Legislator Case Law & Legislation
654/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of admissible grounds under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Case Number 654/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the First Instance Court's final judgment on property ownership. The appellant argued the lower court erred in applying substantive law regarding acquisitive prescription, but the Court found these arguments inadmissible as they did not cite specific grounds under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it relies on grounds not properly formulated under Article 559, particularly when challenging the substantive law assessment which remains within the exclusive jurisdiction of the court of first instance.

Keywords

AI generated
appeal admissibility Article 559 grounds substantive law assessment property ownership acquisitive prescription legal costs code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 495 paragraph 1 and 4 of the Code of Civil Procedure
Article 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 571 and 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 654 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 654/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Β. του Γ. και της Κ., κατοίκου Τ.Κ. Σ. της Δ.Ε. Α. του Δήμου Ή., της Π.Ε. Η., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Αλεξ. Κβάσνιουκ, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Β. του Γ. και της Κ., κατοίκου Τ.Κ. Σ. της Δ.Ε. Α. του Δήμου Ή., της Π.Ε. Η., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Α.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 518/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-3-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 18.03.2022 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 518/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 54/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Α., με την οποία είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) Κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Επί πλέον σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).

Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1275/2018, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).

Και στις περιπτώσεις όμως για τις οποίες δικαιολογείται εξαίρεση για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπως είναι όταν το σφάλμα αφορά στη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής, οι ισχυρισμοί δε που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1290/2022, ΑΠ 579/2022, ΑΠ 248/2021, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1626/2018 Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1780/2022, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 4640/2019, η ισχύς του οποίου άρχισε από 30.11.2019, όπως τα δύο τελευταία εδάφια αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 65 του ν. 4647/16.12.2019, πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής, σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής των άρθρων 6 και 7 του παρόντος.

Το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής, που τυχόν ασκηθεί ή με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτησή της, επί ποινή απαραδέκτου της αγωγής. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για τις αγωγές που έχουν κατατεθεί από 30.11.2019 μέχρι σήμερα (δηλ.

μέχρι την 16.12.2019, ημέρα δημοσίευσης του ν. 4647/2019)., Τέλος κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 4640/2019 στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης υπάγονται μεταξύ άλλων και οι αστικές διαφορές, που δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου εφόσον η αξία της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ καθώς και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά την εκτίμησή του εκ του περιεχομένου του, καθόσον στο αναιρετήριο δεν γίνεται μνεία του αριθμού του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559, για τον οποίο ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση ο εναγόμενος - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων πλήττει αυτήν (προσβαλλομένη) για παραβίαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχθηκε την αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη.

Ειδικότερα, αιτιάται με τον λόγο αυτό ο αναιρεσείων ότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε με την αγωγή του ότι η αξία του επίδικου τμήματος ακινήτου του οποίου ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητας ανέρχεται σε 50.000 ευρώ, το Εφετείο, κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων του ν. 4640/2019 με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, παρότι δεν είχε προηγηθεί, ως έδει, για το παραδεκτό αυτής, η προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές διαδικασία της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίασης διαμεσολάβησης και ενημέρωσης για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι στην προκείμενη περίπτωση προσβάλλεται απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός περί απαραδέκτου της αγωγής, προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ και από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) της εφέσεως του εναγομένου ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός περί απαραδέκτου της αγωγής.

Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός (πρώτος) αναίρεσης είναι και αβάσιμος, ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι για το παραδεκτό της αγωγής έπρεπε να προηγηθεί η ως άνω προβλεπόμενη από το ν. 4640/2019 διαδικασία διαμεσολάβησης. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν, οι διατάξεις του ν. 4640/2019, που προβλέπουν την διαδικασία διαμεσολάβησης, η οποία πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να προηγηθεί της προσφυγής στο δικαστήριο, ισχύουν για τις αγωγές που κατατέθηκαν από 30.11.2019 και μετέπειτα, και συνεπώς αυτές δεν έχουν εφαρμογή επί της προκειμένης αγωγής του αναιρεσίβλητου, εφόσον αυτή, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της, κατατέθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2018 ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω διατάξεων και επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα - εναγόμενο στις 4.12.2018.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011).

Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε το πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 214/2021, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 948/2019, ΑΠ 268/2018).

Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 2105/2022, ΑΠ1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1.../2019).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 518/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, έγιναν δεκτά με αυτήν ανελέγκτως τα εξής: "... Οι διάδικοι, που είναι αδέλφια, κληρονόμησαν ως μόνοι κατιόντες τον πατέρα τους Γ.

