Supreme Court allows appeal in labor dispute over wrongful dismissal based on false testimony and breach of good faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final labor court decision regarding the dismissal of an employee. The employer argued that the dismissal was justified by the employee's false testimony damaging the company's reputation, while the employee contended the dismissal was arbitrary and violated good faith principles. The court found the employer's reasoning insufficient because it failed to adequately explain why the false testimony constituted a serious breach of trust warranting termination, thus overturning the lower court's judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669 para. 2 of the Civil Code, Article 1 of Law 2112/1920, and Articles 1 and 5 of Law 3198/1955; Termination of an indefinite-term employment contract is a unilateral and unfettered act, but its exercise must not exceed the limits of good faith, and a dismissal based on false allegations requires a reasoned assessment of the breach of trust.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 654 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 654/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη, Γεώργιο Δημάκη και Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και 2) Π. Ξ. του Α., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, αμφότεροι οι ανωτέρω παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Τεντζεράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Γκλεγκλέ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1544/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και προσθέτων λόγων αυτής, η 3891/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-10-2017 αίτησή τους και τους από 31-1-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 8-6-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 3891/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (εργατικές διαφορές), με την οποία έγινε δεκτή κατ` ουσία η από 10-9-2015 έφεση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, κατά της 1544/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (με την οποία είχε απορριφθεί η από 13-12-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης ) και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566 §1, 569 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτoί (άρθρ. 577 § 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει.
Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.
Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως.
Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 769/2016).
Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεσθεί ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη, γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι αντένσταση, η οποία μπορεί καθ' υποφορά να προβληθεί με την αγωγή.
Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του (ΑΠ 460/2013, 1694/2012).
Αν, όμως, ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας (ΚΠολΔ 70), τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δημιουργούν την ακυρότητα και αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής του, που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα (για αναγνώριση της ακυρότητας), χωρίς να είναι δυνατή μεταγενέστερη συμπλήρωση ή βελτίωση του ισχυρισμού περί ακυρότητας της καταγγελίας με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, διότι έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, η βάση της αγωγής (ΑΠ 460/2013, ΑΠ 309/2011).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2014).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Από την παραδεκτή επισκόπιση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:Με την από 13-12-2010 αγωγή της, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι την 1-10-1990 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία από την 1-1-1991 κατέστη αορίστου χρόνου, από την εταιρεία με την επωνυμία "...", προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως γραμματέας στη Γενική Διεύθυνση αυτής, ενώ από 1-1 - 1996 μετατέθηκε στην πρώτη εναγόμενη μητρική ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε. Ηλεκτροτεχνικών Έργων και Προϊόντων", οπότε και ανέλαβε καθήκοντα γραμματέως του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής. Ότι παρείχε την εργασία της στην πρώτη εναγομένη με την προαναφερθείσα ιδιότητά της, σύμφωνα με τους αναφερόμενους στην αγωγή όρους και συνθήκες, μέχρι την 11-10-2010, οπότε η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της, καταβάλλοντας σ' αυτή τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως.
Ότι η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική, διότι έγινε από λόγους εκδικήσεως προς το πρόσωπό της, λόγω προηγηθείσας μη αρεστής στην πρώτη εναγομένη ενέργειάς της, άλλως διότι παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η πρώτη εναγομένη μπορούσε να λάβει ηπιότερα της απολύσεως μέτρα, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή.
