Legislator Case Law & Legislation
655/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against engineer's fees ruling, citing vague grounds and lack of precedent violation.

Case Number 655/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an engineer against a lower court decision regarding his professional fees. The engineer argued that the Technical Chamber of Greece (TEE) violated res judicata by failing to timely adjust fees and that his bankruptcy announcement constituted a tort. The court rejected these claims, ruling that the lower court did not declare the engineer's actions admissible but merely found no tort liability, and that the appeal grounds were vague and failed to specify which prior decisions were violated.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 16, 118 no. 4, 502 no. 2, 566 no. 1, 577 no. 3, 578, 562 no. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague and fails to identify the specific precedent violated or the exact legal issue regarding the subject matter of the prior case.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Res Judicata Vague Appeal Grounds Professional Fees Technical Chamber Greece Bankruptcy Announcement Tort Liability

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 16 of the Code of Civil Procedure
Article 118 no. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 502 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 566 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 562 no. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1339/1985
Supreme Court 1047/1992
Supreme Court 297/1999
Supreme Court 1459/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 655 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αμοιβές μηχανικών: η υποκατάσταση του ΤΕΕ δεν αποκλείει στο δικαιούχο μηχανικό να επιδιώξει την ένδικη και μη προστασία συμφερόντων. Παράλειψη ΤΕΕ να επιδιώξει εγκαίρως την αναπροσαρμογή της αμοιβής του μηχανικού, αναγγελία σε πτώχευση δεν συνιστά αδικοπραξία. Λόγοι αναιρέσεως αρ. 1 αβάσιμοι, 14 επι εσφαλμένης προϋποθέσεως, 16 αόριστη, 19 απαράδεκτη.

Αριθμός 655/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ,

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΤΕΕ) που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Χασάπη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και Παναγιώτη Μακαρίτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22 Ιουλίου 1992, 15 Οκτωβρίου 1999 και 11 Νοεμβρίου 1999 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6570/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4872/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του ως και τους από 24 Νοεμβρίου 2006 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 5 Ιανουαρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση, λόγω προαγωγής, Αρεοπαγίτη και ήδη Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τέντε, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως της αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο μόνο του ΝΔ 2726/1953 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του άρθρου 59 του από 17.7/16.8.1923 ΝΔ "περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους και οικοδομής αυτών" (Α. 325) ορίστηκαν τα εξής: "Ο κατά το άρθρο 59 παρ.1 και του από 17.7/16.8.1923 ΝΔ "περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους και οικοδομής αυτών" κανονισμός των ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών εν γένει και αρχιτεκτόνων εφαρμόζεται δι' όλας τας ειδικότητας των μηχανικών μελών του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών, καθώς και δια τους επί τη βάσει ειδικών διατάξεων νόμων ασκούντας τα επαγγέλματα ταύτα εν όλω και εν μέρει (παρ. 1).

Τα ως άνω ελάχιστα όρια αμοιβών αποτελούν κατωτέραν διατίμησιν υποχρεωτικήν δι' αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, καταργουμένης, κατά τα λοιπά της παρ. 2 του ως άνω άρθρου (παρ.2). Ο κανονισμός ούτος των αμοιβών εκτείνεται εις την μελέτην, εφαρμογήν, επίβλεψιν, εποπτείαν ή έλεγχον και παραλαβήν πάσης φύσεως έργων ή εγκαταστάσεων καθώς και εις πάσης φύσεως τεχνικάς εν γένει εργασίας και υπηρεσίας, σχεδιαγράμματα, καταμετρήσεις, γνωμοδοτήσεις, πραγματογνωμοσύνας κλπ.

ή αμοιβάς καταβαλλομένας εις τους μετέχοντας αρχιτεκτονικών διαγωνισμών και τους κριτάς τούτων (παρ.3). Ο κανονισμός των αμοιβών δια μελέτας κλπ. έργων του Δημοσίου και ΝΠΔΔ γίνεται δι' αποφάσεων, εκδιδομένων υπό των Υπουργών Δημοσίων Έργων, δυναμένων να ορίσωσι αμοιβήν κατωτέραν, πάντως όμως ουχί ανωτέραν των ισχυουσών δι' ιδιωτικά έργα (παρ.4).

