Supreme Court remands case to Grand Chamber due to unconstitutional long-term expropriation without compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the University of Thessaloniki's appeal, ordering the case to be referred to the Grand Chamber for a full constitutional review. The University argued that the indefinite temporary occupation of its land by the Metro Company violated property rights and the principle of proportionality. The Court agreed that the prolonged deprivation of use without full compensation or a clear path to expropriation constitutes an unconstitutional interference with property rights.
Legislator headnote
AI generatedArt. 17 para. 2 Const.; Art. 18 para. 5 Const.; Protocol 1 Article 1 ECHR; Art. 10 para. 3 Law 1955/1991: Long-term temporary occupation without compensation violates property rights and the principle of proportionality, requiring full compensation or definitive expropriation procedures.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 654 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 654/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή-εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), νομίμως εκπροσωπουμένου, από τον Πρύτανη αυτού, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Χορομίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Στρούζα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η απόφαση: 13296/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το ήδη αναιρεσείον με την από 16-5-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ’ άρθρ. 17 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζητήσεως στο δικαστήριο, ενώ κατ’ άρθρ. 18 παρ. 5 του ιδίου Συντ.
μπορεί να προβλεφθεί με νόμο και κάθε άλλη στέρηση της ελεύθερης χρήσεως και καρπώσεως της ιδιοκτησίας που απαιτείται από τις περιστάσεις. Στέρηση της ιδιοκτησίας κατά την έννοια της πρώτης, ως άνω, διατάξεως αποτελεί όχι μόνο η αφαίρεση της κυριότητος, αλλά και ο ουσιώδης περιορισμός των εξουσιών του ιδιοκτήτη που απορρέουν από αυτήν, αφού χωρίς αυτές η ιδιοκτησία καθίσταται αδρανής και κενή ουσιαστικού περιεχομένου.
Όμως η προρρηθείσα διάταξη δεν αποκλείει την υπό του νομοθέτη θέσπιση περιορισμών, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και για λόγους εξυπηρετήσεως του γενικοτέρου δημοσίου συμφέροντος, αναγομένων ιδίως στο δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσεως ή απόλυτης καρπώσεως της ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση πάντως, ότι με αυτούς τους περιορισμούς δεν καθίσταται αδρανής η ιδιοκτησία εν σχέσει προς τον περιορισμό και πλέον συγκεκριμένα, δεν αποδυναμώνεται σε ουσιώδη βαθμό το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσεως του ακινήτου και υπό τον επιπρόσθετο όρο, ότι οι περιορισμοί αυτοί θα πρέπει να είναι μόνο οι αναγκαίοι για την επίτευξη του σκοπουμένου αποτελέσματος.
ΙΙ. Με τον ν.2329/1953 κυρώθηκε (και ενσωματώθηκε στο εσωτερικό ημεδαπό δικαιϊκό οικοδόμημα κατ’ άρθρ. 28 παρ. 1 Συντ.) η από 4-11-1950 Διεθνής Σύμβαση της Ρώμης, που αφορά στην προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ως και το πρόσθετο Πρωτόκολλο των Παρισίων της 20-3-1952, στου οποίου το πρώτο άρθρ. προβλέπεται, ότι: "Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί την ιδιοκτησία του παρά μόνο για λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους, τους οποίους θα κρίνει αναγκαίους για την ρύθμιση της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον". Στην προειπωθείσα, "χρήση αγαθών" εντάσσεται και η χρήση και κάρπωση της ατομικής ιδιοκτησίας, η οποία δύναται να περιορισθεί με νόμο χάριν του δημοσίου συμφέροντος υπό τις προπαρατεθείσες προϋποθέσεις.