Ότι, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, η πρώτη εναγόμενη κατέστη υπερήμερη στην αποδοχή των υπηρεσιών της και την καταβολή των αποδοχών της, ενώ τέλος η ανωτέρω συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της πρώτης εναγομένης να καταγγείλουν τη σύμβαση εργασίας της ήταν ιδιαίτερα μειωτική για το πρόσωπό της, μ' αποτέλεσμα να θιγεί η αξιοπιστία της ως ατόμου και ως εργαζομένης, να προσβληθεί η προσωπικότητά της και να υποστεί ηθική βλάβη.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σ' αναγνωριστικό: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της, με την καταδίκη του δεύτερου εναγομένου, νομίμου εκπροσώπου της, σε χρηματική ποινή ποσού 1000 ευρώ για κάθε ημέρα μη αποδοχής των υπηρεσιών της και σε προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους, β) να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 132.535.78 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 11-10-2010 μέχρι 11-10-2012, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, όπως ειδικότερα περιορίσθηκε το εν λόγω περί τοκοδοσίας αίτημα με δήλωση της ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καταχωρισθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, που επαναλήφθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και γ) να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 3.000.000 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 10-9- 2015 έφεσή της καθώς και τους από 8-11-2016 από 8-12-2016 πρόσθετους λόγους έφεσης. Επ' αυτών, εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης έγιναν δεκτοί, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη με αριθμό 1544/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εργατικές διαφορές), περαιτέρω δε έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 11.10.2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από την πρώτη εναγομένη, υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας με τους ίδιους όπως και πριν την καταγγελία όρους, καταδικάστηκε ο δεύτερος εναγόμενος σε χρηματική ποινή ποσού 300,00 € για κάθε ημέρα μη αποδοχής των υπηρεσιών της ενάγουσας και σε προσωπική κράτηση δύο (2) μηνών και αναγνωρίστηκε ότι η πρώτη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των €137.535,76 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
5. Ειδικότερα στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Η ενάγουσα προσλήφθηκε την 1-10-1990 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, τρίμηνης διάρκειας, δηλαδή μέχρι την 31-12-1990, η οποία μετά τη λήξη της κατέστη αορίστου χρόνου από 1-1-1991, από την εταιρεία με την επωνυμία "... ...", προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως γραμματέας στη Γενική Διεύθυνση της εν λόγω εταιρείας.
Στη συνέχεια η ενάγουσα προσλήφθηκε την 1-10-1996 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε. Ηλεκτροτεχνικών Έργων και Προϊόντων", με πλήρη αναγνώριση του χρόνου υπηρεσίας της από 1-10-1990 μέχρι 30-9-1996 στην εταιρεία με την επωνυμία "... ...", προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως γραμματέας του Γενικού Διευθυντή της πρώτης εναγομένης, με τη δυνατότητα όμως της εν λόγω εναγομένης εργοδοτρίας της, όπως ρητά αναγράφεται στην ως άνω από 1-10-1996 σύμβαση, να μεταβάλει τη θέση, τον τόπο και το είδος της εργασίας της ενάγουσας.
Έτσι η τελευταία σ' εκτέλεση της ως άνω συμβάσεώς της παρείχε από 1-10-1996 υπηρεσίες γραμματέως του Διευθύνοντος Συμβούλου της πρώτης εναγομένης, Μ. Χ., μέχρι την 15-12-2007, οπότε αυτός παραιτήθηκε από την εν λόγω θέση και αποχώρησε από την Ελλάδα. Μετά την προαναφερθείσα παραίτηση του Μ. Χ. από τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου της πρώτης εναγομένης ανέλαβε στη θέση του ως υπηρεσιακός Διευθύνων Σύμβουλος ο Ρ.
Φ., Οικονομικός μέχρι τότε Διευθυντής της πρώτης εναγομένης. Ο ως άνω Διευθύνων Σύμβουλος της πρώτης εναγομένης Ρ. Φ., μετά την ανάληψη των νέων καθηκόντων του, δεν διατήρησε την ενάγουσα στη θέση της Γραμματέως του, αλλά ανέθεσε τα καθήκοντα αυτά στην υπάλληλο Κ. - Σ., που ήταν η ιδιαίτερη γραμματέας του από το Σεπτέμβριο του έτους 2005, οπότε αυτός, ερχόμενος στην Ελλάδα, είχε αναλάβει τα καθήκοντα του Οικονομικού Διευθυντή της πρώτης εναγομένης.
Η επιλογή αυτή του νέου Διευθύνοντος Συμβούλου να μη διατηρήσει την ενάγουσα ως ιδιαίτερη γραμματέα του, αλλά να προτιμήσει για τη θέση αυτή την υπάλληλο Κ. - Σ., στην οποία αυτός είχε εμπιστοσύνη, λόγω της προηγούμενης από το έτος 2005 συνεργασίας τους, δυσαρέστησε την ενάγουσα, η οποία, σημειωτέον, αμέσως μετά την ανάληψη από τον Ρ.
Φ. των νέων καθηκόντων του, επισκέφθηκε αυτόν στο γραφείο του, στον οποίο και δήλωσε ότι θέτει ευχαρίστως τις γνώσεις της και την εμπειρία της στη διάθεσή του, προκειμένου να τον βοηθήσει στην εν λόγω μεταβατική του περίοδο και την ανάληψη των νέων ευθυνών του. Η ενάγουσα όμως, παρά την απομάκρυνσή της από τη θέση της ιδιαίτερης γραμματέως του Διευθύνοντος Συμβούλου της πρώτης εναγομένης εταιρείας, παρέμεινε στα γραφεία της Γενικής Διεύθυνσης της τελευταίας μέχρι την 1-10-2009, συνεργαζόμενη, όπως και η άλλη γραμματέας της εν λόγω Διεύθυνσης Κ., με τον εκτελούντα χρέη υπηρεσιακού Διευθύνοντος Συμβούλου Ρ.