Β., ο οποίος αποβίωσε στο Σ. Η. στις 19.5.1978, χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας ως μόνους εξ αδιαθέτου συγγενείς τους ιδίους και τη μητέρα τους και σύζυγο του, Κ. Β.. Σ' αυτούς περιήλθε, μεταξύ άλλων, κατά ποσοστό 3/8 σε έκαστο των διαδίκων και 2/8 στην ως άνω μητέρα τους, ένας αγρός, έκτασης 28 στρεμμάτων περίπου, μετά της εντός αυτού ισόγειας οικίας, κείμενος στη θέση "Π.

ή Π. ή Λ." Τ.Κ. Σ. Α. Η.... Την εν λόγω κληρονομιά οι διάδικοι αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. .../9-5-1979 πράξη αποδοχής του συμ/φου Α. Π. Παναγιώτου Τσάγκα, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, καθιστάμενοι έτσι συγκύριοι του ως άνω αγρού κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, μαζί με τη μητέρα τους. Ακολούθως, η τελευταία, το περιελθόν σε αυτή ιδανικό μερίδιο, των 2/8 εξ αδιαιρέτου παραχώρησε στους διαδίκους λόγω γονικής παροχής, κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα....

καθισταμένων έτσι αυτών συγκυρίων του αγρού σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το έτος 1991 οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά μεταξύ τους να διανείμουν τμήμα του ως άνω αγρού,έκτασης 3.453,04 τ.μ., σε δύο τμήματα και ο καθένας τους να λάβει από ένα τμήμα, ασκώντας επ' αυτού αποκλειστικά πράξεις νομής.

Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι αυτοί διένειμαν το τμήμα, εμβαδού 3.453,04 τ.μ., που εμφαίνεται περιμετρικά με τα στοιχεία ... στο από Ιουνίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χρήστου Γεωργακόπουλου, το οποίο συνορεύει δυτικά εν μέρει με δημοτική οδό και εν μέρει με ιδιοκτησία Δ. Τ. του Π., βόρεια με ιδιοκτησία Ι.

Ν. Κ. Θ., νότια με ιδιοκτησία Δ. Τ. του Π. και ανατολικά με λοιπό τμήμα του μείζονος ακινήτου συνιδιοκτησίας των διαδίκων. Κατόπιν της άτυπης αυτής διανομής, ο ενάγων απέκτησε εξ ολοκλήρου τη νομή επί του νοτίου τμήματος της ανωτέρω εδαφικής έκτασης, εμβαδού 1.546,03 τ.μ., μετά της εντός αυτού ισόγειας οικίας, που εμφαίνεται περιμετρικά στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία ...

και συνορεύει ανατολικά με κοινή ιδιοκτησία των διαδίκων, δυτικά εν μέρει με δημοτική οδό και εν μέρει με ιδιοκτησία Δ. Τ. του Π., βόρεια με τμήμα που συμφωνήθηκε, στο πλαίσιο της άτυπης διανομής, να βρίσκεται στην αποκλειστική νομή του εναγομένου, όπως εκτίθεται κατωτέρω και νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Δ.

Τ. του Π. και εν μέρει με κοινή ιδιοκτησία των διαδίκων. Αντίστοιχα δε ο εναγόμενος απέκτησε εξ ολοκλήρου τη νομή επί του βόρειου τμήματος της εδαφικής έκτασης, εμβαδού 1.907,01 τ.μ. Στην τελευταία αυτή έκταση περιλαμβάνεται τμήμα 740 τ.μ., στο οποίο ο εναγόμενος έχει ανεγείρει ισόγεια οικία, εμβαδού 152,2 τ.μ., κατόπιν της .../24-3-1989 άδειας οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Α., αφού προηγουμένως ο ενάγων μεταβίβασε σε αυτόν λόγω δωρεάς το δικαίωμα συγκυριότητάς του, ποσοστού 1/4 εξ αδιαιρέτου, επ' αυτού (του τμήματος), με το υπ' αριθμ. .../....1989 συμβόλαιο δωρεάς της ως άνω συμ/φου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα.