Εκ της ως άνω αμοιβής μελέτης παρακρατείται υπό του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ποσοστόν 8% όπερ διατίθεται δια την εθελουσίαν έξοδον εκ του επαγγέλματος των μη διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών και βάσει ειδικών διατάξεων νόμου αποδεδειγμένως ασκούντων ως άνω το τεχνικόν επάγγελμα και εγγεγραμμένων εις τα οικεία μητρώα, κατά τα οριζόμενα δια Β.

Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Δημοσίων Έργων, μετά γνώμην του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων και πρότασιν του Τεχν. Επιμελ. Ελλάδος. Ποσοστόν μέχρι 2 % κρατείται επίσης υπό του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος δια τας πάσης φύσεως σχετικάς δαπάνας αυτού. Το υπόλοιπον της αμοιβής της μελέτης καταβάλλεται εν όλω ή τμηματικώς προς τον δικαιούχον υπό του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ή του υπό τούτου εξουσιοδοτουμένου, μετά την υπό της Αρχής έγκρισιν της μελέτης κατά τα ορισθησόμενα δια Β.

Δ/τος, ομοίως εκδιδομένου. Κατά την έννοια της εξουσιοδοτικής διάταξης της ως άνω παρ. 4, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΤΕΕ), εισπράττον την οφειλόμενη σε μηχανικό αμοιβή από την εκπόνηση μελέτης, παρακρατεί τα υπέρ αυτού ποσοστά και καταβάλλει το υπόλοιπο στο δικαιούχο μελετητή, παρέχεται δε νομοθετική εξουσιοδότηση για να οριστούν περαιτέρω με κανονιστικό διάταγμα τα σχετικά με την παρακράτηση από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος των νόμιμων υπέρ αυτού ποσοστών και τα της απόδοσης του υπολοίπου στο δικαιούχο.

Με το ως άνω διάταγμα δεν δύναται όμως το Τεχνικό Επιμελητήριο, ουδεμιάς παρεχομένης σχετικής εξουσιοδοτήσεως, να καταστεί το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται για δικαστική επιδίωξη της οφειλόμενης αμοιβής ως υποκατάστατο του δικαιούχου αυτής, κατά παρέκκλιση από το γενικό δικονομικό κανόνα, κατά τον οποίο ο δικαιούχος της απαίτησης είναι και ο δικαιούμενος (νομιμοποιούμενος) να προσφύγει στη δικαιοσύνη με την άσκηση των προσηκόντων ένδικων μέσων προς προστασία των δικαιωμάτων του.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, οι διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 2 του Β. Δ/τος 30/31-5-1956, ως εκδοθείσες καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε με τον ως άνω νόμο, ήταν ανίσχυρες στην έκταση που προέβλεπαν υποκατάσταση του ΤΕΕ στο δικαίωμα του δικαιούχου μηχανικού για την είσπραξη της αμοιβής του από μελέτη μέσω της δικαστικής οδού, κατ' αποκλεισμό του τελευταίου.

Με το εν λόγω δε Β. Δ/γμα και την βάσει αυτού διαμορφωθείσα νομολογία δεν δημιουργήθηκε έθιμο, ελλείψει πεποιθήσεως των μελών της κοινωνίας ότι συμμορφούμενα με την περιεχόμενη στο διάταγμα αυτής ρύθμιση συμμορφώνονται σε κανόνα δικαίου, ενώ εξάλλου η νομολογία στην ελληνική έννομη τάξη, δεν αποτελεί πηγή δικαίου.

Επομένως ο δικαιούχος της απαιτήσεως μηχανικός μέλος του Τεχνικού Επιμελητήριου είχε, παρά την ως άνω εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως αντίθετη ρύθμιση, το δικαίωμα της δικαστικής επιδιώξεως της αμοιβής του κατά του εργοδότη και της αναπροσαρμογής αυτής (αμοιβής), το δικαίωμα της αναγγελίας των απαιτήσεων αυτών (αμοιβής-αναπροσαρμογής) σε πτώχευση, της εξασφαλίσεώς τους με τη λήψη ασφαλιστικών και άλλων μέτρων καθώς και της επισπεύσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως δικαστικών αποφάσεων που τυχόν έχουν εκδοθεί για τις απαιτήσεις αυτές (Α.Ε.Δ. 26/1993).

