Supreme Court allows appeal against labor court refusal to order reinstatement after invalid contract cancellation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's decision to reject the employees' claim for reinstatement following an invalid contract cancellation. The employees argued that the employer's wrongful termination violated Article 656 of the Civil Code, which mandates actual employment and wage payment when an employer unilaterally rejects services. The Court held that the Second Instance Court erred in law by refusing to order reinstatement, thereby remanding the case for a final judgment on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArt. 656 A.K.; In cases where an employer invalidly cancels an employment contract, the court must order the employee's actual reinstatement to their former position without discretion to reject the request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 654 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 654/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Ε. του Δ. και 2) Α. Σ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κωστίκα και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2797/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 1804/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-3-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 30-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο λόγος αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 656 Α.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις: "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε.
Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού".
Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού. Από την πιο πάνω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εργασίας εργαζομένου, το δικαστήριο, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, διατάσσει την πραγματική απασχόλησή του, στη θέση την οποία κατείχε πριν την άκυρη καταγγελία, χωρίς να έχει την ευχέρεια να απορρίψει το σχετικό αίτημα ή να αξιώσει περισσότερα στοιχεία για τη θεμελίωσή του (ΑΠ 2011/2014).
2. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 19-7-2010 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν τα εξής: Ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης στις 1-3-2002 και 26-8-1996 αντίστοιχα, προσελήφθησαν από αυτήν ως υπάλληλοι τεχνικών παιχνιδιών (ντίλερς) προκειμένου να εργασθούν στην επιχείρηση καζίνου που διατηρεί.
Ότι στις 20-4-2010 η εναγομένη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, η καταγγελία δε αυτή ήταν άκυρη διότι έγινε λόγω συμμετοχής τους σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση (απεργία), άλλως ως καταχρηστική διότι έγινε για λόγους εκδικήσεως λόγω της συμμετοχής τους αυτής. Ζήτησαν δε: α) να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με απειλή χρηματικής ποινής 293,47 ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεως να την αποδεχθεί και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα ποσά των 34.624,18 και 34.410,82 ευρώ αντίστοιχα νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή ήταν νόμιμη και ορισμένη ως προς το αίτημά της να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων με απειλή χρηματικής ποινής, αφού για τη θεμελίωσή του αναφερόταν η κατάρτιση της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας, η κατά τους ενάγοντες άκυρη καταγγελία της εκ μέρους της εναγομένης και η άρνηση της τελευταίας να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους.
Το εφετείο όμως δέχθηκε ότι το αίτημα αυτό είναι μη νόμιμο, για το λόγο ότι, όπως κατά λέξη αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του: "...όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, το ανωτέρω αίτημα συνάπτεται μόνο με το γεγονός της κατά την άποψη των εναγόντων ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, χωρίς να παρατίθενται στο δικόγραφο της αγωγής περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η άρνηση της εναγομένης να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες εκ μέρους των εναγόντων γίνεται κάτω από περιστάσεις, οι οποίες υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 του ΑΚ ή συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του ή ότι εκ προθέσεως ζημιώνεται κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή ότι υπαιτίως προσβάλλεται το δικαίωμά του στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή, στοιχεία απαραίτητα για τη νομική θεμελίωση του εν λόγω αιτήματος".
Στη συνέχεια το εφετείο δέχθηκε το σχετικό (έκτο κατά ένα μέρος του) λόγο της από 6-2-2012 εφέσεως της εναγομένης (με τον οποίο αυτή παραπονούνταν ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε απορρίψει ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα για αποδοχή των υπηρεσιών των εναγόντων με απειλή χρηματικής ποινής), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε το αίτημα αυτό και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, απέρριψε το αίτημα αυτό ως μη νόμιμο Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 656 Α.Κ., όπως ισχύει μετά την κατά τα προεκτεθέντα τροποποίησή της, η οποία διάταξη έχει εν προκειμένω εφαρμογή διότι η παρούσα υπόθεση ήταν εκκρεµής ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατά τη δημοσίευση του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74/20-3-2013), αφού ήδη στις 17-2-2012 είχε ασκηθεί η από 6-2-2012 έφεση της εναγομένης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την κατάθεσή της στο δικαστήριο που είχε εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση (βλ.
την …/17-2-2012 πράξη καταθέσεως του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης).
Συνεπώς ο μόνος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
3. Με βάση τα ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας του ίδιου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο πλήττεται το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλομένης, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε τον έκτο κατά ένα μέρος του λόγο της από 6-2-2012 εφέσεως της εναγομένης (με τον οποίο αυτή παραπονούνταν ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε απορρίψει ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα για αποδοχή των υπηρεσιών των εναγόντων με απειλή χρηματικής ποινής), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε το αίτημα αυτό και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, απέρριψε το αίτημα αυτό ως μη νόμιμο. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ.), να απορριφθεί δε ο ανωτέρω λόγος εφέσεως της εναγομένης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1804/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Κρατεί την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό και δικάζει την από 6-2-2012 έφεση της εναγομένης.
Απορρίπτει τον έκτο κατά ένα μέρος του λόγο εφέσεως με τον οποίο η εναγομένη παραπονούνταν ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε απορρίψει ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα για αποδοχή των υπηρεσιών των εναγόντων με απειλή χρηματικής ποινής.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