Κατόπιν τούτου ο εναγόμενος απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα του εν λόγω τμήματος των 740 τ.μ., πλην όμως, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, έχει επεκτείνει την οικία που ανέγειρε σε έκταση μείζονα των 740 τ.μ. Το γεγονός αυτό άγει στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος, προκειμένου να ολοκληρώσει την κατασκευή της οικίας του εντός μεγαλύτερης έκτασης από την αρχικά παραχωρηθείσα σ' αυτόν, ευλόγως ήλθε σε συμφωνία με τον ενάγοντα, προκειμένου να διανείμουν τη λοιπή εδαφική έκταση, συνιδιοκτησίας τους, έτσι ώστε έκαστος εξ αυτών να λάβει τέτοιο τμήμα, δυνάμενο να αξιοποιηθεί σύμφωνα με τη θέλησή τους.

Αποτέλεσμα δε της συμφωνίας αυτής ήταν η άτυπη διανομή της ως άνω έκτασης των 3.453,04 τ.μ., κατά τα προαναφερθέντα. Η κρίση αυτή άλλωστε επιρρωνύεται από το γεγονός ότι ο εναγόμενος εκδηλώνοντας και εμπράκτως τη βούληση παραίτησής του από τη νομή του εδαφικού τμήματος, που περιήλθε στην αποκλειστική νομή του ενάγοντος, κατασκεύασε διαχωριστικό μαντρότοιχο μεταξύ των δύο τμημάτων αυτών, όπως τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόμενες εκ μέρους του ενάγοντος φωτογραφίες.

Επιπλέον, αφού ολοκλήρωσε την κατασκευή της οικίας του, στο τμήμα που περιήλθε σ' αυτόν, αποξήλωσε το ρολόι της ΔΕΗ από την παλιά ισόγεια οικία που βρίσκεται στο τμήμα που περιήλθε στον ενάγοντα, το οποίο (ρολόι) ήταν στο όνομά του και το τοποθέτησε στη δική του οικία, όπως τούτο προκύπτει, ομοίως, από τις προσκομιζόμενες εκ μέρους του ενάγοντος φωτογραφίες.

Αποδεικνύεται, βέβαια, ότι η οικία του εναγομένου ολοκληρώθηκε περί το έτος 2007 και μέχρι τότε αυτός και η σύζυγος του διέμεναν στην παλιά οικία που περιήλθε στον ενάγοντα. Ωστόσο, τούτο συνέβη μόνο προς διευκόλυνσή του, μέχρι να αποπερατωθεί η οικία του, ενόψει των καλών σχέσεων των διαδίκων, που ήταν εμφανείς μέχρι τότε.

Πράγματι, τουλάχιστον από την μεριά του ενάγοντος προκύπτει η θετική διάθεση του και προσφορά του προς τον αδελφό του, που εκδηλώθηκε, μεταξύ άλλων, με την μεταβίβαση σ' αυτόν λόγω δωρεάς του ως άνω τμήματος των 740 τ.μ., με την παραχώρηση σ' αυτόν προς χρήση της παλιάς οικίας μέχρι την αποπεράτωση της οικίας του, αλλά και με την απασχόληση του υιού του, Γ..

Β., ως οδηγού υπεραστικού λεωφορείου, ενταγμένου στην ΚΤΕΛ Ν. Η. Α.Ε., συνιδιοκτησίας της γυναίκας του (του ενάγοντος), Α. Β., για χρονική περίοδο δέκα περίπου ετών. Καμία πράξη νομής εκ μέρους του εναγομένου επί του τμήματος που περιήλθε με την ως άνω συμφωνία διανομής στον ενάγοντα, για όσο χρόνο αυτός χρησιμοποιούσε την παλιά οικία μέχρι την αποπεράτωση της καινούργιας, δεν αποδεικνύεται.

Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα αυτός δεν έκανε καμία συντήρηση στην παλιά οικία, η οποία ήταν ημιτελής... Ειδικότερα, η κατάσταση αυτής, όπως εμφαίνεται στις εν λόγω φωτογραφίες και περιγράφεται στην ένορκη βεβαίωση του Π. Ν. καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος που χρησιμοποιούσε αυτήν, είχε αποξενωθεί από οποιοδήποτε δικαίωμα κυριότητας επ' αυτής.

