Supreme Court dismisses appeal on misinterpretation of debt recognition contract and unjust enrichment laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant bank's appeal against a final judgment regarding a debt recognition contract. The appellant argued the lower court incorrectly applied unjust enrichment laws to invalidate the debt, but the court found the legal reasoning sound. The court held that a debtor can successfully invoke unjust enrichment to challenge a debt recognized without cause, rendering the appeal baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 873 and 904 of the Civil Code; A debt recognized without cause may be challenged by the debtor invoking unjust enrichment, and an appellate court cannot reject such a defense by erroneously concluding that the debtor is protected solely by the recognition contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 654 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 654/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ (ΑΤΕbank)", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γαλετσέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 10 Μαρτίου 1995 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8140/1995 μη οριστική και 7145/2000 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 7521/2004 προδικαστική και 6846/2008 τελεσίδικη του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 14 Απριλίου 2010 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Λεοντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 216/24-2-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 6846/11-12-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 128/13, ΑΠ 1654/05, ΑΠ 1208/08, ΑΠ 1573/06).
Περαιτέρω γίνεται δεκτό ότι στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με την αναίρεση πλήσσεται είτε μία απ' αυτές είτε όλες μεν αλλά η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες κρίνονται απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.
ΑΠ 25/2003 Ολ. ΑΠ 25/94, ΑΠ 137/12, ΑΠ 320/08, ΑΠ 308/99). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 16140/29-6-1979 συμβολαιογραφικής "πράξης αναμόρφωσης....." που αυτή είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει προς απόδειξη της προβληθείσας από την ίδια (αναιρεσείουσα), (σε αντίκρουση της από το άρθρο 904 ΑΚ ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης) ένστασης κατάρτισης μ'αυτήν σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης (κατά της διατάξεις του αρθ.873 AK) εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του κατά την 31-12-78 υφισταμένου προς αυτήν (αναιρεσείουσα) χρέους της, παραλείψασα την ανάγνωση της διαλαμβανομένης, στην εν λόγω πράξη αποδεικτικής της ως άνω ένστασης περικοπής περί της ρητής και ανεπιφύλακτης αναγνώρισης εκ μέρους της τελευταίας (αναιρεσίβλητης) του παραπάνω χρέους της.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος αφού, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, (φυλ.7α σελ. στοιχ.10 έως φυλ.7 σελ.β'στοιχ.10) προκύπτει ότι, ο συνδεόμενος με την προβαλλόμενη αιτίαση ισχυρισμός - ένσταση της αναιρεσείουσας περί αφηρημένης αναγνωρίσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του προς αυτήν χρέους της με την υπ'αριθ.18140/29-8-1979 συμβολαιογραφική πράξη αναμόρφωσης απορρίφθηκε με τις επάλληλες και μη προσβαλλόμενες αιτιολογίες της αόριστης και αλυσιτελούς προβολής αυτού, οι οποίες και στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης καθιστώντας, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αλυσιτελή την από το αρθ.559 αρ.20 ΚΠολΔ προβαλλόμενη αιτίαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη, από την αιτία του χρέους.
Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β' του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας).
Κατά κανόνα όμως σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (ΑΚ 361). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία.
Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (ΑΚ 280) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας, από την οποία να πηγάζει νέα ενοχή, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΚ 873, 361 ΑΠ 1501/2006, 1438/2006, 1432/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, και Ολ.ΑΠ 4/2005). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο περιλαμβάνονται όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί Κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, καθώς επίσης ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης.
Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. (ΑΠ 355/2011, ΑΠ 604/2011) ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλόμενης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, όταν, δηλαδή, το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 495/13).
Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου την ιδιαίτερη προστασία του οποίου επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000, ΑΠ 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών.
Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, τη δήλωση βουλήσεως α) δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές β) δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 211/11) και γ) δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της σύμβασης. Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 59 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην, έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται , βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 467/2013, ΑΠ 568/2013 1258/13).