Η ως άνω λύση υιοθετήθηκε ήδη υπό τις διαλαμβανόμενες σ' αυτό ειδικότερες ρυθμίσεις, και με το Πρ. Δ/μα 48/1994 που εκδόθηκε μεταξύ άλλων σ' εκτέλεση του ρηθέντος νόμου και των άρθρων 6,50,52,53 και 54 της κυρωθείσας με το νδ. 53/74 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Από τα παραπάνω εκτεθέντα γίνεται φανερό ότι η παράλειψη του ΤΕΕ να ασκήσει το παρεχόμενο σ' αυτό, όχι κατ' αποκλεισμό του μηχανικού, δικαίωμα της έγερσης αγωγής για την αμοιβή του μηχανικού, να αξιώσει δικαστικώς την αναπροσαρμογή της εν λόγω αμοιβής, να αναγγείλει σε πτώχευση του εργοδότη τις σχετικές απαιτήσεις ή να λάβει γι' αυτές τα απαιτούμενα για την εξασφάλισή τους μέτρα και να επισπεύσει την αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων που τυχόν έχουν εκδοθεί για τις εν λόγω απαιτήσεις, δεν συνιστά παράνομη συμπεριφορά, δυνάμενη να στηρίξει κατ' αυτού αξίωση του μηχανικού για αποζημίωση, κατά τα άρθρα 1,2,914, 919, 200, 288 ΑΚ, 104,105,106, 24 Εισ.Ν ΑΚ και. 4 παρ.3 ν.1486/1984, έστω και αν εξαιτίας αυτής κατέστη κατά οποιονδήποτε τρόπο αδύνατη η ικανοποίηση της αξιώσεως του μηχανικού για την αμοιβή του, αφού στις ενέργειες αυτές εδικαιούτο και δεν υποχρεούτο να προβεί όπως θα συνέβαινε αν ο ίδιος ο μηχανικός δεν εδικαιούτο να το πραγματοποιήσει.

Εξάλλου η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή (ή η αίτηση) επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή κρίθηκε ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

Α.Π. 28/1998, 7/1999). Ενόψει τούτων, οι από 22/7/1992 και 11/11/1999 αγωγές του αναιρεσείοντος μηχανικού κατά του αναιρεσιβλήτου ΤΕΕ, με τις οποίες αυτός επεδίωκε α) με την πρώτη την αποκατάσταση ζημίας του που προέκυψε από παράλειψη των αργάνων του ΤΕΕ να ζητήσουν αναπροσαρμογή της επιδικασθείσας με την 11197/1979 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αμοιβή του ποσού 1.942.147 δραχμών, να αναγγείλουν την απαίτηση από αναπροσαρμογή της εν λόγω αμοιβής σε πτώχευση της εργοδότιδας εταιρείας ..., να εγγράψουν για την επιδικασθείσα αμοιβή τους τόκους και το ποσό της αναπροσαρμογής υποθήκης σε ακίνητα της πτωχεύσασας εταιρείας ...

πριν από την πτώχευση και β) με τη δεύτερη την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την παράλειψη των ιδίων οργάνων, να επιδιώξουν την είσπραξη της επιδικασθείσας αμετακλήτως αμοιβής του και την αναπροσαρμογή της αμοιβής αυτής με την εκτέλεση της 11197/1979 αμετάκλητης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών πριν από την πτώχευση της ως άνω εταιρείας, δεν εύρισκαν έρεισμα στα άρθρα 104-106 Εισ.