Συγκεκριμένα, τα χρόνια που αυτός χρησιμοποιούσε την οικία δεν είχαν φτιαχτεί το μπάνιο, τα δάπεδα, τα υδραυλικά, ούτε βαψίματα, ούτε κάποια σοβατίσματα. Το γεγονός, άλλωστε, ότι όταν αποπερατώθηκε η οικία του αυτός αποξήλωσε, όπως προαναφέρθηκε, το ρολόι της ΔΕΗ από την παλιά οικία για να το μεταφέρει στην καινούργια, καταδεικνύει σαφώς ότι η παραμονή του στην παλιά οικία ήταν καθαρά για διευκόλυνσή του.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι από το έτος 1991, μετά την ως άνω συμφωνία διανομής μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων εγκαταστάθηκε στη νομή του εδαφικού τμήματος έκτασης 1.546,03 τ.μ. επί του οποίου ασκεί και μέχρι σήμερα διακατοχικές πράξεις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου. Συγκεκριμένα, κατασκεύασε σ' αυτό αποθήκη και καλλιεργεί τον περιβάλλοντα χώρο της οικίας με διάφορα καλλωπιστικά φυτά και λοιπά οπωροφόρα δέντρα.

Πρέπει, άλλωστε, να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος κατασκεύασε αποθήκη στο περιελθόν σ' αυτόν, με την ως αν συμφωνία τμήμα. Αναφορικά δε με την παλιά οικία, ο ενάγων, αφότου ο εναγόμενος αδελφός του αποπεράτωσε την οικία του και αποχώρησε από αυτήν, προέβη σε εργασίες συντήρησης επ' αυτής, όπως επισκευή της πλάκας γιατί είχε διαβρωθεί, τοποθέτηση νιπτήρα και λεκάνης στο μπάνιο, τοποθέτηση νεροχύτη στην κουζίνα, γιατί είχε αποξηλωθεί, τοποθέτηση δαπέδων, σοβατίσματα, διορθώσεις στα ηλεκτρολογικά κλπ.

Συμπληρωθείσας δε εικοσαετίας του ενάγοντος στη νομή της προαναφερθείσας εδαφικής έκτασης, ο τελευταίος έχει καταστεί αποκλειστικός κύριος αυτής ήδη από το έτος 2011. Εντούτοις, ο εναγόμενος δια της από ...-2016 εξώδικης δήλωσής του, η οποία κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 18-7-2016 αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητας του τελευταίου επί του ανωτέρω εδαφικού τμήματος, διατρανώνοντας ότι αμφότεροι τυγχάνουν συγκύριοι αυτού.

Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος είναι κύριος της ως άνω έκτασης των 1.546,03 τ.μ., μετά της υπάρχουσας σε αυτό ισόγειας οικίας εμβαδού 112,31 τ.μ. και τον αναγνώρισε κύριο αυτής, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολο της..." Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο:

α) ότι οι διάδικοι (συγ)κύριοι κατά το 14 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός αγρού, έκτασης 28 στρεμμάτων περίπου, μετά της εντός αυτού ισόγειας οικίας, κειμένου στη θέση "Π. ή Π. ή Λ." Τ. Κ. Σ. Α. Η., το έτος 1991 διένειμαν μεταξύ τους τμήμα του ως άνω αγρού,έκτασης 3.453,04 τ.μ., σε δύο τμήματα και κατόπιν της άτυπης αυτής διανομής, ο ενάγων - αναιρεσίβλητος απέκτησε εξ ολοκλήρου τη νομή επί του νοτίου τμήματος της ανωτέρω εδαφικής έκτασης, εμβαδού 1.546,03 τ.μ., μετά της εντός αυτού ισόγειας οικίας, ο δε ο εναγόμενος - αναιρεσείων απέκτησε εξ ολοκλήρου τη νομή επί του βόρειου τμήματος της εδαφικής έκτασης, εμβαδού 1.907,01 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται τμήμα 740 τ.μ., στο οποίο αυτός έχει ανεγείρει ισόγεια οικία, εμβαδού 152,2 τ.μ., αφού προηγουμένως ο αναιρεσίβλητος μεταβίβασε σε αυτόν λόγω δωρεάς το δικαίωμα (συγ)κυριότητάς του, ποσοστού % εξ αδιαιρέτου, επί του τμήματος αυτού με το νόμιμα μεταγραμμένο .../....1989 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Γ.

Ελένης Παπαδάτου - Τσαούση, β) ότι μετά την άτυπη διανομή του ως άνω τμήματος του μείζονος ακινήτου ο αναιρεσείων-εναγόμενος προέβη σε ενέργειες οι οποίες υποδήλωναν εμπράκτως τη βούληση παραίτησής του από τη νομή του εδαφικού τμήματος, που περιήλθε στην αποκλειστική νομή του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος αδελφού του, ήτοι κατασκεύασε διαχωριστικό μαντρότοιχο μεταξύ των δύο τμημάτων αυτών, κατασκεύασε αποθήκη στο εδαφικό τμήμα που περιήλθε σε αυτόν και αφού ολοκλήρωσε την κατασκευή της οικίας του, αποξήλωσε το ρολόι της ΔΕΗ από την παλιά ισόγεια οικία που βρίσκεται στο τμήμα που περιήλθε στον αναιρεσίβλητο, το οποίο ήταν στο όνομά του και το τοποθέτησε στη δική του οικία, γ) ότι ο αναιρεσείων ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής με διάνοια (συγ)κυρίου επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, των 1.546,03 τ.μ.

