Supreme Court remands labor dispute case for retrial due to contradictory reasoning on independent contractor status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Second Instance Court's decision regarding unpaid wages and benefits, ruling the lower court's reasoning was legally contradictory. The appellant argued that the Second Instance Court inconsistently accepted the existence of an independent contractor relationship while simultaneously acknowledging the receipt of holiday allowances, which legally require an employment relationship. Consequently, the Court ordered a retrial before a different panel of judges to resolve the factual and legal questions properly.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 of Law 1082/1980, Article 1 of the Labor Code, Article 3 § 16 of Law 4504/1966, and Articles 1 § 1 and 2 of Law 539/1945; A court cannot accept that a party is an independent contractor entitled to holiday allowances, as such benefits presuppose an employment relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 655 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 655/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Σακελλαρίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "SEASCOPE SHIPPING AGENCY LTD", που εδρεύει στη ... και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, στο Δήμο ..., με βάση την Κ.Υ.Α. 58001/Φ1482/2/2/21622 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των α.ν. 89/1967, 378/1968 και ν. 27/1975, 814/1978 και 2234/1994 και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "VENI SUIPPING COMPANY L.T.D.", που εδρεύει στο ..., πλοιοκτήτριας της υπό ... σημαία και ελλιμενισμένης στη μαρίνα ... θαλαμηγού "...", όπως φέρεται να εκπροσωπείται στην Ελλάδα από την αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "SEASCOPE SHIPPING AGENCY LTD", που εδρεύει στη ... και είναι εγκατεστημένη, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα στην Ελλάδα, στο Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστοτέλη Πρωτόγερο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-4-1998 και 24-6-1998 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6595/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 1075/2001 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 19-2-2002 αίτησή του και με τους από 16-9-2005 πρόσθετους λόγους.
Εκδόθηκε η 1214/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 1075/2001 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 792/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-1-2008 αίτησή του και τους από 23-12-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 13-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 94 §1, 96 §1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, περαιτέρω δε ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμα και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της.
Εξάλλου, η πληρεξουσιότητα κρίνεται από το δίκαιο του Κράτους, στο έδαφος του οποίου δηλώνει ο πληρεξούσιος τη βούλησή του για λογαριασμό του πληρεξουσιοδότη ή, με άλλη ταυτόσημη έκφραση, από το δίκαιο του Κράτους στην περιοχή του οποίου ο πληρεξούσιος ("επιχειρεί") τη δικαιοπραξία, για την οποία δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ενώ ο τύπος της πληρεξουσιότητας θα κριθεί από το δίκαιο του άρθρου 11 του ΑΚ, που ορίζει ότι η δικαιοπραξία είναι έγκυρη ως προς τον τύπο αν είναι σύμφωνη είτε με το δίκαιο που διέπει το περιεχόμενό της είτε με το δίκαιο του τόπου όπου επιχειρείται είτε με το δίκαιο της ιθαγένειας όλων των.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 70 ΑΚ και 16, 17, 18 του ν.3190/1955 προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από όλους τους εταίρους, οι οποίοι δρουν συλλογικά, μπορεί όμως δια του καταστατικού ή με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση της εταιρείας να ανατεθεί σε έναν ή περισσότερους εταίρους ή μη ,οι εν λόγω δε διαχειριστές της εταιρίας εκπροσωπούν αυτήν και ενεργούν στο όνομά της κάθε πράξη που καλύπτεται από το σκοπό της εταιρείας.
Στη προκείμενη περίπτωση, η δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία, που έχει τον εταιρικό τύπο της ΕΠΕ και εδρεύει στο ..., εκπροσωπήθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης από το δικηγόρο Αθηνών Αριστοτέλη Πρωτόγερο. Προς απόδειξη της πληρεξουσιότητας του άνω δικηγόρου, προσκομίζεται το με αριθμ. ... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλη- Αναγνωσταλάκη, στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι εμφανίσθηκε ενώπιον της τελευταίας ο ΑΑ, ο οποίος δήλωσε ότι ενεργεί, δυνάμει του προσαρτωμένου στο πληρεξούσιο από 17-12-2008 πρακτικού συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, για λογαριασμό αυτής και ζήτησε τη σύνταξη και υπογραφή αυτού, με το οποίο δήλωσε ότι διορίζει και καθιστά ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της άνω εταιρείας τον προαναφερόμενο δικηγόρο Αθηνών , στον οποίο δίδει την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και δικαίωμα, να παραστεί και εκπροσωπήσει αυτήν ενώπιον του Αρείου Πάγου (Β1 πολιτικό τμήμα) κατά τη δικάσιμο της 27-1-2009 ή σε κάθε άλλη μετά από αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία συζητείται η από 7-1-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ εναντίον της.