ΙΙΙ. Συμφώνως προς το άρθρ. 10 του ν. 1955/1991:
"1. Οι αναγκαιούσες ιδιοκτησίες για την εκτέλεση όλων των έργων που εμπίπτουν στους σκοπούς της Εταιρείας, που χαρακτηρίζονται ως έργα προφανούς δημόσιας ή κοινής ωφέλειας, απαλλοτριώνονται υπέρ της Εταιρείας και με δαπάνες αυτής με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αποκλειστικά για τις ανωτέρω απαλλοτριώσεις οι διατάξεις του ν.δ. 797/1971 (ΦΕΚ 1Α’ ). Στις απαλλοτριώσεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν.δ. 797/1971 και οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου περί απαλλοτριώσεων για την εφαρμογή σχεδίων πόλεων.
2. Για την εκτέλεση όλων των έργων που εμπίπτουν στους σκοπούς της Εταιρείας, που χαρακτηρίζονται ως έργα προφανούς δημόσιας ή κοινής ωφέλειας, επιτρέπεται η διάνοιξη υπόγεων σηράγγων και στο επιβαλλόμενο από τις τεχνικές ανάγκες βάθος, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης στους κυρίους των υπερκείμενων ακινήτων, με την προϋπόθεση ότι δεν θα παραβλάπτεται η συνήθης εκμετάλλευση των ακινήτων αυτών. Οι κύριοι ή νομείς και κάτοχοι, από οποιαδήποτε αιτία, των ακινήτων υποχρεούνται να επιτρέπουν τη διάνοιξη των υπόγειων σηράγγων και κάθε τι αναγκαίο για την κατασκευή, χρήση, επισκευή και συντήρηση αυτών.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Η παρ.3 του άρθρου 9 του Ν.2576/1998 (Α 25) ορίζει ότι: "Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου δέκα του ν. 1955/1991 (ΦΕΚ 112 Α’ ) έχει ανάλογη εφαρμογή και κατά τη διάνοιξη υπόγειων σηράγγων για την εκτέλεση έργων αρμοδιότητας της Ε.ΥΔ.Α.Π." 3. Η Εταιρεία μπορεί να χρησιμοποιεί για την εκτέλεση των έργων, και εφ’ όσον είναι αναγκαίο, δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές εκτάσεις, καθώς και ακίνητα που ανήκουν σε νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου. Για τη χρήση αυτήν ουδεμία οφείλεται αποζημίωση ή τέλος. Η Εταιρεία υποχρεούται με δαπάνες της να αποκαθιστά χωρίς καθυστέρηση στην προτέρα κατάσταση οδούς, πλατείες κ.ά.
4. Η Εταιρεία μπορεί να χρησιμοποιεί, για τη δημιουργία εργοταξίων και, γενικά, για τις ανάγκες των έργων που εμπίπτουν στους σκοπούς αυτής και για όσο είναι αναγκαίο, ιδιωτικές εκτάσεις. Για τη χρήση αυτήν οφείλεται αποζημίωση, που καθορίζεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του άρθρου 18 του ν.δ. 797/1971 (ΦΕΚ 1Α’ ). Η αποζημίωση αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) για κάθε έτος που διαρκεί η χρήση των ιδιοκτησιών από την Εταιρεία. Οι εκάστοτε αναγκαιούσες ιδιοκτησίες για προσωρινή χρήση και για την εκτέλεση των έργων της Εταιρείας καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων ‘ Εργων, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με τις οποίες μπορεί να ρυθμίζονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας διάταξης".
IV. Κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
V. Κατ’ επιτρεπτή επισκόπηση, με την από 3-11-2014 προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (εκτιμωμένη ως) αίτησή του το αναιρεσείον αναφέρθηκε στην δυνάμει υπουργικών (των ετών 2006, 2007, 2008) αποφάσεων (Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., δημοσιευθεισών στο Φ.Ε.Κ.) κατελήφθησαν εδαφικές του εκτάσεις με (φερομένη) προσωρινότητα για το έργο της κατασκευής του μητροπολιτικού σιδηροδρόμου (Metro) της Θεσσαλονίκης.