που περιήλθε στη νομή του αδελφού του μετά την ως άνω άτυπη διανομή, ούτε επί της εντός αυτού παλαιάς ημιτελούς οικίας, επί της οποίας διέμενε μεν μετά της συζύγου του μέχρι το έτος 2007, οπότε ολοκληρώθηκε η κατασκευή της καινούργιας οικίας αυτού, κατά παραχώρηση όμως της χρήσης από τον αναιρεσίβλητο, ενώ άλλωστε ο ίδιος (αναιρεσείων) δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια συντήρησής της καθόλο το χρονικό διάστημα που διέμενε σε αυτήν, δ) ότι αντιθέτως ο αναιρεσίβλητος μετά την ως άνω άτυπη διανομή ασκούσε στο επίδικο εδαφικό τμήμα όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, κατασκευάζοντας σ' αυτό αποθήκη και καλλιεργώντας τον περιβάλλοντα χώρο της παλαιάς οικίας με διάφορα καλλωπιστικά φυτά και λοιπά οπωροφόρα δέντρα, αφότου δε ο αναιρεσείων αποπεράτωσε την οικία του και αποχώρησε από την ευρισκόμενη εντός του επίδικου εδαφικού τμήματος παλαιά οικία, προέβη σε εκτεταμένες εργασίες συντήρησης επί αυτής, ε) ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επίδικου εδαφικού τμήματος, εκτάσεως 1.546,03 τ.μ., με την υπάρχουσα εντός αυτού παλιά ισόγεια οικία με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ευρισκόμενος στην νομή του και ασκώντας επί αυτού τις ως άνω διακατοχικές πράξεις νομής για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, η οποία συμπληρώθηκε ήδη από το έτος 2011, ο αναιρεσείων όμως αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητας αυτού επί του ανωτέρω εδαφικού τμήματος, υποστηρίζοντας ότι αμφότεροι τυγχάνουν (συγ)κύριοι τούτου.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Πατρών, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εφόσον με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι ο ενάγων κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι ασκώντας επί αυτού, το οποίο περιήλθε στον ίδιο μετά από άτυπη διανομή μεταξύ αυτού και του εναγομένου αδελφού του, συγκεκριμένες πράξεις νομής επί χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία.

Επίσης ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994 και 1113 ΑΚ, περί κοινωνίας, άσκησης της νομής μέσω αντιπροσώπου, απώλεια της νομής, αντιποίηση της νομής, (συγ)κυριότητας, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1051 του ίδιου Κώδικα περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας και προσαύξησης εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή με τον χρόνο της επί αυτού νομής του δικαιοπαρόχου του, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, εφόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνο ελέγχονται οι αναιρετικοί λόγοι, το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στη (συγ)κυριότητα των διαδίκων, ώστε να θεωρηθεί ότι ο ενάγων νεμόταν αυτό και επ' ονόματι του εναγομένου και να μην έχει τη δυνατότητα να αντιτάξει κατ' αυτού κτήση του ακινήτου με χρησικτησία πριν του καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του να το νέμεται αποκλειστικά για λογαριασμό του, ούτε ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, αλλά ότι ο ενάγων μετά την ως άνω άτυπη διανομή μεταξύ των διαδίκων κατέστη αποκλειστικός κύριος του επίδικου εδαφικού τμήματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας τη νομή επί αυτού ο ίδιος, χωρίς προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον εικοσαετίας.

Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και στέρηση νόμιμης βάσης, κατά την εκτίμηση των λόγων αυτών, καθόσον ο αναιρεσείων δεν ποιεί μνεία των αριθμών των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559, για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά αναφέρεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και επιγραμματικά στην ύπαρξη μη επαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στο σκεπτικό αυτής, είναι αβάσιμος. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, είναι απαράδεκτοι και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 18.3.2022 αίτηση του Δ. Β. του Γ. για αναίρεση της 518/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.03.2022 αίτηση του Δ. Β. του Γ. για αναίρεση της 518/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