Συνεπώς, η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα με την προσθήκη των προτάσεών του ένσταση μη νόμιμης εκπροσώπησης της δεύτερης αναιρεσίβλητης για τη συζήτηση της και κατ' αυτής στρεφόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 32 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος αμείβεται με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και επιπλέον υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του.
Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα, αν ο παρέχων την εργασία δεν υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, κατά την παραπάνω έννοια, τότε πρόκειται για σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Αποφασιστική, πάντως, σημασία έχει η συνολική εικόνα της δραστηριότητας, από την εκτίμηση της οποίας και εξαρτάται η κρίση για το ποια στοιχεία υπερέχουν, αυτά της σύμβασης εργασίας ή εκείνα της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών.
Ο χαρακτηρισμός μιας σύμβασης παροχής υπηρεσιών ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό, που τυχόν έχουν προσδώσει σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 1082/1980, 1 της Α.Υ.Οικ. και Εργ. 19040/1981 και 3 § 16 του Ν. 4504/1966, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 1 § 1 και 2 του Α.Ν.539/1945, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του δια του άρθρου 1 του Ν. 1346/1983, προκύπτει ότι τα "επιδόματα εορτών" Χριστουγέννων και Πάσχα, ως και τα επιδόματα ετήσιων αδειών αναπαύσεως, προϋποθέτουν ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας, οι αντίστοιχες δε αξιώσεις στηρίζονται ευθέως στο νόμο από μόνο το γεγονός της εργασιακής απασχόλησης, δηλαδή ασχέτως προς το κύρος της εργασιακής σύμβασης.
Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων είχε ναυτολογηθεί το 1981 και υπηρέτησε αρχικά ως υποπλοίαρχος και στη συνέχεια ως πλοίαρχος σε πλοία που διαχειριζόταν η πρώτη των εναγομένων εταιρεία με την επωνυμία "SEASCOPE SHIPPING AGENCY L.T.D." που εδρεύει στη ..., ανήκει στον όμιλο των εταιρειών του εφοπλιστή ΒΒ και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, ενώ τα κεντρικά της γραφεία βρίσκονται στο ... .
Η τελευταία κατά τον Αύγουστο του 1988 πρότεινε σ' αυτόν να αποναυτολογηθεί και να αναλάβει τη θέση του νόμιμου εκπροσώπου της στην Ελλάδα, ο δε ενάγων αποδέχθηκε την πρόταση αυτή και το Δ.Σ. της εναγομένης με το από 2-2-1989 πρακτικό του, το οποίο υπέγραψε και αυτός, τον διόρισε νόμιμο εκπρόσωπο, εντολοδόχο και διαχειριστή όλων των περιουσιακών της στοιχείων στην Ελλάδα και του ανέθεσε τη διεύθυνση του εδώ γραφείου της και την πλήρη οικονομική διαχείριση αυτού με δικαίωμα δέσμευσης αυτής σε όλες τις πράξεις που περιγράφονται στο εν λόγω πρακτικό.
Συγκεκριμένα, τον εξουσιοδότησε να εισπράττει, αποσύρει και καταθέτει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό σε τραπεζικό ή άλλο λογαριασμό της εταιρείας, καθώς και να υπογράφει, οπισθογραφεί προεξοφλεί και διαπραγματεύεται επιταγές, ομόλογα και κάθε φύσεως διαπραγματεύσιμα έγγραφα, να δεσμεύει με μόνη την υπογραφή του την εταιρεία και γενικά να ενεργεί για την κάλυψη των αναγκών διαχειρίσεων των πλοίων που αυτή διαχειριζόταν.
Ο ενάγων από τον Ιούλιο του 1990 είχε αναλάβει και τη διαχείριση των δαπανών λειτουργίας της θαλαμηγού " ..." (πληρωμή μισθών του πληρώματος, των καυσίμων, των εξόδων ελλιμενισμού και των εξόδων συντήρησης και επισκευών) από συναλλαγματικό λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης εταιρείας, η οποία έχει του ίδιους μετόχους (μέλη της οικογένειας ΒΒ) με την πρώτη απ' αυτές.