Η σχετική εν τούτοις αναγκαστική απαλλοτρίωση δεν κηρύχθηκε και παρά ταύτα τα εν λόγω ακίνητά του παραμένουν αναποζημίωτα κατειλημμένα. Επί τη βάσει δε του προαναφερθέντος ιστορικού ιστού διεκδίκησε καθορισμό και προς αυτό καταβολή αποζημιώσεως χρήσεως για την χρονική περίοδο 1-1-2009/31-12-2014. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την (εκδικασθείσα κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων) αίτηση με τις ακόλουθες (ειδικότερες) παραδοχές: "Οι προαναφερθείσες καταληφθείσες από την καθ’ ης η αίτηση εκτάσεις είναι ιδιοκτησίας του αιτούντος που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και ως εκ τούτου σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 3 του Ν. 1955/1991, η καθ’ ης η αίτηση για τη χρήση αυτήν ουδεμία οφείλει αποζημίωση ή τέλος.
Μάλιστα από το κείμενο των ως άνω υπουργικών αποφάσεων προκύπτει, αφενός μεν, ότι η προσωρινή κατάληψη και η χρήση των προαναφερομένων τμημάτων ιδιοκτησίας του αιτούντος θα διαρκέσει μέχρι την ολοκλήρωση του έργου, αφετέρου δε, ορίσθηκε ότι η αποζημίωση για την προσωρινή κατάληψη θα κριθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 1955/1971, όπου όπως προαναφέρθηκε, η καθ’ ης η αίτηση δεν οφείλει να καταβάλει στο αιτούν, ένεκα της νομικής μορφής του (Ν.Π.Δ.Δ.), ουδεμία αποζημίωση ή τέλος.
Περαιτέρω, η παραπάνω διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του Ν. 1955/1991 δεν αντίκειται στο άρθρο 17 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 1 του πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι οι παραπάνω διατάξεις δεν αποκλείουν την από το νομοθέτη θέσπιση περιορισμών, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και για λόγους εξυπηρετήσεως του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, αναγόμενους ιδίως στο δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσεως ή απόλυτης καρπώσεως της ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι με αυτούς τους περιορισμούς δεν καθίσταται αδρανής η ιδιοκτησία σε σχέση με τον προορισμό της και ειδικότερα δεν αποδυναμώνεται σε ουσιώδη βαθμό το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσεως του ακινήτου και υπό τον περαιτέρω όρο ότι οι περιορισμοί αυτοί θα πρέπει να είναι μόνο οι αναγκαίοι για την επίτευξη του σκοπούμενου αποτελέσματος, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη μείζονα πρόταση εκτεθέντα.
Στην προκείμενη δε περίπτωση για την κατάληψη εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα, οι οποίες όρισαν ότι η προσωρινή κατάληψη θα διαρκέσει μέχρι το πέρας των εργασιών και ότι αυτή (κατάληψη) πραγματοποιείται για την εκτέλεση εργασιών σε επιβατικούς σταθμούς του "μετρό" Θεσσαλονίκης, το οποίο κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη χαρακτηρίσθηκε ως έργο δημόσιας ωφέλειας.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο περιορισμός των εξουσιών χρήσεως και καρπώσεως των επίδικων εκτάσεων από την καθ’ ης η αίτηση, δεν είναι ουσιώδης, αφού ούτε εξαφανίζεται ή καθίσταται παντελώς αδρανής η ιδιοκτησία αυτή, ούτε παρεμποδίζεται το αιτούν στην επίτευξη του σκοπού του ούτε αφαιρείται οριστικώς η χρήση της εν λόγω ιδιοκτησίας, αλλά εντελώς, προσωρινώς και για λόγους δημόσιας ωφέλειας, πράγμα που επιτρέπεται από το ισχύον Σύνταγμα και τον Ν. 2329/1953.
Επομένως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, ως νόμω αβάσιμη".