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ερμηνεία των διαλαμβανομένων στο από 15.12.87 "ιδιωτικό συμφωνητικό ρυθμίσεως δανείων" δηλώσεων βουλήσεων των διαδίκων μερών αναφορικά με την κατάρτιση ή όχι μ'αυτό σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ καθόσον η ερμηνευτικώς εξενεχθείσα με τη διαλαμβανόμενη στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού ανεπαρκή αιτιολογία, κρίση αυτής περί της αληθούς δικαιοπρακτικής βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων με την αρνητική ως προς το κρίσιμο ως άνω ζήτημα παραδοχή (της μη κατάρτισης δηλαδή τέτοιας σύμβαση) αντικρούεται από τα χρησιμοποιηθέντα προς ανεύρεση της κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ'εκτίμηση του συνόλου των από τους διαδίκους νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, ως προς την ουσία του κρισίμου ως άνω ζητήματος τα παρακάτω: "Με βάση τα .../1971 και 2147/1973 δανειστικά συμβόλαια του συμβολαιογράφου Χρόνη Πολυμίλη και το .../1972 δανειστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστάσιου Νικολακόπουλου, η αρχικά εναγόμενη και εκκαλούσα τράπεζα ΕΤΒΑ Α.Ε, στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε η ήδη παριστάμενη ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε., ως καθολική διάδοχος της, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της αρχικά εναγομένης, η τελευταία χορήγησε στην εφεσίβλητη τρία τοκοχρεολυτικά δάνεια, συνολικού ύψους 39.743.000 δραχμών, για την ανέγερση τουριστικού συγκροτήματος, στη θέση "...", συνολικής δυναμικότητας 501 κλινών, σε ακίνητο της εφεσίβλητης.
Προς εξασφάλιση δε της εκκαλούσας η εφεσίβλητη της χορήγησε δικαίωμα πρώτης υποθήκης στο εν λόγω ακίνητο για ποσό 54.120.000 δραχμών. Επειδή τα ως άνω δάνεια δεν εξυπηρετούντο τακτικά από την εφεσίβλητη, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η 16140/29.6.1979 πράξη αναμορφώσεως δανείων, με αντικείμενο τη ρύθμιση του τρόπου εξυπηρέτησης των δανείων, προς διευκόλυνση της οφειλέτριας και σύμφωνα με τους όρους της 203/24.5.1978 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής και της 304/14.8.78 απόφασης της Υποεπιτροπής Δανείων και Συναλλάγματος της Ν.Ε.
Ειδικότερα, συμφωνήθηκε, ότι η εξυπηρέτηση των συνολικών δανειακών υποχρεώσεων της οφειλέτριας, με ημερομηνία 31/12/78, που αναφέρονται στην πράξη, θα γίνει με ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις (καταβλητέες την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους), το συνολικό ποσό των οποίων κατ' έτος θα αντιστοιχεί σε ποσοστό 20% επί του κατά ίο προηγούμενο εκάστοτε έτος πραγματοποιούμενου ακαθάριστου κύκλου εργασιών της από την εκμετάλλευση όλων των εγκαταστάσεων της επιχειρήσεως (πραγματικού τζίρου), που σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσε να είναι μικρότερο του κύκλου εργασιών της του έτους 1978 (που ανερχόταν σε 11.165.221 δραχμές), προσαυξανόμενου εκάστοτε κατά τις από 1/1/79 και εφεξής εγκρινόμενες αρμοδίως αυξήσεις των τιμών των παρεχόμενων από τις τουριστικές επιχειρήσεις υπηρεσιών (πλασματικός τζίρος), καθώς και ότι οι εν λόγω δανειακές υποχρεώσεις θα εξυπηρετηθούν εντόκως με επιτόκιο 7,02% ετησίως.
Επίσης, συμφωνήθηκε, ότι οι εκάστοτε καταβολές θα κατανέμονται σε εξόφληση κατά ποσοστό 95,36% του δάνειου του .../71 συμβολαίου, κατά ποσοστό 3,77% του δανείου του .../72 συμβολαίου και κατά ποσοστό 0,87% του δανείου του .../73 συμβολαίου και ότι σε περίπτωση καθυστερήσεως των οφειλομένων, θα χωρεί το ανώτατο όριο επιτοκίου, το καθοριζόμενο από τις αρμόδιες αρχές προκειμένου περί τουριστικών δανείων.
Ωσαύτως, συνομολογήθηκε, ότι η συμφωνούμενη ρύθμιση δεν αποτελεί ενοποίηση των δανείων, αλλά ενιαία διευκόλυνση εξυπηρετήσεως περισσότερων δανείων, καθένα από τα οποία διατηρεί την αυτοτέλεια του και κατά τα λοιπά άπαντες οι όροι παραμένουν απολύτως αμετάβλητοι. Όμως, λόγω της χαμηλής αποδόσεως του ξενοδοχειακού συγκροτήματος της εφεσίβλητης, ο πραγματικός ακαθάριστος κύκλος εργασιών της, από το έτος 1978 και έκτοτε, υπολειπόταν πάντοτε έναντι του πλασματικού, με αποτέλεσμα οι οφειλές της να υπολογίζονται από την εκκαλούσα με βάση τον πλασματικό ακαθάριστο κύκλο εργασιών της (πλασματικό τζίρο).
