Supreme Court dismisses appeal on sale reversal, ruling buyer knowingly accepted hotel's lack of breakfast service.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to reverse a sale contract regarding a hotel in Samos. The appellant argued the property was defective due to the lack of a breakfast service, but the court found this feature was not part of the agreed price and was known to the buyer. Consequently, the court held that the appellant could not claim damages or reverse the sale based on this unagreed defect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 534, 535, 540 of the Civil Code; A defect in the sold property must be an agreed term or a latent defect unknown to the buyer to justify reversal of sale, and the buyer's knowledge of a non-agreed defect precludes such remedies.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 654 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 654/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ.-Ρ.-Χ. Σ. (H.-R.-H. S.), του Γ. (G.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φοίφη.
Των καθών η κλήση: 1. Γ. Κ. του Β., 2. Χ. Κ. του Β. και 3. Ρ. Χ.-Ρ. του Π. Φ., χας Β. Κ., κατοίκων ..., ως μοναδικώς εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου Β. Κ. του Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χατζηκωνσταντή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2007 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-2-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 7-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.
Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση, ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο αρχικός διάδικος και αναιρεσίβλητος Β. Κ. του Γ. απεβίωσε στις 19-10-2007 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του Γ. Κ. και Χ. Κ., καθώς και τη σύζυγό του Ρ. Χ.-Ρ., ήτοι τους ήδη καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτους. Εξάλλου, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρ. 62 και 73 του ΚΠολΔ) από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων, κατά την άσκηση της ένδικης από 18-2-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 137/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Σάμου), γνώριζε τον θάνατο του παραπάνω αρχικού διαδίκου, που επήλθε στις 19-10-2007, δηλαδή μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (28-6-2007) και πριν από την άσκηση της αναίρεσης.
Σημειωτέον, ότι ήδη ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, έχει απευθύνει την από 22-1-2010 κλήση του κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος ως άνω, ήτοι κατά των Γ. Κ., Χ. Κ. και Ρ. Χ.-Ρ. - πρώτου, δεύτερου και τρίτης των ήδη καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα-, καλώντας αυτούς να παραστούν στην ήδη ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 15-10-2010, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 8-2-2012, κατά την οποία οι ως άνω κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου καθών η κλήση-αναιρεσίβλητοι παρέστησαν στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και πρόβαλαν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, είναι έγκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση μετά των ως άνω κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου. Επειδή, κατά τα άρθρα 534 και 535 Α.Κ., που έχουν διαχρονικώς εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 3043/2002, που άρχισε να ισχύει από τις 21-8-2002, χρόνο δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α-192), ο πωλητής ευθύνεται, αν, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, το πράγμα έχει πραγματικά ελαττώματα που αναιρούν ή μειώνουν ουσιωδώς την αξία ή την χρησιμότητά του ή δεν έχει τις συμφωνημένες ιδιότητες, ενώ κατά το άρθρο 540 ΑΚ, στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, ο αγοραστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει είτε την αναστροφή της πώλησης είτε τη μείωση του τιμήματος.
Ως πραγματικό ελάττωμα, κατά τη διάταξη αυτή, νοείται η προς το χειρότερο παρέκκλιση του πράγματος από την ομαλή αυτού κατάσταση, που οφείλεται κατά κανόνα στον ατελή τρόπο κατασκευής και που έχει ως συνέπεια αρνητική επίπτωση στην αξία του πράγματος ή στη χρησιμότητα αυτού, ενόψει των συνομολογηθέντων με τη σύμβαση της πωλήσεως.
Ως δε συμφωνημένη ιδιότητα νοείται, εκτός από τα φυσικά γνωρίσματα ή πλεονεκτήματα αυτού, και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, λόγω του είδους και της διαρκείας της, επιδρά κατά τις συναλλαγές στην αξία ή τη χρησιμότητά του. Περαιτέρω, συνιστά συνομολόγηση ιδιότητας η συμφωνία περί ελλείψεως ορισμένου πραγματικού ελαττώματος.
Ανεξάρτητα, όμως, από την ύπαρξη ελαττωματικότητας στην υλική υπόσταση του πράγματος, ελάττωμα πραγματικό υπάρχει, και, όταν η ατέλεια αυτού ανάγεται στη νομική του κατάσταση, εφόσον αυτό δεν προέρχεται από δικαίωμα τρίτου (Ολ.ΑΠ 29/1990).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, αναφορικά με την ένδικη από 23-4-2003 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του με αριθμό .../26-1-2001 συμβολαίου πώλησης αστικού ακινήτου, οι διάδικοι συμφώνησαν, όπως ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος (αρχικός διάδικος) Β.
Κ., μετά το θάνατο του οποίου υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση οι κληρονόμοι του ήδη καθών η κλήση - αναιρεσίβλητοι, κατά τα προαναφερθέντα, μεταβιβάσει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα την κυριότητα ενός ξενοδοχείου Γ' κατηγορίας, που βρίσκεται στο Κοκκάρι Σάμου, μετά των συστατικών και παραρτημάτων του, λόγω πωλήσεως, έναντι αναγραφομένου τιμήματος 72.160.000 δραχμών, το οποίο θα του κατέβαλε ο αγοραστής σε δυο δόσεις.