Φ., οι αρμοδιότητές της όμως είχαν περιορισθεί σημαντικά και δεν είχαν καμμία σχέση ούτε σ' αριθμό, αλλά ούτε και σε σπουδαιότητα μ' αυτές που ασκούσε κατά το χρόνο που ήταν ιδιαίτερη γραμματέας του απελθόντος Διευθύνοντος Συμβούλου Μ. Χ.. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η μητρική εταιρεία ... στη …. με την από 31-10-2007 εγκύκλιό της ανακοίνωσε ότι αναθέτει στην αμερικανική ανεξάρτητη δικηγορική εταιρεία με την επωνυμία "..." τη διεξαγωγή εσωτερικής έρευνας για τη διερεύνηση τυχόν παρελθούσας κακοδιαχείρισης ή αθέμιτης συμπεριφοράς, ενώ ταυτόχρονα προσφέρθηκε αμνηστία σε όσους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης προσέρχονταν να προσφέρουν ουσιαστικές και αληθείς πληροφορίες σχετικές με πιθανές περιπτώσεις διαφθοράς, με αντάλλαγμα την υπόσχεση ότι η εταιρεία δεν θα ήγειρε αξιώσεις αποζημίωσης εναντίον τους για τυχόν ζημίες από τις πράξεις που θα καταμαρτυρούσαν, ούτε θα διέκοπτε μονομερώς την εργασιακή σχέση τέτοιων υπαλλήλων.
Η ενάγουσα, κατόπιν της αποστολής της ως άνω εγκυκλίου, αποφάσισε το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2008 να ενταχθεί στο πρόγραμμα αμνηστίας που της προσέφερε η πρώτη εναγόμενη, από δε το Μάρτιο του εν λόγω έτους άρχισε να έχει επαφές και επικοινωνίες με την ως άνω ανεξάρτητη δικηγορική εταιρεία, που είχε αναλάβει να διενεργήσει την έρευνα για τα θέματα διαφάνειας της πρώτης εναγομένης, ενώ την ίδια χρονική περίοδο καλείτο να καταθέσει ως μάρτυρας στον αρμόδιο Ανακριτή Αθηνών για κακουργήματα δωροδοκίας κρατικών υπαλλήλων από στελέχη της εναγομένης εταιρείας καθώς και για άλλα συναφή αδικήματα.
Η συμμετοχή της ενάγουσας στην εσωτερική έρευνα που διενεργούσε η ως άνω δικηγορική εταιρεία, ολοκληρώθηκε, οπότε στις 17-7-2008 η μητρική εταιρεία της απέστειλε επιστολή, με την οποία βεβαιωνόταν ότι αυτή δεν αναμειγνυόταν σε οποιοδήποτε αδίκημα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα στις 7-1-2009 απέστειλε στους Α.
Π. και Τ. Χ., οι οποίοι υπηρετούσαν στο Τμήμα Διαφάνειας της μητρικής εταιρείας, την από 7-1-2009 επιστολή της, σε συνέχεια του προγενέστερου προς αυτούς από 2-1-2009 μηνύματός της μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email), στην οποία τους ανέφερε ότι, λόγω της συμμετοχής της στο πρόγραμμα της Αμνηστίας, "έχει δεχθεί σημαντική εκδίκηση από τον εκπρόσωπο της εταιρείας στην Ελλάδα κ.
Φ., αυτό συμπεριλάμβανε εκδίκηση, αλλά δεν περιοριζόταν σε εκφοβισμό αλλά και σε μια σημαντική μείωση κατά τη λειτουργία της στην εργασία της". Στην εν λόγω επιστολή η ενάγουσα ανέφερε ότι η συμπεριφορά του κ. Φ. απέναντι της όχι μόνον την έφερε σε δύσκολη θέση, αλλά έχει και σοβαρό αντίκτυπο στην υγεία της.
Στην ως άνω επιστολή της ενάγουσας απάντησε ο Α. Π., ο οποίος της διεμήνυσε ότι θα συζητήσει για τα θέματα, που αυτή του ανέφερε, στην προαναφερθείσα επιστολή της με τον κ. Σ., ο οποίος ήταν ο επικεφαλής του Τμήματος Διαφάνειας της πρώτης εναγομένης, στο οποίο υπηρέτησε, κατόπιν εσωτερικής μετάθεσής της από 6-8-2009 η ενάγουσα, ως υπεύθυνη του τομέα πληρωμών υψηλού κινδύνου, ενώ η κανονική της τοποθέτηση στο εν λόγω Τμήμα έλαβε χώρα, όπως έχει προεκτεθεί, την 1-10-2009.