Ν ΑΚ και 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τις λοιπές ως άνω διατάξεις, και συνεπώς έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμες κατά νόμο. Κατ' άκολουθίαν, η αναιρεσιβαλλόμενη 4872/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία με την ίδια αιτιολογία έκρινε απορριπτέες ως νόμω αβάσιμες τις αγωγές αυτές, δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου είναι αβάσιμοι οι λόγοι εκ του άρθρου 559 αριθ.1 πρώτος, δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του, τέταρτος ως προς τα στοιχεία Δ και Γ, όπως συμπληρώνονται με τους πρώτο και δεύτερο προσθετους λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως της έλλειψης νόμιμης βάσης της αποφάσεως προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εξήτασε την ουσία της υποθέσεως, διατυπώνοντας το αποδεικτικό του πόρισμα και δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, αόριστη ή για άλλο τυπικό λόγο (Ολ. ΑΠ 44/1990). Με τον δεύτερο κατά το οικείο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, λόγω αναιρέσεως, πλήσσεται επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά την οποία περί του ζητήματος της ελλείψεως αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου προκύπτει και δεδικασμένο από τις 1467/1998 και 9455/1999 αποφάσεις του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Αθηνών αντιστοίχως. Επομένως, εφόσον το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και προς ενίσχυση της κρίσης του περιέλαβε και επάλληλη σκέψη για την ύπαρξη δεδικασμένου, χωρίς να στηρίζει αυτή η σκέψη (και μάλιστα αυτοτελώς) το διατακτικό της αποφάσεως, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην υπόψη περίπτωση με τους εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. δεύτερο και τρίτο κατά το οικείο μέρος τους λόγους αναιρέσεως, όπως ο τελευταίος συμπληρώνεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο κήρυξε παραδεκτή την από τον αναιρεσείοντα : α) "εκτέλεση των... 304/1979 και 11.197/1979 αποφάσεων για την είσπραξη της αμοιβής (του) και της αναπροσαρμογής της, ενώ είναι απαράδεκτη" και β) "αναγγελία στην.... Πτώχευση της αναπροσαρμογής της αμοιβής....ενώ είναι απαράδεκτη". Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως στηριζόμενοι σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δεν "κήρυξε παραδεκτές" τις ως άνω ενέργειες του αναιρεσείοντος, αλλά απλώς στήριξε την κρίση της περί ελλείψεως αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου, μεταξύ άλλων, στη σκέψη ότι ο αναιρεσείων είχε εκ του νόμου το δικαίωμα να προβεί στις εν λόγω ενέργειες.

Από το συνδυασμό των διατάξέων των άρθρων 118 αρ. 4, 502 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3, 578 και 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου αναφορικά με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, οι παραδοχές του εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως και ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε νομίμως προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.

ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 1047/1992, 297/1999, 1459/1997.). Στην κρινόμενη υπόθεση προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι αιτιάσεις : α) με τον τρίτο κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνοντας σχετικά με το ζήτημα της υιποκαταστάσεως του αναιρεσιβλήτου ΤΕΕ στα δικαιώματα του αναιρεσείοντος παραβίασε το δεδικασμένο, που παράγεται από τις 304/2009 και 11.197/1979 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και β) με τον τέταρτο, στοιχεία Α, Β', όπως εκτιμάται, από το αυτό άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δικ.

λόγο αναιρέσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε δεδικασμένο παραγόμενο από τις 5.400/1993, 2827/1986, 831/1986 και 2718/1992 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με την 25/1988 απόφαση του Αρείου Πάγου και τη 231/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται με ποιές κρίσεις και διατάξεις των ως άνω αποφάσεων αποκλείσθηκε στον αναιρεσείοντα το δικαίωμά του να προστατεύσει τα έννομα συμφέροντά του σχετικά με τις αξιώσεις επαγγελματικών αμοιβών του, τις οποίες καθ' υποκατάστασή του μπορούσε να ασκήσει δικαστικώς το αναιρεσίβλητο ΤΕΕ, ούτε αν πρότεινε παραδεκτώς και νομίμως την ύπαρξη ενός τέτοιου δεδικασμένου στο Εφετείο, και με ποιές παραδοχές τούτου συντελέσθηκε η παραβίαση, οι ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δικ.

λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-9-2004 αίτηση με τους από 24-11-2006 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της 4872/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