VI. Με τον (μοναδικό) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στο ανωτέρω δικαστήριο της ουσίας, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε τα άρθρ. 10 παρ 3 ν.1955/1991, 1 παρ. 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 και 26 του ν.2462/1997 (περί ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων), ως και 4 παρ. 1, 17 παρ. 2 και 25 παρ. 1 εδ.
τελευταίο του Συντάγματος κι έτσι υπέπεσε στην κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια, ότι: Α) Θα έπρεπε να δεχθεί, ότι η στέρηση της ιδιοκτησίας, με την μορφή της "προσωρινής" καταλήψεως για την εκτέλεση έργων του Μετρό, αποτελεί ουσιώδη περιορισμό των εξουσιών χρήσεως και καρπώσεως των επιδίκων εκτάσεων, διότι αποδυναμώνεται σε ουσιώδη βαθμό η δυνατότητα του ιδιοκτήτη να χρησιμοποιήσει το ακίνητό του κατά τον προορισμό του.
Για τον χαρακτηρισμό της "προσωρινής" καταλήψεως ως ουσιώδους ή μη περιορισμού της ιδιοκτησίας δεν υφίσταται πεδίο ερμηνευτικής προσεγγίσεως των σχετικών διατάξεων, καθώς η διαπίστωση, ότι η "προσωρινή" κατάληψη αποτελεί ουσιώδη περιορισμό της ιδιοκτησίας, δεν αμφισβητείται από τον νομοθέτη, αλλά προκύπτει ευθέως από το κείμενο των παρ. 3 και 4 του άρθρ. 10 του ν.1955/1991, όπου απλώς ορίζεται, ότι για τον συγκεκριμένο ουσιώδη περιορισμό των εξουσιών χρήσεως και καρώσεως "οφείλεται αποζημίωση" στην περίπτωση που ο καθού ιδιοκτήτης είναι φυσικό πρόσωπο ή ν.π.ι.δ., αλλά "δεν οφείλεται αποζημίωση" στην περίπτωση που τα ακίνητα ανήκουν σε ν.π.δ.δ.
Ακόμη, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση θα έπρεπε να δεχθεί, ότι η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.1955/1991, χωρίς να συντρέχει ιδιαίτερος λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να δικαιολογεί την σχετική ρύθμιση με βάση τις αρχές της ισότητος και της αναλογικότητος, θεσπίζει αδικαιολογήτως άνιση και δυσμενή μεταχείριση των ν.π.δ.δ.
έναντι των φυσικών προσώπων ή ν.π.ι.δ., που έχει ως αποτέλεσμα να ανατρέπεται η δίκαιη και εύλογη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και των επιταγών για την προστασία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, στις οποίες προδήλως περιλαμβάνεται και η αξίωση των ν.π.δ.δ. για την αποζημίωσή τους από την μακροχρόνια στέρηση της χρήσεως της ιδιοκτησίας τους.
Κατά συνέπεια, η ρύθμιση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.1955/1991, με την οποία περιορίζεται ο κύκλος των προσώπων, τα οποία δικαιούνται αποζημιώσεως σε περίπτωση ουσιώδους περιορισμού του δικαιώματος χρήσεως και καρπώσεως της ιδιοκτησίας τους, θα έπρεπε να θεωρηθεί ανεφάρμοστη, ως αντίθετη στις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρ. 1 παρ. 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 14 παρ. 1 και 26 ν.2462/1997 και 4 παρ. 1, 17 παρ. 2 και 25 παρ. 1 εδ.
τελευταίο του Συντάγματος). Β) Ότι, άλλως, το Πρωτοδικείο με την πληττομένη απόφασή του παρερμήνευσε διά της παραδοχής, ότι ως "προσωρινή" κατάληψη νοείται κατ’ άρθρ. 10 παρ.3 ν.1955/1991 πάσα τοιαύτη, ανεξαρτήτως του είδους του έργου, του διαδραμόντος χρόνου μη ολοκληρώσεώς του, των μακροχρονίων κατά την εκτέλεσή του διακοπών και της υπάρξεως ή μη ευθύνης της αναιρεσίβλητης για τις καθυστερήσεις στην υλοποίηση του όποιου προγραμματισμού.
