Legislator Case Law & Legislation
654/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against joint venture termination where no legal link to damages existed.

Case Number 654/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by partners X1 and X2 against the First Instance Court's rejection of their claim to terminate a joint venture. The lower court correctly ruled that the termination claim lacked a causal link to the dissolution of the company and the anticipated profits. Consequently, the appellate court found the appeal arguments inadmissible and baseless, upholding the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 34, 61, 741 of the Civil Code; Article 2 of the 1835 Commercial Court Ordinance; Article 20, 23, 42, 47, 50, 680 of the Commercial Code; Article 62 of the Code of Civil Procedure: When a joint venture is not legally established, members bear liability, and a claim for damages based on termination without a causal link to the company's formation is legally unfounded.

Keywords

AI generated
joint venture termination causal link damages legal personality partnership dissolution appeal inadmissibility commercial code civil liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 34, 61, 741 of the Civil Code
Article 2 of the 1835 Commercial Court Ordinance
Articles 20, 23, 42, 47, 50, 680 of the Commercial Code
Article 62 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraphs 10 and 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 22/1998
Supreme Administrative Court 1934/1998
Supreme Court 44/1990
Supreme Court 3/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 654 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Κοινοπραξία για εκτέλεση επιχειρήσεως με ιδρυθησόμενη αν. εταιρία από κοινοπρακτούντες. Καταγγελία κοινοπραξίας από ένα μέλος - ματαίωση ίδρυσης εταιρίας και αναμενομένων κερδών. Δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος καταγγελίας και ζημίας, αφού έπρεπε να ιδρυθεί εταιρία εκμετάλευσης της επιχειρήσεως ως προς την οποία μπορεί να υπάρχει προσυμβατική ευθύνη καταγγείλαντος όχι αξίωση πλήρους αποζημίωσης. Ορθώς έκρινε το Εφετείο μη νόμιμη την αξίωση. Λόγος αρ. 1 αβάσιμος, λόγοι 10,19 απαράδεκτοι.

Αριθμός 654/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο

Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγλαϊα Μυλωνοπούλου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ,

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Γκέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Μαΐου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 187/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 128/2008 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8 Οκτωβρίου 2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 34, 61, 741 του ΑΚ, 2 του διατάγματος της 2/14.5.1835 "περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων", 20, 23, 42, 47, 50, 680 του ΕμπΝ και 62 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η κοινοπραξία, η οποία είναι μη προβλεπόμενη από το νόμο, αλλά γνωστή στη συναλλακτική πρακτική ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων για την ανάπτυξη εμπορικής δραστηριότητας, εφόσον δεν έχει υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 42 του ΕμπΝ, δεν αποκτά νομική προσωπικότητα και γι' αυτό δεν μπορεί να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αλλά έχει μόνον τη δικονομικού χαρακτήρα ικανότητα να ενάγει ή ενάγεται, υποκείμενα δε της ουσιαστικής έννομης σχέσης είναι τα μέλη της κοινοπραξίας (Ολ.

ΑΠ 22/1998, Ολ. ΣτΕ 1934/1998). Εάν η κοινοπραξία εμφανίζεται στις συναλλαγές της ως ομόρρυθμη εταιρεία "εν τοις πράγμασι", δημιουργείται εις ολόκληρον ευθύνη των εμφανών εταίρων έναντι των τρίτων (άρθρο 22 του Ε.Ν.) και εφαρμόζεται αναλογικά το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρείας ως προς την διαχείριση της κοινοπραξίας, την ευθύνη των μελών της, τη λύση και την εκκαθάρισή της.

Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 766 εδ. 1, 767 παρ. 2, 776 επ. του ΑΚ, τα οποία εφαρμόζονται και στις ομόρρυθμες εταιρείες (άρθρα 18-20 Ε.Ν.), συνάγεται ότι η εταιρεία ορισμένου χρόνου λύεται και προ της παρελεύσεώς του με καταγγελία κάποιου από τους εταίρους, δηλαδή μονομερή, απευθυντέα, διαπλαστικού χαρακτήρα δικαιοπραξία, που επιφέρει άνευ ετέρου τη λύση της εταιρείας.

Aν όμως δεν συντρέχει ο προαπαιτούμενος σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της εταιρείας και συντελέσθηκε αυτή ακαίρως, υποχρεούται ο εταίρος, που κατήγγειλε ακαίρως και χωρίς σπουδαίο λόγο την εταιρεία, σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων, εκτός αν αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί το άκαιρο της καταγγελίας του.