Ακόμη, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, λόγω της προηγούμενης θέσης της ως ιδιαίτερης γραμματέως του απελθόντος Διευθύνοντος Συμβούλου της πρώτης εναγομένης Μ. Χ., κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής, που διερευνούσε την υπόθεση της ...
στο σύνολό της. Κατά τη συνεδρίαση της εν λόγω Επιτροπής στις 3-6- 2010, η ενάγουσα κατέθεσε ότι κατά την εκτίμησή της, διατηρώντας μία μικρή επιφύλαξη ως προς την ημερομηνία, ο Ρ. Φ. πρέπει να ήρθε στην Ελλάδα το 2002, καθόσον, όπως ακριβώς ανέφερε, οι Οικονομικοί Διευθυντές "κάνουν πέντε χρόνια", σ' ερώτηση δε του μέλους της Επιτροπής Κ.
Τ., εάν ο Ρ. Φ. ήταν στην Ελλάδα ένα χρόνο πριν τους Ολυμπιακούς αγώνες, η ενάγουσα απάντησε νομίζω ναι, συμπληρώνοντας επί λέξει ότι "αυτά είναι ξεκάθαρα μέσα στην εταιρεία, μπορείτε...", εννοώντας ότι η ακριβής ημερομηνία άφιξης του Ρ. Φ. στην Ελλάδα προκύπτει από τα αρχεία της πρώτης εναγομένης, ενώ σ' άλλο σημείο της κατάθεσής της ανέφερε ότι ο Ρ.
Φ. ήταν στην Ελλάδα επί πέντε χρόνια και συνδιοικούσε με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο Μ. Χ. την εταιρεία. Η ως άνω κατάθεση της ενάγουσας ως προς τον ακριβή χρόνο, κατά τον οποίο ανέλαβε καθήκοντα Οικονομικού Διευθυντή στην πρώτη εναγομένη ο Ρ. Φ., το περιεχόμενο της οποίας ως προς το σημείο αυτό ερχόταν σε προφανή αντίθεση με την κατάθεση του ίδιου του Ρ.
Φ., ο οποίος καταθέτοντας την ίδια πιο πάνω ημέρα, στην ίδια Επιτροπή ανέφερε ρητά ότι είχε έρθει στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του έτους 2005, οπότε και ανέλαβε τα καθήκοντα του Οικονομικού Διευθυντή, είχε ως αποτέλεσμα το μέλος της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής Κ. Τ. να μηνύσει τον Ρ. Φ. για ψευδορκία και να ζητήσει την παραπομπή του στην αυτόφωρη διαδικασία.
Ο τελευταίος όμως ζήτησε από τα μέλη της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής να του δοθεί η ευκαιρία να αποδείξει την αλήθεια και πράγματι διαβιβάσθηκαν στην Επιτροπή της Βουλής έγγραφα από τα αρχεία της πρώτης εναγομένης, από τα οποία προέκυπτε η αλήθεια του ισχυρισμού του ότι είχε έρθει στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του έτους 2005, οπότε και ανέλαβε καθήκοντα Οικονομικού Διευθυντή της πρώτης εναγομένης, με περαιτέρω συνέπεια να σταματήσει η σε βάρος του αυτόφωρη διαδικασία και να μην ασκηθεί τελικά ποινική δίωξη εναντίον του για οποιοδήποτε αδίκημα.
Επίσης, η ενάγουσα, καταθέτοντας στην ως άνω Εξεταστική Επιτροπή, κατά την ίδια πάντα ημέρα, δηλαδή στις 3-6-2010, ανέφερε ότι ο Ρ. Φ., ενοχληθείς από τις συνεχείς μεταβάσεις της στη …., όπου και παραπονείτο στους εκεί υπευθύνους της μητρικής εταιρείας για την κατάσταση που επικρατούσε στην εταιρεία στην Αθήνα, τα προβλήματα που αυτή αντιμετώπιζε και τη συμπεριφορά αυτού απέναντι της, της είπε ότι "αν θα συνεχίσει να πάει άλλη φορά στα κεντρικά και να παραπονεθεί, αυτό θα το πληρώσει με τη ζωή της".
