Supreme Court allows appeal against appealable court dismissal of tort claim for fraud and misrepresentation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision dismissing a tort claim. The appellant alleged that the lower court incorrectly found her lawsuit legally vague regarding the civil liability of the defendants for fraud. The court ruled that the lower court erred in applying substantive law by misinterpreting the legal sufficiency of the claim based on the defendants' deceptive conduct. Consequently, the appeal was granted, the case remitted to the Court of Appeal for retrial, and the defendants ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 288, 297, 298, 330, 335, 481, 914, 922, 926, 932 of the Civil Code; Articles 713, 714, 719 of the Civil Code 1990; Article 375 of the Penal Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the violation of substantive law rules is admissible when the court of first instance misapplies a rule or fails to apply the applicable rule, thereby rendering the legal assessment of the claim's sufficiency and viability erroneous.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 655 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 655/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. συζ. Γ. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. της υπό εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EUROSEC Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., ως νόμιμου εκπροσώπου, προέδρου και διευθύνοντα συμβούλου του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία "EUROSEC Α.Χ.Ε", οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κούρκουλο και 3.Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μηλιό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιουλίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1225/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 17 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 2-9-2009 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1225/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει. (Ολ. ΑΠ 7/2006). Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητα της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ. Α.Π. 18/1998). Εξάλλου η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕμπΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι διατάξεις για την εντολή του ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή (ΑΠ Ολ 824/1977).
Έτσι έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 713 και 714 ΑΚ από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει, ότι ο εντολοδόχος οφείλει να διεξαγάγει την ανατεθείσα σ" αυτόν υπόθεση, να πράξει, δηλαδή, για λογαριασμό του εντολέα του καθετί που υποσχέθηκε και επιβάλλει η φύση της υποθέσεως, ευθύνεται δε έναντι του εντολέα του για κάθε πταίσμα.
Σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της συμβάσεως ή πλημμελούς εκπληρώσεως ή παραβάσεως των νομίμων υποχρεώσεων του ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία, θετική και αποθετική, την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει ως γενεσιουργό αιτία πταίσμα του (ακόμη και ελαφρά αμέλεια), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 ΑΚ.
Απαιτείται, δηλαδή, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας που επήλθε στον εντολέα. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της.
Επομένως, αν ο χρηματιστής στα πλαίσια νόμιμης χρηματιστηριακής παραγγελίας ή ευρύτερου περιεχομένου συμβάσεως διαχειρίσεως επενδυτικού χαρτοφυλακίου, έλαβε χρήματα από τον εντολέα του προκειμένου να συνάψει νόμιμη κύρια χρηματιστηριακή σύμβαση ή προκειμένου να τα διαχειριστεί συνάπτοντας και τέτοιες συμβάσεις αντίστοιχα, έχει συμβατική υποχρέωση, με βάση την ως άνω διάταξη, να αποδώσει στον εντολέα του τα χρηματιστηριακά πράγματα που απέκτησε για λογαριασμό αυτού, εφ' όσον εκτέλεσε τη μεμονωμένη παραγγελία ή αλλιώς, να του επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε για την εκτέλεση αυτών των συμβάσεων.
Εφ' όσον δε συντρέχουν και οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, δηλαδή παράνομη και υπαίτια ιδιοποίηση των δοθέντων προς εκτέλεση της εντολής χρημάτων ή των αποκτηθέντων για λογαριασμό του εντολέως πραγμάτων υφίσταται και υποχρέωση του χρηματιστή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 375 ΠΚ, να αποδώσει τα ληφθέντα ή την αξία των αποκτηθέντων πραγμάτων ως αποζημίωση.
Εδικότερα, από τα άρθρα 288, 297, 298, 330, 334, 335 επ., 481, 914, 922, 926 ΑΚ συνάγεται ότι όποιος με πράξη ή παράλειψη προξενήσει, κατ'αιτιώδη συνάφεια, ζημία σε άλλον παράνομα και υπαίτια, δηλαδή από πρόθεση ή από αμέλεια, ήτοι μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Η παράλειψη θετικής πράξης είναι παράνομη, όταν η θετική πράξη επιβάλλεται από το νόμο ή από τη σύμβαση ή από την καλή πίστη. Ζημιογόνος δε υπαίτια πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί να στηρίξει, για τον παθόντα αντισυμβαλλόμενο, απαίτηση αποζημιώσεως, όχι μόνον εκ συμβάσεως αλλά και εξ αδικοπραξίας, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, όπως συμβαίνει όταν προσβάλλει το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητος.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Αδικοπραξία, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ.
