εξέτασε την ουσία του προβαλλόμενου λόγου εφέσεως της παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, αφετέρου δε απέρριψε αυτόν ως αβάσιμο". Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν εισήλθε σε ουσιαστική έρευνα του λόγου αυτού έφεσης, αλλά τον απέρριψε ως στηριζόμενο σε λανθασμένη προϋπόθεση, διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν υποβλήθηκε νομότυπα ένσταση περί παραγραφής της κύριας βάσης της αγωγής της στηριζόμενης στην εικονικότητα της επίμαχης σύμβασης πωλήσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-4-2008 αίτηση της Ε. συζ. Π. Τ. για αναίρεση της 244/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