Το εν λόγω ξενοδοχείο, με την υπογραφή του ανωτέρω συμβολαίου, παραδόθηκε στον αναιρεσείοντα, ο οποίος άρχισε τις απαραίτητες διαδικασίες για την έκδοση νόμιμης άδειας λειτουργίας του ξενοδοχείου επ' ονόματί του, πράγμα το οποίο και επέτυχε. Όταν, όμως, ο αναιρεσείων ζήτησε από τις αρμόδιες υπηρεσίες να του παρασχεθεί και άδεια για την παροχή προγεύματος στους πελάτες του ξενοδοχείου, διαπίστωσε, ότι τούτο δεν ήταν δυνατόν, λόγω του ότι το ξενοδοχείο δεν είχε τον απαιτούμενο χώρο για την παροχή αυτής της υπηρεσίας, και, ότι για να του χορηγηθεί τέτοια άδεια θα έπρεπε να προβεί στη διαμόρφωση του απαιτουμένου χώρου, πράγμα που θα απαιτούσε δαπάνες και το κυριότερο την κατεδάφιση τριών δωματίων του ξενοδοχείου, με όλες τις οικονομικές συνέπειες που θα είχε τούτο στον αναιρεσείοντα από την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου.
Η έλλειψη δυνατότητας παροχής προγεύματος στους πελάτες του ξενοδοχείου δεν συνιστά ατέλεια στην φυσική ιδιοσυστασία ή κατάσταση του πωληθέντος πράγματος, ακόμη και για επιχείρηση ξενοδοχείου Γ' κατηγορίας, αφού δεν εμποδίζει τη χρησιμοποίησή του σύμφωνα με τον προορισμό του, δηλαδή γενικά ως ξενοδοχείου της ανωτέρω κατηγορίας και, συνεπώς, δεν αποτελεί πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος ξενοδοχείου.
Αποτελεί όμως στοιχείο, το οποίο, λόγω του είδους του, επιδρά, κατά την κρατούσα στις συναλλαγές αντίληψη, στην αξία ή στην χρησιμότητα του πράγματος, αφού η μη προσφορά προγεύματος σημαίνει μειωμένες παρεχόμενες υπηρεσίες της επιχείρησης στους πελάτες της, που καθιστούν αυτή λιγότερο ανταγωνιστική έναντι ομοίων επιχειρήσεων και, επομένως, λιγότερο επιλέξιμη από τους πελάτες και λιγότερο επικερδή για τον αναιρεσείοντα και, ως εκ τούτου, αποτελεί ιδιότητα του πωληθέντος πράγματος, η οποία, όμως, δεν αποδείχθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι αποτέλεσε αντικείμενο ρητής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ούτε κατά την κατάρτιση του ανωτέρω συμβολαίου της πώλησης, αφού δεν περιλήφθηκε σ' αυτό, ούτε συνάγεται από το όλο περιεχόμενό του, ούτε συνομολογήθηκε με μεταγενέστερη συμφωνία, που να περιβλήθηκε τον συμβολαιογραφικό τύπο.
Την πασιφανή αυτή έλλειψη ασφαλώς γνώριζε και αποδέχθηκε ο αγοραστής πριν από την σύναψη και κατά τη σύναψη της σύμβασης πωλήσεως, ενώ δεν απεκρύβη δολίως, ούτε ήταν δυνατόν να αποκρυφτεί από τον πωλητή. Με τα δεδομένα αυτά, ο αναιρεσείων δεν δικαιούταν να προβεί σε αναστροφή της πώλησης και αναζήτηση των εξόδων μεταβίβασης του ξενοδοχείου, απώλεια μισθών (διαφυγόντα κέρδη) από την εργασία του, καθώς και τη δαπάνη μεταφοράς της οικοσκευής του από τη Γερμανία στη Ελλάδα.
Το πόσο των 10.000 γερμανικών μάρκων που κατέβαλε ο αγοραστής στον πωλητή με βάση το από 23-10-2000 ιδιωτικό έγγραφο (δίκην προσυμφώνου) είναι αναμφίβολο, ότι δόθηκε ως προκαταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος της μέλλουσας συμβάσεως πωλήσεως". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν δικαιούταν να προβεί σε αναστροφή της πώλησης του προαναφερόμενου Ξενοδοχείου και αναζήτηση των αιτούμενων με την αγωγή ποσών και, κατόπιν τούτου, απέρριψε την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που έχει κρίνει όμοια.
Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 534, 535 και 540 Α.Κ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 3043/2002, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι η έλλειψη δυνατότητας παροχής προγεύματος στους πελάτες του ξενοδοχείου δεν συνιστά ατέλεια στη φυσική ιδιοσυστασία του πωληθέντος, αφού δεν εμποδίζει τη χρησιμοποίησή του γενικά ως ξενοδοχείου Γ' κατηγορίας, αποτελεί όμως στοιχείο που επιδρά στην αξία ή στην χρησιμότητά του, ότι όμως η παροχή προγεύματος στους πελάτες ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο ρητής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και ότι την πασιφανή αυτή έλλειψη γνώριζε και αποδέχτηκε ο αγοραστής αναιρεσείων και δεν αποκρύφτηκε από τον πωλητή αρχικό αναιρεσίβλητο.
Επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος, καθόλα τα μέρη τους, από τον αριθμό 1 και τρίτος από τον αριθμό 19, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-2-2008 αίτηση του Χ.-Ρ.-Χ. Σ. για αναίρεση της 137/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Σάμου).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