Κατά τη διάταξη αυτή, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως συνίσταται στην παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος που είναι κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει την θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σα να είναι κύριος, η δε υποκειμενική (υπόσταση), στην ύπαρξη του δόλου που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), ανήκει δηλαδή κατά κυριότητα σε άλλον, καθώς και τη θέληση να ιδιοποιηθεί το πράγμα παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.
Ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητος πράξη. Επομένως, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ' άρθρο 719 ΑΚ, καθώς και ό,τι προκαταβλήθηκε σ' αυτόν, κατ' άρθρο 721 ΑΚ, από τον εντολέα για την εκτέλεση της εντολής και δε διατέθηκε προς τούτο, δεδομένου ότι δεν καθίσταται κύριος των δοθέντων σ" αυτόν από τον εντολέα για την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 2170/2003, 981/2003).
Η κατά τα ως άνω συρροή αξιώσεων κατά του οφειλέτη από σύμβαση δεν αλλάζει αν η προμνημονευόμενη συμπεριφορά προέρχεται όχι από εκείνον αλλά από τον προστηθέντα από εκείνον στην υπηρεσία της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων από τη σύμβαση εκείνου και λαμβάνει χώρα κατά την εν λόγω υπηρεσία τούτου. Αν συντρέχει, λοιπόν, κατά τα ανωτέρω, συμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη οφειλέτη από υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του προστηθέντος για την εκπλήρωση της οφειλόμενης από τη σύμβαση παροχής, τότε και ο προστηθείς έχει ευθύνη προς αποζημίωση του παθόντος δανειστή, μάλιστα δε τέτοια σε ολόκληρο με τον οφειλέτη, αλλά η εν λόγω ευθύνη είναι μόνον αδικοπρακτική, αφού σύμβαση δεν συνδέει εκείνον με αυτόν.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι για τη γέννηση ευθύνης προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση από αδικοπραξία πρέπει να υπάρχει: α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) επέλευση ζημίας και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παρανόμου και υπαίτιου συμπεριφοράς του ενός και της ζημίας του άλλου. Δηλαδή από τα ίδια άρθρα, συνδυαζόμενα μετά άρθρα 298, 299 και 933 ΑΚ, συνάγεται ότι η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής Βλάβης έχει γενεσιουργό αιτία αδικοπραξία υπό την κατά το άρθρο 914 ΑΚ έννοια της υπαίτιας ζημιογόνου πράξης. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι ως ενάγων ο δικαιούχος προς αποκατάσταση της ζημίας του, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη ζημία, το νομικό λόγο που γεννά την ευθύνη και την αιτιώδη συνάφεια ζημίας και ζημιογόνου γεγονότος. Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος και το κέρδος που αυτός απώλεσε λόγω, της υπαίτιας πράξης.
Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 2341/1940 "περί συμπληρώσεως των περί Χρηματιστηρίου Αξιών διατάξεων" (όπως αντικαταστάθηκαν από την παρ. 3 του άρθρου 19 του Ν 2324/1995, που άρχισε να ισχύει από την 17.7.1995), προκύπτει ότι κάθε χρηματιστής δικαιούται να έχει έναν αντικρυστή, που χαρακτηρίζεται από το νόμο ως υπάλληλος του, και τον βοηθό στη διεξαγωγή των χρηματιστηριακών του συναλλαγών, ο δε χρηματιστής ευθύνεται για τις πράξεις και παραλείψεις του αντικρυστή.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 27-7-2005 αγωγή της αναιραισείουσας που παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατ'άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ για την εκτίμηση του εδώ ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, εκτίθενται τα εξής: "Ότι ο τρίτος εναγόμενος και ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος Κ. Κ. ψευδώς παρέστησε στην αναιρεσείουσα (ενάγουσα) ότι ήταν μεγαλομέτοχος της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ΑΧΕ, ότι ουδέποτε αυτός (παρά τις αντίθετες ψευδείς διαβεβαιώσεις του, για τη χρήση πλαστών και ψευδεπίγραφων δήθεν περιοδικών ενημερώσεων) επένδυσε τα χρήματα της ενάγουσας που αυτή κατέθεσε στο λογαριασμό του σε μετοχές υψηλής κεφαλαιοποίησης, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως, ως εξ αρχής είχε προς τούτο πρόθεση, αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος ισόποσο προς το ποσό που η ενάγουσα του είχε εμπιστευθεί προς επένδυση (26.412,33 ευρώ), με αντίστοιχη ζημία της τελευταίας.