Τα καθήκοντα αυτά ανατέθηκαν στον ενάγοντα με το από 23-7-1990 πληρεξούσιο των διευθυνουσών τη δεύτερη εναγομένη, με το οποίο παρεχόταν επίσης σ' αυτόν το δικαίωμα να αποδέχεται και να εκτελεί και υπογράφει, σφραγίζει και παραδίδει οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με την κυριότητα της θαλαμηγού και να διορίζει αντικαταστάτη ή αντικαταστάτες και να ανακαλεί αυτούς.
Εκτός από τα προαναφερόμενα καθήκοντα εκπροσώπησης των εναγομένων και διαχείρισης των περιουσιακών τους στοιχείων, ο ενάγων εντελώς περιστασιακά και συγκεκριμένα τρεις μόνο φορές (μια το 1992, μια το 1995 και μια το 1996) κυβέρνησε την ανωτέρω θαλαμηγό σε μικρής διάρκειας ταξίδια λόγω απουσίας ή απειρίας του πλοιάρχου.
Η συνεργασία των διαδίκων υπήρξε πολύ καλή με αποτέλεσμα ο ενάγων να αποκτήσει την εμπιστοσύνη των μετόχων των εναγομένων και ιδιαίτερα του ιδρυτή, βασικού μετόχου και προέδρου κατ' επανάληψη των Δ.Σ. τους ΒΒ. Μάλιστα ο τελευταίος εμπιστεύθηκε στον ενάγοντα και τους προσωπικούς του λογαριασμούς, τους οποίους διακινούσε ο ενάγων με επιταγές όψεως ύστερα βέβαια από συνεννόηση μαζί του.
Για την προπεριγραφόμενη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων ο ενάγων τηρούσε βιβλίο εσόδων- εξόδων και απέδιδε στις εναγόμενες λογαριασμό με αποστολή στα κεντρικά γραφεία της πρώτης στο ... εκκαθαριστικών καταστάσεων. Για τις ανωτέρω υπηρεσίες εκπροσώπησης και διαχείρισης που προσέφερε στις εναγόμενες, ο ενάγων λάμβανε αντιμισθία, που αρχικά είχε οριστεί στις 200.000 δραχμές, ενώ στη συνέχεια αναπροσαρμόσθηκε σταδιακά και το Νοέμβριο του 1997, οπότε λύθηκε η συνεργασία των διαδίκων, είχε ανέλθει στις 700.000 δραχμές.
Κατά την παροχή των υπηρεσιών αυτών, οι οποίες ουσιαστικά είχαν εργοδοτικό χαρακτήρα, ο ενάγων είχε απόλυτη ελευθερία δράσεως και δεν τελούσε υπό τη νομική ή προσωπική εξάρτηση των εναγομένων ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, ούτε είχε υποχρέωση να τηρεί και δεν τηρούσε ορισμένο ωράριο.
Έτσι, απουσίαζε από το γραφείο της πρώτης των εναγομένων στον ..., όποτε ήθελε, χωρίς να ενημερώνει τους εκπροσώπους των εναγομένων ή να ζητεί την άδεια τους, στο παραπάνω δε γραφείο την τρέχουσα εργασία διεκπεραίωναν η γραμματέας ΓΓ και ο συνταξιούχος πλοίαρχος ΔΔ, οι οποίοι εργάζονταν εκεί κατά πλήρες ωράριο υπό τις εντολές και την καθοδήγησή του.
Εξάλλου, οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εναγομένων οι οποίοι κατά το μεγαλύτερο μέρος του έτους διέμεναν στο εξωτερικό, απέβλεπαν κυρίως στην καλή από τον ενάγοντα εκτέλεση της εντολής που του είχαν αναθέσει και τη χρηστή απ' αυτόν διαχείριση των περιουσιακών τους στοιχείων, χωρίς να τους ενδιαφέρει ο χρόνος και ο τρόπος παροχής των υπηρεσιών του και χωρίς να δίνουν σ' αυτόν κάθε φορά εντολές και οδηγίες για τον τρόπο ασκήσεως των καθηκόντων του.
Το τελευταίο τούτο ήταν άλλωστε αντικειμενικά ανέφικτο και πάντως ιδιαίτερα δυσχερές ενόψει του ότι , όπως προαναφέρθηκε, κατά το μεγαλύτερο μέρος του έτους αυτοί διέμεναν στο εξωτερικό. Η έλλειψη δε εποπτείας και ελέγχου του ενάγοντος από την πλευρά των εναγομένων επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο ενάγων πολλές φορές απέδιδε λογαριασμό και διαβίβαζε τους λογαριασμούς των πλοίων και του γραφείου στην πρώτη εναγομένη με καθυστέρηση πολλών μηνών.