Η εφεσίβλητη άρχισε την εξυπηρέτηση των δανείων της από το έτος 1984, προβαίνοντας μέχρι το έτος 1994 σε τμηματικές καταβολές, συνολικού ύψους 198.441.704 δραχμών. Στη συνέχεια, με το από 15/12/87 ιδιωτικό συμφωνητικό ρυθμίσεως δανείων, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκαν οι όροι ρύθμισης των καθυστερούμενων οφειλών της εφεσίβλητης, που κατά την εκκαλούσα, στις 1/1/87, ανερχόντουσαν σε 23.761.118 δραχμές, ώστε η αποπληρωμή τους να γίνει σε 8 χρόνια, με δύο χρόνια χάριτος και καταβολή της πρώτης δόσης στις 1/7/89 και της τελευταίας στις 1/1/95.
Συγχρόνως, συνομολογήθηκε και πάλι, ότι η ρύθμιση που έγινε με την εν λόγω σύμβαση δεν αποτελεί ενοποίηση των δανείων σε ένα, αλλά διευκόλυνση εξυπηρετήσεως περισσότερων δανείων, καθένα από τα οποία διατηρεί την αυτοτέλεια του και ότι παράβαση οποιουδήποτε όρου της εν λόγω συμβάσεως αποτελεί και παράβαση όρου των παραπάνω δανειστικών συμβολαίων και συνεπάγεται τις συνέπειες που προβλέπονται στα άρθρα των συμβολαίων και ως προς την πράξη αυτή, καθώς και ότι κατά τα λοιπά όλοι οι όροι των δανειστικών συμβολαίων παραμένουν ισχυροί και μάλιστα ρητά συμφωνήθηκε, ότι τα άληκτα κεφάλαια θα εξακολουθήσουν να εξυπηρετούνται με τους παλιούς όρους.
Από το περιεχόμενο των δηλωθεισών στο εν λόγω συμφωνητικό βουλήσεων των συμβαλλομένων, ερμηνευομένων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), σε συνδυασμό με το σύνολο των περιστάσεων, που αναφέρθηκαν, προκύπτει, ότι η αληθής βούληση των άνω συμβληθέντων διαδίκων δεν κατέτεινε στη δημιουργία νέας αυτοτελούς ενοχής, με τη μορφή της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, που, ενόψει όσων εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αλυσιτελώς επικαλέστηκε πρωτοδίκως και πάλι επικαλείται η εκκαλούσα (βλ.
και άρθρο 904 εδ γ' ΑΚ) ή της αιτιώδους αναγνωρίσεως και μάλιστα, με δικαιοπρακτική βούληση κατευθυνόμενη στον αποκλεισμό των ενστάσεων, που πηγάζουν από τις προϋφιστάμενες ενοχές, αλλ' ούτε και στην επιβεβαίωση τούτων, καθόσον δεν αποδεικνύεται η ανάγκη μιας τέτοιας επιβεβαίωσης. Αντίθετα, το επίμαχο συμφωνητικό αποτελούσε απλή τροποποιητική συμφωνία, μέσα στα πλαίσια των αρχικών δανειακών συμβάσεων, προς διευκόλυνση της οφειλέτριας στην εξυπηρέτηση των περισσότερων δανειακών της υποχρεώσεων, ως προς τον τρόπο εξυπηρέτησης των καθυστερούμενων οφειλών της.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τη διηγηματική αναφορά, σ' αυτό, ποσών άληκτων δανείων και καθυστερούμενων οφειλών (χωρίς ανεπιφύλακτη αναγνώριση τους), γεγονός που δεν ενέχει δικαιοπρακτική βούληση παραίτησης της οφειλέτριας από τις τυχόν προϋπάρχουσες ενστάσεις της, ενόψει της ρητής και πανηγυρικής αναφοράς στο ρυθμιστικό χαρακτήρα της συμφωνίας, στην ισχύ των παλιών όρων και στις συνέπειες παραβίασης τους, που προεχόντως αποτελεί (μια τέτοια παραβίαση) τη θεμελιωτική βάση για την προβολή ενστάσεων από τις προϋφιστάμενες ενοχές.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε, ότι το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό δεν στερούσε την εφεσίβλητη από τη δυνατότητα να προβάλει λανθασμένους υπολογισμούς, αναφορικά με τη διαμόρφωση των οφειλών της από τα επίδικα δάνεια, μέχρι τις 1/1/87, αν και με μερικώς διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται και συμπληρώνεται με τις σχετικές αιτιολογίες της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς κατ' αποτέλεσμα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε.