Τέλος, η ενάγουσα κατέθεσε στην ως άνω Εξεταστική Επιτροπή, κατά την ίδια παραπάνω ημερομηνία, ότι ήταν υπεύθυνη του Τμήματος Διαφάνειας της πρώτης εναγομένης, ενώ το ακριβές ήταν ότι υπεύθυνος του εν λόγω Τμήματος ήταν ο Σ. και η ίδια ήταν υπεύθυνη στο Τομέα πληρωμών υψηλού κινδύνου. Μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης της ενάγουσας στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής, λόγω της θέσης της ως στελέχους βαθμίδας S2 (δηλαδή Υποδιευθυντή), διεξήχθη έρευνα από το Τμήμα Συμμόρφωσης των Κεντρικών της μητρικής εταιρείας στο ….
για το περιεχόμενο των όσων κατέθεσε αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, στην εν λόγω Εξεταστική Επιτροπή, δηλαδή ως προς το γεγονός της απειλής της ζωής της εκ μέρους του Ρ. Φ., ως προς τον χρόνο ανάληψης των καθηκόντων αυτού ως Οικονομικού Διευθυντή στην Ελλάδα και ως προς την ακριβή θέση αυτής στο Τμήμα Διαφάνειας της πρώτης εναγομένης.
Μετά από τη διεξαχθείσα έρευνα από το Νομικό Τμήμα Συμμόρφωσης της μητρικής εταιρείας, κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο η κατάθεσή της ήταν ως προς όλα τα παραπάνω σημεία της ψευδής, κατέληγε δε το εν λόγω πόρισμα ότι αυτό θα αποσταλεί με τη νομική αξιολόγηση που το συνοδεύει, στο Τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού στην Ελλάδα καθώς και στη Διοίκηση της πρώτης εναγομένης.
Ακολούθησε, στις 8-10-2010, η σύγκληση του Πειθαρχικού Συμβουλίου της πρώτης εναγομένης, το οποίο, συγκροτούμενο από τον Σ., επικεφαλής, όπως προαναφέρθηκε, του Τμήματος Διαφάνειας της πρώτης εναγομένης, τον δεύτερο εναγόμενο, Διευθύνοντα Σύμβουλο τότε της πρώτης εναγομένης, και την Φ., Διευθύντρια του Ανθρώπινου Δυναμικού της πρώτης εναγομένης, αποφάσισε ομόφωνα την απόλυση της ενάγουσας.
Η πρώτη εναγομένη σ' εκτέλεση της ως άνω ομόφωνης απόφασης του πειθαρχικού της συμβουλίου κατήγγειλε στις 11-10-2010 εγγράφως τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας, προσφέροντας σ' αυτή ως αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 136.385,05 Ευρώ, από το οποίο αφαιρέθηκε ανεξόφλητο υπόλοιπο δανείων της πρώτης εναγομένης προς την ενάγουσα, ανερχόμενο στο ποσό των 49.500 Ευρώ.
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ως άνω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη ως καταχρηστική (άρθρα 174, 180, 281 ΑΚ) και δη ως αντικειμένη στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, καθώς και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της εργοδότριάς της, αφού έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπο της ενάγουσας εκ μέρους της πρώτης εναγομένης.
Ειδικότερα, αποκλειστική αιτία της εν λόγω καταγγελίας από την πρώτη εναγομένη ήταν το γεγονός της κατάθεσης της ενάγουσας στις 3-6-2010 στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής και όσα η τελευταία κατέθεσε σε βάρος του στελέχους της πρώτης εναγομένης Ρ. Φ., γεγονός που προκάλεσε την έντονη δυσαρέσκεια της πρώτης εναγομένης, με συνέπεια η καταγγελία να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτει η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος καταγγελίας, γιατί η αιτία αυτής δεν συνδέεται με το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης, αλλά αποβλέπει στην ικανοποίηση του αισθήματος εκδίκησης της πρώτης εναγομένης και στην τιμωρία της ενάγουσας για τη νόμιμη, πλην όμως μη αρεστή, κατά το περιεχόμενο κατάθεσή της.
Η απόλυση της ενάγουσας δεν αποδείχθηκε ότι οφειλόταν σε κάποιον άλλο λόγο, όπως ανεπάρκεια αυτής ή πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της ή σ' άλλες ενέργειες της ενάγουσας, οι οποίες δημιούργησαν προβλήματα στη λειτουργία της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι δικαιολογείτο η απόλυση της ενάγουσας, διαθέτοντας προσόντα και πολυετή εμπειρία στην εργασία της πρώτης εναγομένης.