Αντιθέτως το δικαστήριο υπό την αιγίδα της ερμηνείας των προδιαλαμβανομένων διατάξεων θα έπρεπε να δεχθεί, ότι ως "προσωρινή" θεωρείται μόνο η κατάληψη, που δεν υπερβαίνει το απολύτως αναγκαίο διάστημα για την εκτέλεση του συγκεκριμένου σε κάθε περίπτωση έργου, ώστε να μη προκαλείται δυσανάλογη βλάβη σε ιδιωτικά δικαιώματα εν σχέσει προς τον επιδιωκόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος.
Σε κάθε περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση θα έπρεπε να δεχθεί, ότι η "προσωρινή" κατάληψη για την εκτέλεση έργων του Μετρό, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων: α) Δεν δικαιολογείται στις περιπτώσεις που η κατάληψη δεν έχει "προσωρινό" χαρακτήρα, καθώς η μακροχρόνια αποξένωση του ιδιοκτήτη από τις ωφέλειες του πράγματος αποτελεί μόνιμη στέρηση της ιδιοκτησίας του, κατά παραβίαση κάθε αρχής αναλογικότητος και κάθε διατάξεως περί προστασίας της ιδιοκτησίας, για την οποία και θα πρέπει να αποζημιωθεί.
β) Δεν δικαιολογείται στις περιπτώσεις που η "προσωρινή" κατάληψη αφορά εκτάσεις, που θα κηρυχθούν τελικώς απαλλοτριωτέες για την εκτέλεση του έργου, διότι, άλλως, απλά και μόνο η καθυστέρηση της κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεώς τους, υπό το πρόσχημα της "προσωρινής καταλήψεως", συνιστά ανεπίτρεπτη επέμβαση στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, αφενός ανατρεπομένης της επιβαλλομένης, ως άνω, εύλογης ισορροπίας μεταξύ του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και της προστασίας του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιοκτησίας και αφετέρου παραβιαζομένης της θεμελιώδους, συνταγματικώς (άρθρ. 17 Συντ.) κατοχυρωμένης αρχής, άρθρο του Συντάγματος συμφώνως προς το οποίο η πλήρης αποζημίωση για την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας θα πρέπει να καταβάλλεται στον ιδιοκτήτη πριν από την κατάληψη του ακινήτου του, ώστε να δύναται να το αντικαταστήσει με άλλο ισάξιο.
Παρέπεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφασή του θα έπρεπε να εξετάσει τα χρονικά όρια της "προσωρινής" καταλήψεως και να κρίνει ότι τα τμήματα της ιδιοκτησίας του (αναιρεσείοντος) άρχισαν να καταλαμβάνονται για την εκτέλεση του έργου στις 4-7-2006 και ότι η συνέχιση της καταλήψεώς τους μετά την 1-1-2009 υπερέβη τα εύλογα χρονικά περιθώρια για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου (κατασκευή σταθμού του μετρό) με αποτέλεσμα να μην αποτελεί πλέον αναποζημίωτη "προσωρινή" κατάληψη κατά την έννοια του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.1955/1991, αλλ’ αδικαιολογήτως παρατεθείσα κατάληψη πέραν του ευλόγου χρόνου, για την οποία οφείλεται η καταβολή αποζημιώσεως χρήσεως.