Επομένως, όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εκκαλούσας, που διαλαμβάνονται στον 3° λόγο της εφέσεως της και ιδίως εκείνος, περί του ότι για τη διαμόρφωση της οφειλής της εφεσίβλητης έπρεπε, να ληφθούν, ως αφετηρία, για το μετέπειτα υπολογισμό, τα ποσά που αναφέρονται στο επίμαχο συμφωνητικό, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη με τους επικαλούμενους λόγους πλημμέλεια αφού, μετά τη διαπίστωση της υπάρξεως κενού στη διατύπωση της καταρτισθείσας με το παραπάνω, από 15-12-87, ιδιωτικό έγγραφο συμφωνίας προσέφυγε, ορθώς, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προκειμένου να αναζητήσει δι' αυτών την αληθινή δικαιοπρακτική βούληση των συμβληθέντων μερών και, χρησιμοποιώντας ως κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά την εκτεθείσα στη σχετική μείζονα σκέψη έννοια, η ανάλυση των οποίων δεν είναι απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην απόφαση, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, τη φύση και το χαρακτήρα της σύμβασης, την προκύπτουσα από το όλο περιεχόμενο αυτής (ένδικης σύμβασης) βούληση των διαδίκων καθώς και τα προσκομισθέντα προς απόδειξη αυτής αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ότι η αληθής βούληση των συμβληθέντων διαδίκων "δεν κατέτεινε στη δημιουργία νέας αυτοτελούς ενοχής με τη μορφή της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους ή της αιτιώδους αναγνώρισης και μάλιστα με δικαιοπρακτική βούληση κατευθυνόμενη στον αποκλεισμό των ενστάσεων που πηγάζουν απ'αυτή αλλά ούτε και στην επιβεβαίωση τούτων αλλά αποτελούσε απλή τροποποιητική συμφωνία μέσα στα πλαίσια των αρχικών δανειακών συμβάσεων προς διευκόλυνση της οφειλέτριας στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων της ως προς τις καθυστερούμενες οφειλές" με αποτέλεσμα να ελέγχονται αρνητικά οι προβαλλόμενες από το αρθ.559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις.
Από τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ προκύπτει, ότι η αναφερόμενη σ' αυτήν αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή, ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θα εξακριβωθεί απ' αυτήν την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις (βλ.
ΑΠ 779/04 ΕΕΝ 2004, 744, ΑΠ 208/04). Όμως, ο εναγόμενος από αφηρημένη αναγνώριση χρέους για ανύπαρκτη αιτία προστατεύεται από τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ.ΑΚ, δικαιούμενος να αντιτάξει, κατ' ένσταση, το ανύπαρκτο της αιτίας και να ελευθερωθεί έτσι, ως έχοντας αναγνωρίσει χρέος χωρίς νόμιμο λόγο (ΑΠ 317/03, ΑΠ 208/2004, ΑΠ 1458/2006) Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Α' Ολ. ΑΠ 7/2006).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 873 και 904 ΑΚ έκανε δεκτή την κατ' αυτής, από το αρθ.904 ΑΚ, ασκηθείσα αγωγή της αναιρεσίβλητης, απορρίπτοντας ως αλυσιτελή αλλά και ως αβάσιμη ουσιαστικώς την περί καταρτίσεως συμβάσεως αφηρημένης αναγνώρισης χρέους προβληθείσα προς απόκρουση αυτής ένσταση της, η οποία, σε περίπτωση ευδοκίμησης της, απέκλειε την αμφισβήτηση του αναγνωρισθέντος χρέους με την προβολή ενστάσεων αναφερομένων στην αιτία αυτού (χρέους), μεταξύ των οποίων και εκείνης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθιστώντας έτσι μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, με την εσφαλμένη (κατά την προβαλλόμενη αιτίαση) παραδοχή ότι ο ενεχόμενος από σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους για ανύπαρκτη αιτία προστατεύεται με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, κατά τα εκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, είναι δυνατή η από τον από σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης ανύπαρκτου χρέους εναγόμενο επίκληση, προς ελευθέρωση των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως έχοντος αναγνωρίσει χρέος χωρίς νόμιμο λόγο.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναίρεσης καταδικαζομένης της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ.176, 4-83 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 20-2-2009 και με αριθμ. κατ. 216/2009, αίτηση αναίρεσης της 6846/2008 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