Ενόψει των όσων αναφέρθηκαν γίνεται φανερό ότι οι μεταξύ του ενάγοντος και των εναγομένων συμβάσεις είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Η κρίση αυτή ενισχύεται άλλωστε και από τα ακόλουθα περιστατικά: 1)Ο ενάγων κατά το επίδικο διάστημα ήταν ασφαλισμένος κατά κυρία ασφάλιση όχι στο ΙΚΑ αλλά στο Τ.Α.Ν.Π.Υ., στο οποίο ασφαλίζονται οι αντιπρόσωποι ή εκπρόσωποι ή διαχειριστές ή πράκτορες ναυτιλιακών επιχειρήσεως, οι οποίες έχουν ιδρύσει γραφεία στην Ελλάδα βάσει των α.ν. 89/1969 και 378/1968, διότι αυτοί, όπως συνέβαινε και εδώ με τον ενάγοντα, διατηρούν κατά κανόνα την ανεξαρτησία τους, καθώς και πρωτοβουλία κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και δεν παρέχουν συνεπώς εξαρτημένη εργασία, σε αντίθεση με τους λοιπούς εργαζομένους στις υπόψη επιχειρήσεις, οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία και υπάγονται στην επικουρική ασφάλιση του ΤΑΝΠΥ, εφόσον είναι ασφαλισμένοι κατά κύρια ασφάλιση στο ΙΚΑ ή σε άλλον οργανισμό κυρίας ασφάλισης. 2) Στους πίνακες προσωπικού του γραφείου της πρώτης των εναγομένων, τους οποίους υπέγραφε και υπέβαλε ο ενάγων κάθε εξάμηνο ως εκπρόσωπός της στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 4 ν.δ. 515/1970, δεν περιλάμβανε τον εαυτό του αλλά μόνο τους εργαζομένους πράγματι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. 3)Κατά το χρονικό διάστημα των εννέα περίπου ετών (1989-1997) που ο ενάγων προσέφερε τις πιο πάνω υπηρεσίες ουδέποτε προέβαλε κατά των εναγομένων εργατικές αξιώσεις ή εξέφρασε κάποια διαμαρτυρία για καθυστέρηση αποδοχών, ο αντίθετος δε ισχυρισμός του από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται με πειστικότητα. 4) Στις 5-11-1997 ο ενάγων, επειδή στο μεταξύ διαπιστώθηκε ότι υπεξαιρούσε χρήματα της διαχειρίσεως που του είχαν αναθέσει οι εναγόμενες , αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή του από τη θέση του, δηλώνοντας ρητά ότι δεν έχει κατά της πρώτης εναγομένης καμιά αξίωση για την απώλεια της θέσης του ή από οιαδήποτε άλλη αιτία.
Σημειώνεται ότι πρωτοδίκως ο ενάγων είχε προβάλει ένσταση πλαστότητας της παραπάνω δήλωσης παραίτησης, ενώ στη συνέχεια υπέβαλε και σχετική έγκληση κατά των εκπροσώπων της δεύτερης εναγομένης. Ύστερα όμως από τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης διαπιστώθηκε ότι είχε πράγματι υποβάλει αυτός την παραίτησή του με την παραπάνω δήλωση και έτσι εκδόθηκε σχετικό απαλλακτικό βούλευμα, το οποίο έχει ήδη καταστεί αμετάκλητο.
Πρέπει, ακόμη, να τονιστεί αναφορικά με την εν γένει συμπεριφορά του ενάγοντος και την αντιδικία του με τις εναγόμενες ότι: α) Από τον έλεγχο που ενήργησαν οι ορκωτοί λογιστές μετά την παραίτησή του για τη διαχείρισή του από 1-1-1995 και εφεξής προέκυψε ότι είχε υπεξαιρέσει με διάφορους τρόπους συνολικά 198.502 δολάρια ΗΠΑ, πράξη για την οποία, ύστερα από την από 20-1-1989 έγκληση της πρώτης των εναγομένων, παραπέμφθηκε σε δίκη και καταδικάσθηκε ήδη σε κάθειρξη με την 43/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς.
β) Για πρώτη φορά άρχισε να προβάλλει κατά των εναγομένων εργατικές αξιώσεις με προσφυγή στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας το Φεβρουάριο του 1998, δηλαδή τρεις και πλέον μήνες από την παραίτησή του και αφού στο μεταξύ είχε περατωθεί ο διαχειριστικός έλεγχος, η πρώτη δε εναγομένη τον είχε καλέσει να επιστρέψει τα υπεξαιρεθέντα και είχε υποβάλει εναντίον του την προαναφερόμενη έγκληση.
