Supreme Court dismisses appeal for inadmissible late claim of family trust right in inheritance dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting a new claim regarding a family trust. The appellant argued the claim was inadmissibly rejected for the first time at the appellate level, but the court found he had previously proposed it at the first instance without valid exceptions. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the respondents, and the appeal fee was forfeited.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; A late claim for a family trust right is inadmissible if not raised with valid exceptions at the first instance or appellate level.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 654 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 654/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ.-Μ. Σ. του Α. κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Πολυζωγόπουλου.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Α. Τ. του Ο., κατοίκου ..., 2)Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 3)Σ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 4) Θ.-Μ.-Ε.-Ε.-Μ. το γένος Μ. χας Α. Σ., 5)Ε.-Α. Σ. του Α., 6)Κ. Σ. του Α., κατοίκων ..., των τριών τελευταίων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς εναγομένου Α. Σ. του Α.. Ο 2ος των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Νικολάου Καμπάνη, οι 1ος 3ος 4η 5η και 6ος δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-1977 αγωγή, των ήδη 1ου 2ου 3ου των αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, και 111/2015 του Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 10-9-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 21-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις με επίκληση προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθμ. ... /11-3-2016 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Π. Π. Ν. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της κάτωθι αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρμοδίως ορισθείσα δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (19-10-2016), με παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τρεις τελευταίους εκ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην παραπάνω δικάσιμο με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.. Επομένως, κατ’ άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ., πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία των κλητευθέντων ως άνω αναιρεσίβλητων.- Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, είναι αβάσιμος όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κήρυξε απαράδεκτο που δεν υπήρχε στη συγκεκριμένη περίπτωση, τέτοιο δε απαράδεκτο δεν υπάρχει όταν επί διανομής κοινού ακίνητου πράγματος αγωγής αποδεικνύεται ότι η αγωγή αυτή έχει εγγραφεί κατά το άρθρο 220 παρ.1 του ΚΠολΔ. στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, οι ενάγοντες, επικαλούμενοι ότι με τους εναγομένους είναι συγκύριοι των σ’ αυτήν περιγραφόμενων ακινήτων (αγροκτημάτων) και ότι οι τελευταίοι δεν συναινούν στην εξώδικη λύση της συγκυριότητας, ζήτησαν με την από 20-9-1977 αγωγή τους την αυτούσια δικαστική διανομή των επικοίνων, αλλιώς την εκποίησή τους με πλειστηριασμό και τη διανομή του εκπλειστηριάσματος στους διαδίκους κατά το λόγο της μερίδας συγκυριότητας του καθενός. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την πρωτόδικη υπ’ αριθμ. 87/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, με την οποία και διατάχθηκε η αυτούσια διανομή των επικοίνων κατά τον σ’ αυτήν αναφερόμενο τρόπο. Η αγωγή αυτή, όπως βεβαιώνεται στην υπ’ αριθμ. 299/1978 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, προκύπτει δε και από το προσκομιζόμενο νόμιμο αντίγραφό της, ως αγωγή διανομής ακινήτων, καταχωρήθηκε στις 3-10-1977 στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Ορχομενού (τόμ....) σύμφωνα με το άρθρο 220 παρ.1 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ορθώς το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής της στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, αφού δημιουργείται απαράδεκτο και αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. μόνο από την παράλειψη εγγραφής της αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων και όχι στην, κατά τον αναιρεσείοντα, μη προσήκουσα εγγραφή λόγω ανακριβούς ή μη ορθής περιγραφής των επίκοινων ακινήτων, που είναι το αντικείμενο της αγωγής διανομής και τα αντίθετα, που υποστηρίζει ο τελευταίος, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμα.- Για τον καθορισμό της υπερβάσεως ή μη, στην υπό του δικαστηρίου της ουσίας παρασχεθείσα έννομη προστασία του, με την έννοια του "αιτηθέντος", περιλαμβανόμενου κεφαλαίου δίκης, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ., πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πλήρης περιγραφή τούτου στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο.
Ειδικότερα, όταν πρόκειται για δικαστική διανομή ακινήτου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο η κατ’ έκταση αλλά και η κατά τα όρια περιγραφή του ακινήτου. Ως εκ τούτου, χωρίς κάποια ιδιαίτερη παράλειψη, που να καταδεικνύει την υπέρβαση και να αναφέρεται ειδικά στο λόγο αναίρεσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος, όταν το ακίνητο, του οποίου διατάχθηκε η διανομή, καθορίζεται, στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με τα ίδια όρια που αναφέρονται στην αγωγή, όχι όμως και δια της στην αγωγή αναφερόμενης ως "περίπου" εκτάσεως αυτού, αλλά δια μεγαλύτερης εκτάσεως, είτε εκ παραδρομής αναφερόμενης ως μικρότερης στην αγωγή, είτε ως περιεχόμενης στην ως "περίπου", αναφερόμενη σ’ αυτήν έκταση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, κατ’ επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, διέταξε την αυτούσια διανομή των επίδικων ακινήτων, μεταξύ των οποίων ένα αγρόκτημα, κείμενο στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ... (πρώην ...) ... Ν. Αρκαδίας, στη θέση "...", εκτάσεως εκατόν ενενήντα ενός (191) στρεμμάτων, αποτελούμενο από δύο συνεχόμενα τμήματα, που διαχωρίζονται με χάνδακα, με την ονομασία για μεν το ανατολικό ακίνητο "...", για δε το δυτικό "...".