Ο προβαλλόμενος από τους εφεσίβλητους ισχυρισμός ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας οφειλόταν σε ανεπανόρθωτο κλονισμό της εμπιστοσύνης της πρώτης από αυτούς στο πρόσωπο της ενάγουσας, λόγω της ψευδούς ως άνω καταθέσεώς της, είναι προσχηματικός και προβάλλεται προς απόκρυψη του πιο πάνω πραγματικού λόγου της, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι τα ψεύδη που αποδίδονται στην ενάγουσα αφορούν κυρίως το πρόσωπο του Ρ.
Φ., ο οποίος, κατά τον χρόνο της επίδικης κατάθεσης. είχε αποχωρήσει από την Ελλάδα καθώς και από την επιχείρηση της εναγόμενης και ως εκ τούτου δεν τίθετο πλέον θέμα να διαταραχθεί το πνεύμα συνεργασίας που επιβαλλόταν να υπάρχει μεταξύ αυτού και της ενάγουσας ως εργαζομένης. Εξάλλου, όσον αφορά το γεγονός ότι η ενάγουσα στην ως άνω κατάθεσή της ανέφερε ότι ήταν υπεύθυνη του Τμήματος Διαφάνειας της πρώτης εναγομένης, χωρίς να διευκρινίσει περαιτέρω ότι ήταν υπεύθυνη μόνον του Τομέα Πληρωμών Υψηλού Κινδύνου, που υπαγόταν στο εν λόγω Τμήμα, δεν δικαιολογεί την απόλυσή της και δεν συνιστά γεγονός επαρκές και ικανό να κλονίσει και μάλιστα ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη της πρώτης εναγομένης στο πρόσωπό της.
Περαιτέρω δεν προέκυψε ότι από το περιεχόμενο της ως άνω κατάθεσης της ενάγουσας διαταράχθηκε η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης ή η πειθαρχική έννομη τάξη, ώστε η επακολουθήσασα απόλυση της ενάγουσας να κρίνεται αναγκαία για την αποκατάστασή τους (ΑΠ 144/1991 ΕΕΔ 51.636). Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η προπαρατεθείσα διάταξη της ΑΚ 281 υπαγορεύει τη χρήση του ηπιότερου μέσου, δεδομένου ότι η απόλυση υπαλλήλου αποτελεί το έσχατο μέσο, η οποία πρέπει να χρησιμοποιείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις που αυτή καθίσταται αναγκαία, άλλως η καταγγελία ελέγχεται ως καταχρηστική.
Η καλή πίστη επιβάλλει στα μέρη μιας έννομης σχέσης την αμοιβαία υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους και κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους και η πρώτη εναγομένη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, όφειλε να λάβει υπόψη τα συμφέροντα που συνδέει ο εργαζόμενος με τη διατήρηση της θέσης εργασίας και να αποφύγει την αδικαιολόγητη προσβολή της.
Κατόπιν αυτών, αφού δεν αποδείχθηκε κάποιος αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί την ως άνω καταγγελία, αλλά, αντιθέτως, αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας της ήταν καταχρηστική και υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια, μη εξυπηρετούντα το σκοπό του δικαιώματος, δεδομένου ότι οφειλόταν σε εμπάθεια και εκδίκηση προς το πρόσωπό της, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, και δεν συνδεόταν με το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης, ούτε μπορούσε αντικειμενικά να προβλεφθεί από την αντισυμβαλλόμενή της ενάγουσα, η καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική.
Ακολούθως, επειδή η καταγγελία είναι άκυρη, δεν επέφερε τη λύση της ένδικης συμβάσεως και η πρώτη εναγομένη ως υπερήμερη περί την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας οφείλει πλέον σ' αυτήν μισθούς υπερημερίας για το μετέπειτα της καταγγελίας από 11-10-2010 μέχρι 11-10-2012 αιτούμενο χρονικό διάστημα. Συνακόλουθα η ενάγουσα που λάμβανε μηνιαίο μισθό 4.733.42 Ευρώ δικαιούται, όπως κυρίως ζητείται, για το ως άνω διάστημα ως αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 132.535,76 Ευρώ (4.733,42 X 24 μήνες + Δώρο Χριστουγέννων ετών 2010 και 2011+ Δώρο Πάσχα έτους 2011 + άδεια και επίδομα αδείας έτους 2011), για το λογιστικό και αριθμητικό υπολογισμό του οποίου (χρηματικού ποσού) δεν διατυπώνεται από τους εναγόμενους συγκεκριμένη αμφισβήτηση και έτσι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συνάγεται ομολογία (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ).