Συνυπαίτιοι, όμως, για τις παραπάνω παράνομες πράξεις του τρίτου αναιρεσίβλητου είναι η πρώτη εναγομένη ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ΑΧΕ και ο δεύτερος εναγόμενος ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος νόμιμος εκπρόσωπος της, Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΔΣ αυτής, διότι αυτοί, αν και γνώριζαν τη δολία προαίρεση του ως άνω Κ.
Κ., του είχαν παραχωρήσει δικό του αποκλειστικό γραφείο και γραμματειακή υποστήριξη στην έδρα της πρώτης αναιρεσίβλητης και αυτός ενεργούσε ως προστηθείς αυτής στη σύναψη και διεκπεραίωση χρηματιστηριακών συμβάσεων και παραγγελιών, ενεργών ως χρηματιστής και υπάλληλος της, παρέχοντας του έτσι αυτοί το υπόβαθρο για να μπορεί να εξαπατά τους επενδυτές και να υπεξαιρεί τα χρήματα που του εμπιστεύονταν, όπως έπραξε και με την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ενέργειες που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ζημία της αναιρεσείουσας και συντέλεσαν στην επέλευση της, καθ'οσον αν ο Κ.
Κ. δεν είχε την ιδιότητα του χρηματιστή και υπαλλήλου της πρώτης αναιρεσίβλητης ΑΧΕ δε θα μπορούσε επιτυχώς να εμφανισθεί στην ενάγουσα ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και να την πείσει να του καταβάλει το ως άνω χρηματικό ποσό προς επένδυση. Ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος Κ. Κ. εξαπάτησε πλην άλλων και την αναιρεσείουσα παριστάντοντας ψευδώς τον μεγαλομέτοχο της πρώτης τούτων ενώ οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι καίτοι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, απορρέουσα από την προαναφερομένη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που είχαν συνάψει με την ενάγουσα, να αποτρέψουν την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, ουδέν ενήργησαν αυτοί προς αποτροπή του, αλλά αντιθέτως υπαιτίως συνέδραμαν αυτόν.
Ζήτησε δε η αναιρεσείουσα με βάσει τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι (εναγόμενοι) σ'ολόκληρο ο καθένας να της καταβάλλουν ως αποζημίωση για θετική ζημία το ποσό των 26.412,33 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από την τέλεση της σε βάρος της αδικοπραξίας το ποσό των 20.044 ευρώ, και με προσωπική κράτηση των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, λόγω της τελεσθείσας αδικοπραξίας.
Με το περιεχόμενο αυτό στο ιστορικό της και τα αντίστοιχα αγωγικά της αιτήματα η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ήταν επαρκώς ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις για την αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων εναγομένων που τελέσθηκε με απατηλή συμπεριφορά των εναγομένων φυσικών προσώπων κατά της προαναφερθείσα έννοια.
Εξάλλου, δεν ιδρύεται, οποιαδήποτε αοριστία από το γεγονός ότι κατά τα εκτιθέμενα στο ιστορικό της αγωγής ο τρίτος αναιρεσίβλητος διαβεβαίωνε την αναιρεσείουσα ενάγουσα ότι είχε επενδύσει τα χρήματά της σε μετοχές υψηλού "ρίσκου", που δεν προσδιορίζονται, στο αναιρετήριο αφού κατά τις ίδιες παραδοχές της αγωγής η αναιρεσείουσα τότε δεν πληροφορήθηκε αναλυτικά τις χρηματιστηριακές πράξεις στις οποίες είχε προβεί ο τρίτος αναιρεσίβλητος-εναγόμενος Κ.
Κ., οι οποίες σε κάθε περίπτωση όπως εμφανιζόταν στις πλαστές και ψευδεπίγραφες δήθεν περιοδικές ενημερώσεις της, αποτελούσαν μέρος του όλου σχεδίου του για την εξαπάτηση της αναιρεσείουσας και την υπεξαίρεση των χρημάτων που είχαν κατατεθεί στα χέρια του για την επένδυση σε μετοχές υψηλής κεφαλαιοποίησης, που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε.
Το Εφετείο επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή της ήταν νομικά αόριστη, καθόσον αφορά την αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288, 297, 298, 330, 335, 481, 914, 922, 926, 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 713, 714 και 719 του ΑΚ 90 επ.
του Εμπ.Ν., 375 του ΠΚ, και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του αρθ.559 του ΚΠολΔ που βάσιμα προβάλλεται με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ.1225/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