Τα όρια του ως άνω επίκοινου ακινήτου, όπως περιγράφονται στην επικυρωμένη πρωτόδικη απόφαση, συμπίπτουν απόλυτα με τα όρια που αναφέρονται στην αγωγή. Όμως, η έκταση του εν λόγω ακινήτου, αναφερόμενη στην ένδικη αγωγή ως "εκατόν πεντήκοντα (150) στρεμμάτων, πλέον ή έλαττον ή οσησδήποτε εκτάσεως εάν είναι", καθορίστηκε σε εκατόν ενενήντα ένα (191), όση δηλαδή διαπιστώθηκε ότι είναι με τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη, που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τα οποία, ανελέγκτως εκτιμώντας αυτήν, δέχεται το δικάσαν Εφετείο.
Έτσι, όμως, κρίνοντας το Εφετείο, ενόψει των προεκτεθέντων περί του προσδιορισμού της στον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. έννοιας του "αιτηθέντος" και της πλέον αυτού επιδικάσεως, δεν επιδίκασε κάτι πλέον του αιτηθέντος. Επομένως, ο την πλημμέλεια της εν λόγω επιδικάσεως προσάπτων στην προσβαλλόμενη απόφαση πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.
Με τον πρώτο λόγο, κατά το τρίτο μέρος του, της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της τοποθεσίας και της εκτάσεως του πρώτου επίκοινου ακινήτου, δεχόμενο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς διεξαγωγή οιασδήποτε αποδείξεως, πρωτοβαθμίως ή κατ’ έφεση, και ειδικότερα ως προς την ταυτότητα του πρώτου διανεμητέου στην αγωγή ακινήτου με το τελικώς διανεμηθέν.
Όμως, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με την υπ’ αριθμ. 299/1978 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, λόγω αρνήσεως των εναγομένων ως προς την ταυτότητα (θέση και έκταση) του πρώτου επίκοινου ακινήτου, τάχθηκε το οικείο θέμα απόδειξης. Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 87/2007 οριστική απόφασή του δέχθηκε ότι από τις αποδείξεις προέκυψε ότι το προς διανομή πρώτο ακίνητο κείται στη θέση "...", είναι εκτάσεως 191 στρεμμάτων και έχει όρια τα αναφερόμενα στην αγωγή.
Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε, συνεκτιμώντας κυρίως τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων μερών και τα προσκομιζόμενα έγγραφα (συμβόλαια κλπ), σχετικά με την ταυτότητα του πρώτου επίκοινου ακινήτου, που αμφισβητήθηκε από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, ότι το εν λόγω ακίνητο, που διαχωρίζεται σε δύο τμήματα, με τα τοπωνύμια "...", παρά την εκ παραδρομής αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο ότι βρίσκεται στη θέση ..., αντί της ορθής "...", είναι αδιαμφισβήτητα το περιγραφόμενο στην αγωγή.
Κατόπιν τούτου, απέρριψε το σχετικό πρώτο λόγο εφέσεως ως αβάσιμο, αφού σχημάτισε την κρίση του αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από τη συνεκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων.
Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς να ταχθεί θέμα απόδειξης και ο παραπάνω από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος, αφού η διαλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση, υπό το πρόσχημα της προαναφερόμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 269 του ίδιου Κώδικα, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 2915/2001, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη που προβλέπεται από την παράγραφο 2 περ.
γ’ και δ’ της δεύτερης από αυτές, σύμφωνα με την οποία κατ’ εξαίρεση η προβολή νέων ισχυρισμών στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται και όταν αυτοί αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία ή εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος που προτείνει τον ισχυρισμό δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.
Επομένως, ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει την συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους και συγκεκριμένα στην περίπτωση της παρ. 2 εδ. γ’ και δ’ του άρθρου 269 ΚΠολΔ πρέπει να επικαλεσθεί τη (δικαστική) ομολογία ή τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να προσκομίσει, από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμός, ισχυριζόμενος παράλληλα, στην περίπτωση των εγγράφων, ότι δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξή τους.
Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, αναφέρεται δε μόνο σε δικονομικές πλημμέλειες, όπως είναι και η απαράδεκτη υποβολή νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (Ολ.Α.Π.2/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ. αιτίαση, της παρά το νόμο κήρυξης απαράδεκτου και ειδικότερα της από το Εφετείο απόρριψης, ως απαράδεκτου, λόγω προβολής του, για πρώτη φορά, στη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 87/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, του οψιγενή ισχυρισμού του εκκαλούντος - δεύτερου εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, περί υπάρξεως όρου οικογενειακού καταπιστεύματος υπέρ των εναγομένων στη διαθήκη της Μ.
Μ., μητέρας του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Α. Μ., που απέκλειε τη νόμιμη κτήση κυριότητας υπό των εναγόντων στα επίδικα ακίνητα, χωρίς να εξεταστεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τον οποίο (ισχυρισμό) επανέφερε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως και αποδεικνυόταν εγγράφως. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του δεύτερου εναγόμενου, της έφεσης αυτού και των προτάσεων του ίδιου ενώπιον του Εφετείου) ο αναιρεσείων πρότεινε για πρώτη φορά τον επίμαχο ισχυρισμό κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, χωρίς να επικαλεστεί συγχρόνως κάποια από τις νόμιμες εξαιρέσεις, που θα δικαιολογούσε την καθυστερημένη προβολή του, αλλά και ενώπιον του Εφετείου δεν εξέθεσε κάποιο νόμιμο λόγο όψιμης προβολής του, ούτε ισχυρίσθηκε ότι προσκόμισε βραδέως την ως άνω διαθήκη, διότι αγνοούσε την ύπαρξή της, ούτε μπορούσε να την πληροφορηθεί εγκαίρως.
Επομένως, συννόμως το Εφετείο απόρριψε τον ισχυρισμό αυτόν ως απαράδεκτο. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 - 9 - 2015 αίτηση του Δ. - Μ. Σ. του Α. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 111/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