6. Ακολούθως από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η η εναγομένη εταιρεία με την άνω γενόμενη από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης καταχρηστική καταγγελία της αορίστου χρόνου εξαρτημένης σύμβασης εργασίας της εναγουσας, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά της, γιατί αυτή μειώθηκε ηθικά έναντι των συναδέλφων της και εθίγη η επαγγελματική και κοινωνική υπόστασή της, που αποτελούν εκφάνσεις της προσωπικότητάς της.
Δικαιούται, συνεπώς, η ενάγουσα, να αξιώσει από την πρώτη εναγομένη και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της ανωτέρω καταχρηστικής απόλυσής της, στην οποία προέβησαν τα αρμόδια όργανα αυτής (πρώτης εναγομένης), με συνέπεια να προκληθεί στην ενάγουσα προσβολή της προσωπικότητάς της, αλλά και στενοχώρια και ταλαιπωρία εξαιτίας της ανεργίας στην οποία περιήλθε.
Ενόψει δε τούτων, του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα, του βαθμού του πταίσματος των αρμοδίων οργάνων της πρώτης εναγομένης και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση που απαιτείται για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτής ανέρχεται στο ποσό των 5.000 Ευρώ.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε αντίθετα, δεχόμενο ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, στην οποία προέβη η πρώτη εναγομένη, δεν ήταν άκυρη, ως καταχρηστική, και ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της ως προς την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης, αναγκαίως δε και ως προς τα αιτήματα περί καταβολής μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τους βάσιμους σχετικούς προβαλλόμενους λόγους της έφεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ενιαία κρινόμενους, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων πρέπει η από 10-9-2015 έφεση καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), πρέπει η αγωγή να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη ( κατά την κύρια βάση της, και μετά τον γενόμενο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σ' αναγνωριστικό:
α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 11-10-2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από την πρώτη εναγομένη, β) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, με τους ίδιους, όπως και πριν την καταγγελία, όρους, γ) να καταδικασθεί ο δεύτερος εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, σε χρηματική ποινή 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη αποδοχής των υπηρεσιών της ενάγουσας και σε προσωπική κράτηση δύο (2) μηνών και δ) να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 132.535,76 Ευρώ για μισθούς υπερημερίας + 5.000 Ευρώ για χρηματική ικανοποίηση) 137.535,76 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. 7.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που διέπουν τη λειτουργία του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 2), αφού εσφαλμένα υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε σ' αυτές και, μάλιστα, στο άρθρο 281 ΑΚ, ενώ, περαιτέρω, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της ένδικης καταγγελίας.
Ειδικότερα, στήριξε την κρίση του στις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του ότι η εναγομένη δεν απέδειξε τους αρνητικούς ισχυρισμούς της περί του ότι εξαιτίας των ανακριβειών, που κατατέθηκαν από την ενάγουσα στην Εξεταστική Επιτροπή, κλονίστηκε η εμπιστοσύνη της στο πρόσωπο της ενάγουσας και συγκεκριμένα:
καίτοι δέχεται ότι κατά τη συνεδρίαση ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής ζητήθηκε η κίνηση της αυτόφωρης διαδικασίας εναντίον του Ρ. Φ., εξαιτίας της απόκλισης των όσων κατάθεσε η ενάγουσα, σε σχέση με αυτά που κατάθεσε ο Ρ. Φ. ως προς τον ακριβή χρόνο έλευσης του τελευταίου στην Ελλάδα και ανάληψης από αυτόν καθηκόντων Οικονομικού Διευθυντή στην εναγομένη, η οποία έπαυσε μόνον αφότου διαβιβάστηκαν στη Βουλή από την πρώτη εναγομένη έγγραφα, από τα οποία "προέκυπτε η αλήθεια του ισχυρισμού του" και συνεπώς το ψεύδος της ενάγουσας, ιι) καίτοι η προσβαλλομένη δέχεται ότι η ενάγουσα κατά την ίδια συνεδρίαση, κατέθεσε ότι δέχτηκε απειλές για τη ζωή της από τον Ρ.
Φ.,δεν διαλαμβάνει παραδοχή για το αληθές ή ψευδές του εν λόγω ισχυρισμού της ενάγουσας , τη στιγμή μάλιστα, που κατά το σκέλος αυτό, η κατάθεση της ενάγουσας αφορούσε καταγγελία από πλευράς της για τέλεση αξιόποινης πράξης από τον Ρ. Φ. εναντίον της, ενόσω εκείνος εκτελούσε καθήκοντα Διευθύνοντος Συμβούλου της πρώτης εναγομένης ιιι) καίτοι δέχεται η προσβαλομένη ότι η ενάγουσα ψευδώς κατέθεσε ότι η ίδια ήταν επικεφαλής του Τμήματος Διαφάνειας της πρώτης εναγομένης, ενώ γνώριζε ότι ο κ.