VII. Κατά συνέπεια, ανακύπτει ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος, το οποίο φέρεται προς κρίση με τον ως άνω μοναδικό αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και μπορεί να ανακύψει και σε άλλες όμοιες περιπτώσεις, γι’ αυτό πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί κατά τα άρθρ. 563 παρ. 2 περ. β ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 του Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αφού η παρούσα απόφαση παραπομπής είναι ομόφωνη, προκειμένου να κριθεί, ειδικότερα, εάν:
α) Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.1955/1991, χωρίς να συντρέχει ιδιαίτερος (~αποχρών) λόγος δημοσίου συμφέροντος, δικαιολογούντος την σχετική ρύθμιση με βάση τις αρχές της ισότητος και της αναλογικότητος, θεσπίζει αδικαιολογήτως άνιση και δυσμενή μεταχείριση των ν.π.δ.δ. έναντι των φυσικών προσώπων ή ν.π.ι.δ., που έχει ως αποτέλεσμα να ανατρέπεται η δίκαιη και εύλογη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και των επιταγών για την προστασία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, στις οποίες προδήλως περιλαμβάνεται και η αξίωση των ν.π.δ.δ.
για την αποζημίωσή τους από την μακροχρόνια στέρηση της χρήσεως της ιδιοκτησίας τους και, επομένως, η σχετική ρύθμιση θα πρέπει να θεωρηθεί ανεφάρμοστη, ως αντίθετη στις προρρηθείσες ουσιαστικές διατάξεις (του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, του ν.2462/1997 και του Συντάγματος, όπως αναλυτικώς ανωτέρω παρατίθενται).
Και β) (εάν) ως "προσωρινή" κατάληψη κατ’ άρθρ. 10 παρ. 3 ν. 1955/1991 νοείται κάθε κατάληψη, που διαρκεί μέχρι την ολοκλήρωση του έργου, ανεξαρτήτως του είδους του έργου, του χρονικού διαστήματος που παρήλθε χωρίς να ολοκληρωθεί, τις μακροχρόνιες διακοπές κατά την εκτέλεσή του και την ύπαρξη ή μη ευθύνης της αναιρεσίβλητης για τις καθυστερήσεις υλοποιήσεως προγραμματισμού ή κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις ως "προσωρινή" θεωρείται μόνο η κατάληψη που δεν υπερβαίνει το απολύτως αναγκαίο διάστημα, για την εκτέλεση του συγκεκριμένου σε κάθε περίπτωση έργου, ώστε να μην προκαλείται δυσανάλογη βλάβη σε ιδιωτικά δικαιώματα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος.
VIII. Εν κατακλείδι, ερευνητέον εδώ είναι το δίπτυχον: Εάν η εφαρμογή της προειπωθείσης διατάξεως (άρθρ. 10 παρ. 3 ν. 1955/1991) είναι αδικαιολόγητη: 1) στις περιπτώσεις μη προσωρινού χαρακτήρος καταλήψεων, καθώς η μακροχρόνια αποξένωση του ιδιοκτήτη από τις ωφέλειες του πράγματος αποτελεί μόνιμη στέρηση της ιδιοκτησίας του, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητος και της διατάξεως περί προστασίας της ιδιοκτησίας, για την οποία και θα πρέπει να αποζημιωθεί και 2) στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η "προσωρινή" κατάληψη αφορά εκτάσεις, που θα κηρυχθούν τελικώς απαλλοτριωτέες για την εκτέλεση του έργου, διότι, άλλως, απλά και μόνον η καθυστέρηση της κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεώς τους, με το πρόσχημα της "προσωρινής καταλήψεως", συνιστά ανεπίτρεπτη επέμβαση στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, αφενός ανατρέπουσα την επιβαλλομένη από το άρθρο 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ εύλογη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και της προστασίας του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιοκτησίας, και αφετέρου, παραβιάζουσα την θεμελιώδη αρχή, που απορρέει από το άρθρο 17 του Συντάγματος, συμφώνως προς το οποίο η πλήρης αποζημίωση για την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας θα πρέπει να καταβάλλεται στον ιδιοκτήτη πριν από την κατάληψη του ακινήτου του, ώστε να δύναται να το αντικαταστήσει με άλλο ισάξιο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον μοναδικό από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο της από 16-5-2016 αιτήσεως του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) περί αναιρέσεως της 13296/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