γ) Με την 638/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών υποχρεώθηκε να καταβάλει στην πρώτη εναγομένη το ποσό που υπεξαίρεσε και απαγγέλθηκε εναντίον του και προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της απόφασης. δ) Ύστερα από εγκλήσεις των εναγομένων καταδικάστηκε αμετάκλητα και μάλιστα κατ' επανάληψη για πλαστογραφία διαφόρων ιδιωτικών και δημόσιων εγγράφων, ένα από τα οποία (σημείωμα που αφορούσε το ύψος της αντιμισθίας του) επικαλέστηκε και προσκόμισε προς θεμελίωση των επίδικων εδώ αξιώσεών του.
Εξάλλου, οι προαναφερόμενες παραδοχές αναφορικά με το χαρακτήρα των συμβάσεων που είχαν συνάψει οι διάδικοι δεν αναιρούνται ούτε κλονίζονται από το γεγονός και μόνο ότι ο ενάγων ως αντάλλαγμα της παροχής των υπηρεσιών του ελάμβανε από τις εναγόμενες πάγια αντιμισθία (συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων εορτών και αδείας) ή από το γεγονός ότι στις μηνιαίες καταστάσεις μισθών προσωπικού και λοιπών εξόδων του γραφείου της πρώτης εναγομένης , τις οποίες αυτός (ενάγων) συνέτασσε και υπέβαλλε στην τελευταία, περιλάμβανε στα μέλη του προσωπικού του γραφείου και τον εαυτό του.
Και τούτο διότι, εφόσον δεν συντρέχει εδώ το στοιχείο της εξάρτησης, το οποίο διακρίνει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από εκείνη των ανεξάρτητων υπηρεσιών, μόνο η καταβολή της αντιμισθίας και η καταχώριση στις καταστάσεις προσωπικού δεν προσδίδει στη σύμβαση το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου μάλιστα ότι η αντιμισθία καταβάλλεται και στη σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών.
Με τα δεδομένα αυτά, αφού οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δεν έχουν εδώ εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και, συνεπώς, οι κρινόμενες αγωγές κατά την κυρία τους βάση είναι απορριπτέες ως αβάσιμες στην ουσία". Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατ' ουσία, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την είχαν απορριφθεί οι ένδικες από 29-4-1998 και 24-6-1998 αγωγές του αναιρεσείοντος, με τις οποίες αυτός είχε ζητήσει να αναγνωριστεί ότι οι αναιρεσίβλητες του οφείλουν δεδουλευμένους μισθούς, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας.
Κρίνοντας, όπως παραπάνω, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο, επί του οποίου να θεμελιώνεται η αξίωση του αναιρεσείοντος για τις παραπάνω αποδοχές του με βάση τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, το γεγονός ότι στις μηνιαίες καταστάσεις μισθών προσωπικού και λοιπών εξόδων του γραφείου της πρώτης αναιρεσίβλητης, τις οποίες αυτός (αναιρεσείων) συνέτασσε και υπέβαλλε στην τελευταία, περιλάμβανε στα μέλη του προσωπικού του γραφείου και τον εαυτό του.
Η παραδοχή, όμως, αυτή έρχεται σε αντίφαση με την αμέσως προηγούμενη παραδοχή ότι η κρίση για το χαρακτήρα των εν λόγω συμβάσεων του αναιρεσείοντος ως συμβάσεων ανεξάρτητων υπηρεσιών δεν κλονίζονται από το γεγονός και μόνο ότι ο αναιρεσείων ως αντάλλαγμα της παροχής των υπηρεσιών του ελάμβανε από τις εναγόμενες πάγια αντιμισθία (συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων εορτών και αδείας).
Και τούτο διότι, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, οι αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας και εορτών προϋποθέτουν ύπαρξη σχέσης εργασίας και όχι σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, δεν διευκρινίζεται δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί ο προσφέρων ανεξάρτητες υπηρεσίες μπορεί, αντίθετα μάλιστα με το νόμο (διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 1082/1980, 1 της Α.Υ.Οικ.
και Εργ. 19040/1981 και 3 § 16 του Ν. 4504/1966, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 1 § 1 και 2 του Α.Ν.539/1945, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του δια του άρθρου 1 του Ν. 1346/1983) να λαμβάνει τις ως άνω αποδοχές. Επομένως, κατά τους σχετικούς βάσιμους περί τούτου δεύτερο λόγο αναιρέσεως καθώς και πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων της αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 792/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