Σ. προΐστατο στο εν λόγω τμήμα, όπου και εκείνη ήταν τοποθετημένη, υποβαθμίζοντας ως ασήμαντο το ψεύδος αυτό, ιν) καίτοι δέχεται η προσβαλλομένη ότι διεξήχθη έρευνα από το τμήμα Συμμόρφωσης των Κεντρικών της Μητρικής εταιρείας στο ... για το περιεχόμενο όσων κατέθεσε η ενάγουσα ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής "δηλαδή ως προς το γεγονός της απειλής της ζωής της εκ μέρους του Ρ.
Φ., ως προς τον χρόνο ανάληψης των καθηκόντων αυτού ως Οικονομικού Διευθυντή στην Ελλάδα και ως προς την ακριβή θέση αυτής στο Τμήμα Διαφάνειας της πρώτης εναγομένης" και ότι κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγομένη "πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο η κατάθεσή της ήταν ως προς όλα τα παραπάνω ψευδής", και ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας αποφασίστηκε κατόπιν σύγκλησης του Πειθαρχικού Συμβουλίου της εταιρίας μας, συγκροτούμενο από τους Σ., επικεφαλής του Τμήματος Διαφάνειας, Φ., Δντρια των Ανθρωπίνων Πόρων και τον δεύτερο εναγόμενο, διευθύνοντα Σύμβουλο της πρώτης εναγομένης, το οποίο αποφάσισε ομόφωνα την απόλυση της ενάγουσας, παρά ταύτα κρίνει ότι πραγματικός λόγος της απόλυσης είναι η δυσαρέσκεια της πρώτης εναγομένης για όσα κατέθεσε η ενάγουσα σε βάρος του Ρ.
Φ., τα οποία η προσβαλλομένη ενώ δέχεται ότι ήταν ψευδή, στη συνέχεια τα χαρακτηρίζει αντιφατικά ως "νόμιμα, πλην όμως μη αρεστά κατά το περιεχόμενό τους, στην εναγομένη. Σε αυτές τις αντιφατικές παραδοχές στηρίζει έτσι η προσβαλλομένη την κρίση της ότι δεν επήλθε ανεπανόρθωτος κλονισμός της εμπιστοσύνης της πρώτης εναγομένης στο πρόσωπο της ενάγουσας, χωρίς να διευκρινίζει επαρκώς για ποιό λόγο τα ψευδή σημεία της κατάθεσης της ενάγουσας, όχι μόνον δεν αρκούν, αλλά είναι και αδιάφορα για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς της ως συμπεριφοράς ανάρμοστης προς τον διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρίας ή ως ανάρμοστης προς την εργοδότρια, εξ αιτίας της οποίας επέρχεται διατάραξη στην εύρυθμη λειτουργία ή την πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης.
Ανεπαρκής, είναι εξάλλου και η αιτιολογία της προσβαλλομένης ότι η επέλευση ισχυρού κλονισμού στην πρώτη εναγομένη για το πρόσωπο της ενάγουσας είναι προσχηματική, μόνον και μόνον επειδή ο Ρ. Φ. κατά τον χρόνο της κατάθεσης της ενάγουσας είχε αποχωρήσει από την Ελλάδα και από την επιχείρηση της πρώτης εναγομένης.
Και τούτο διότι έτσι περιορίζει η προσβαλλομένη τον έλεγχο του ισχυρού κλονισμού για το πρόσωπο της ενάγουσας, αποκλειστικά και μόνον στην παρουσία ή απουσία του Ρ. Φ. στην Ελλάδα και την επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, μη εξετάζοντας, αναιτιολόγητα, την απαξία των αποδεδειγμένων ψευδών που κατέθεσε η ενάγουσα, και μάλιστα για φερόμενη τέλεση αξιόποινης πράξης από τον ως άνω Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης, και τη λειτουργία αυτών (των ψευδών) αυτοτελώς ως κλονιστικών της εμπιστοσύνης της εναγομένης στο πρόσωπο της ενάγουσας.
Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνονται οι παραβιάσεις αυτές και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα πρέπει να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων αποβαίνει περιττή. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττημένης αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3891/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά της έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