Σπουδαίος λόγος πρόωρης λύσης της εταιρείας νοείται, κατά κύριο λόγο, η ουσιώδης παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και γεγονότα, εξαιτίας των οποίων, ενόψει και των ιδιαίτερων συνθηκών, δεν πρέπει να απαιτηθεί από τον καταγγέλλοντα, κατά τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η εξακολούθηση της σχέσης.

Άκαιρη θεωρείται η καταγγελία, όταν έγινε σε χρόνο που η διατήρηση της εταιρείας έχει ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα των εταίρων και ως εκ τούτου η λύση της συνεπάγεται γι' αυτούς την πρόκληση θετικής ζημίας ή διαφυγόντος κέρδους, προσδοκωμένου λόγω ειδικών περιστάσεων κατά τον χρόνο της καταγγελίας, εξαιτίας του ακαίρου της οποίας τούτο ματαιώθηκε.

Τόσον η θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος πρέπει, κατά τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, να συνδέονται αιτιωδώς με την άκαιρη καταγγελία της εταιρείας, δηλαδή να αποτελεί η καταγγελία πρόσφορη αιτία της ζημίας των λοιπών εταίρων (Ολ. ΑΠ 31/1998). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.

ΑΠ 18/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσειόντων ως νομικά αβάσιμη. Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 21.5.2004, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, αγωγής των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι εκτίθενται με αυτήν, σύμφωνα και με τις παραδοχές του Εφετείου τα εξής:

Η ανώνυμη εταιρεία που εδρεύει στην ... με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", προκήρυξε, κατά το μήνα Ιούνιο του 2003, δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό με διαπραγμάτευση, σύμφωνα με τον κανονισμό μισθώσεων - εκμισθώσεων ακινήτων της εταιρείας, για την μακροχρόνια (25 έτη) μίσθωση του υδροθεραπευτικού συγκροτήματος Ιαματικών Πηγών ....

Το Υδροθεραπευτικό αυτό Συγκρότημα έχει ανεγερθεί σε έκταση επιφάνειας 1.860 τ.μ., διαθέτει δύο (2) ιαματικές πηγές και βρίσκεται στην παραλιακή οδό .... Το κτίριο του υδροθεραπευτηρίου αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, 3 ορόφους και δώμα. Το κτίριο αυτό λειτούργησε για πρώτη φορά το έτος 1974, το δε έτος 1991 ξεκίνησαν οι εργασίες ανακαίνισής του, οι οποίες δεν είχαν ολοκληρωθεί.

Το δε κτίριο ιαματικής πηγής είναι ισόγειο, κυκλικό κτίριο, εμβαδού 450 τ.μ., μέσα στο οποίο υπάρχουν 2 κρατήρες φυσικής ανάβλυσης ιαματικού νερού και λειτουργεί ως πόσιμο θεραπευτήριο. Στο διαγωνισμό αυτόν είχαν δικαίωμα συμμετοχής φυσικά και νομικά πρόσωπα, καθώς και ενώσεις προσώπων που συνιστούν Κοινοπραξία, οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε ανάλογους ή συναφείς με το αντικείμενο αυτό επαγγελματικούς τομείς.

Με την ως άνω προκήρυξη ορίστηκε ότι η προσφορά θα υποβαλλόταν μέσα σε σφραγισμένο φάκελο που θα περιείχε τον υποφάκελο των δικαιολογητικών, τον υποφάκελο του επενδυτικού σχεδίου και τον υποφάκελο της οικονομικής προσφοράς και θα συνοδευόταν με εγγυητική επιστολή 30.000 ευρώ, μέχρι την 9/7/2003 στα γραφεία της εταιρείας, Βουλής 7 στην ....

Με βάση την ως άνω προκήρυξη πλειοδοτικού διαγωνισμού και προκειμένου να συμμετάσχουν σε αυτόν, ο μεν πρώτος από τους ενάγονατες (ήδη αναιρεσείοντες) ως έμπειρος ιατρός γνώστης του θερμαλισμού, ο δε δεύτερος ως έμπειρος επιχειρηματίας που και αυτός στο παρελθόν είχε ασχοληθεί με τον θερμαλισμό, συμφώνησαν με τους εναγομένους - αναιρεσιβλήτους και συνέστησαν μεταξύ τους με το από 2-7-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό Κοινοπραξία, προκειμένου να συμμετάσχουν στον ως άνω διαγωνισμό, η οποία κατά το άρθρο 3 του καταστατικού είχε "ως μοναδικό αντικείμενο τη συμμετοχή στο διαγωνισμό εκμίσθωσης των ιαματικών πηγών ...

από τα Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ", που θα διενεργείτο "με την προκήρυξη στις 9 Ιουλίου 2003", ενώ το μεν άρθρο 5 όριζε "διάρκεια της κοινοπραξίας 25 έτη, εφόσον κηρυχθεί πλειοδότης", το δε άρθρο 14 όριζε ότι η κηρυχθησόμενη πλειοδότρια "προκειμένου να μισθώσει το ακίνητο των ιαματικών λουτρών θα αντικατασταθεί από ανώνυμη εταιρεία που θα συσταθεί μεταξύ όλων των συμβαλλομένων στο παρόν συμφωνητικό".

Επίσης, καθορίσθηκαν με το καταστατικό της κοινοπραξίας η επωνυμία, η έδρα της, τα ποσοστά συμμετοχής των εναγόντων (65%) και των εναγομένων (35%) σ' αυτή, με δυνατότητα μεταβολής τους ανάλογα με την οικονομική συνεισφορά των διαδίκων και άλλες λεπτομέρειες λειτουργίας της. Η εν λόγω κοινοπραξία συμμετείχε στον ως άνω πλειοδοτικό διαγωνισμό στις 9-7-2003 και υπέβαλε πλήρη φάκελο προσφοράς, που αποτελείτο από τρεις υποφακέλους και εγγυητική επιστολή τραπέζης ποσού 30.000 ευρώ, μεταξύ των οποίων και εμπεριστατωμένη οικονομοτεχνική μελέτη - επενδυτικό σχέδιο και πρότειναν οι ενάγοντες, ως εφάπαξ τίμημα το ποσό των 53.500,00 ευρώ και ως πάγιο ετήσιο μίσθωμα για το έτος 2003 το ποσό των 70.000,00 ευρώ και από το 2004 έως και το έτος 2012 το ποσό των 70.432,00 ευρώ ετησίως.

Μετά την παρέλευση της πρώτης δεκαετίας της μισθώσεως, θα αναπροσαρμoζόταν κάθε χρόνο σε ποσοστό ίσο με το δείκτη τιμών καταναλωτή, όπως αυτός υπολογίζεται από την Ε.Σ.Υ.Ε., ο οποίος θα πολλαπλασιαζόταν με συντελεστή 1,2 προσθετικά στο μίσθωμα του αμέσως προηγούμενου έτους. Επίσης προσέφεραν ποσοστό 3% επί των ακαθαρίστων ετησίων εσόδων του μισθίου.

Η προσφορά τους αυτή έγινε δεκτή από την αρμόδια επιτροπή των Ε.Τ.Α. Α.Ε. και τελικά ανακηρύχθηκε η κοινοπραξία τους πρώτη πλειοδότης. Μετά από αυτό τα Ε.Τ.Α. Α.Ε. στις 11-12-2003 τους απέστειλαν ηλεκτρονικά στην πληρεξούσια δικηγόρο των εναγομένων ... το τελικό σχέδιο σύμβασης για την εκμίσθωση των ως άνω ακινήτων, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μετά την από 18-11-2003 συνεννόηση των εναγομένων με τους αρμόδιους των ΕΤΑ Α.Ε.

Με το ίδιο ως άνω από 11-12-2003 έγγραφο των Ε.Τ.Α. Α.Ε προσκάλεσαν τους εναγομένους, όπως την Τετάρτη, 17-12-2003 και ώρα 12.00 μ.μ., προσέλθουν στα γραφεία της εκμισθώτριας εταιρείας, στην οδό .. 7ος όροφος, γραφείο 704, για την υπογραφή της ως άνω σύμβασης μισθώσεως, προσκομίζοντας μαζί τα δικαιολογητικά που απαιτούνταν σύμφωνα με το υπ' αριθμ.

πρωτ.... έγγραφο των Ε.Τ.Α. Α.Ε. που είχε γνωστοποιηθεί στην κοινοπραξία. Κατόπιν των ανωτέρω, με την από 5-12-2003 εξώδικη πρόσκλησή τους προς τους εναγομένους, που τους επεδόθη στις 5-12-2003, τους κάλεσαν οι ενάγοντες όπως την 9-12-2003 ημέρα Τρίτη και ώρα 13.30 μεσημβρινή προσέλθουν στα γραφεία του συμβολαιογράφου Λουτρακίου Νικολάου Κανατά, οδός ...

και υπογράψουν το καταστατικό της Α.Ε., που θα έπρεπε να συστήσουν μεταξύ τους, απαραίτητη προϋπόθεση σύμφωνα με την διακήρυξη των Ε.Τ.Α. Α.Ε., προκειμένου η ανώνυμη αυτή εταιρεία να υπογράψει ως μισθώτρια την μίσθωση των "ΙΑΜΑΤΙΚΩΝ ΠΗΓΩΝ ...". Οι εναγόμενοι όμως δεν εμφανίστηκαν και συνετάγη η υπ' αριθμ. ...

πράξη εμφανίσεως των εναγόντων και μη εμφανίσεως των εναγομένων του συμβολαιογράφου Λουτρακίου Νικολάου Κανατά. Τα ανωτέρω γνωστοποίησαν στα Ε.Τ.Α. Α.Ε. με την από 16-12-2003 γνωστοποίησή τους με αριθμ. πρωτ. .... Παρά την ως άνω αρνητική στάση των εναγομένων προσπάθησαν να διασώσουν την ως άνω μίσθωση και την μεταξύ τους συσταθείσα κοινοπραξία, με αλλεπάλληλες επαφές τους με αυτούς, που έγιναν κατά το χρονικό διάστημα από 10-12 έως 15-12-2003 και αντιλήφθηκαν ότι οι αναιρεσίβλητοι - εναγόμενοι δεν είχαν πρόθεση πλέον να εκδώσουν τις εγγυητικές επιστολές, που απαιτούσαν τα Ε.Τ.Α.

Α.Ε. συνολικού ύψους 680.264 ευρώ από αναγνωρισμένη τράπεζα, προκειμένου να υπογράψουν με τους ενάγοντες τη μίσθωση αυτή. Τελικά οι εναγόμενοι με την από 20-1-2004 Εξώδικη Καταγγελία τους κατήγγειλαν με αποκλειστική υπαιτιότητά τους την ως άνω κοινοπραξία, με την αιτιολογία ότι δεν μπορούσαν να εκτελέσουν τις προς αυτούς αναληφθείσες οικονομικές, με το από 2-7-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό κοινοπραξίας, υποχρεώσεις.

Ειδικότερα, δεν μπορούσαν να καταβάλουν στα ETA AE το εφάπαξ τίμημα των 53.300,00 ευρώ, δεν μπορούσαν να καταθέσουν εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης των όρων της σύμβασης αορίστου χρόνου ποσού 14.864,00 ευρώ, εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης των όρων της σύμβασης αορίστου χρόνου ποσού 47.400,00 ευρώ και εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης των εργασιών ανακαίνισης, αναβάθμισης και εκσυγχρονισμού, αορίστου χρόνου, ποσού 492.000,00 ευρώ.

Δήλωσαν δε πλήρη αδυναμία να εκτελέσουν τις ως άνω υποχρεώσεις τους, διότι κατόπιν ελέγχων του ΣΔΟΕ σε αυτούς λήφθηκαν σε βάρος τους περιοριστικά μέτρα του άρθρου 14 του Ν. 2523/97 με δέσμευση των καταθέσεων και των τραπεζικών λογαριασμών τους. Ο ως άνω όμως λόγος δεν αποτελεί απρόβλεπτη και αναπάντεχη και έκτακτη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών που δεν μπορούσε να προβλεφθεί και να αποτραπεί, γιατί η φορολογική νομιμότητα και οι φορολογικές υποχρεώσεις των εναγομένων και κυρώσεις σε βάρος τους δεν μπορούν κατά κανένα τρόπο να αποτελέσουν τέτοιο σπουδαίο λόγο.

Ως εκ τούτου, η από 20-1-2004 καταγγελία τους, η οποία επεδόθη στις 21-1-2004 στους ενάγοντες, αποτελεί υπαίτια μονομερή πράξη των εναγομένων, που είχε ως συνέπεια να ζημιώσουν ο καθένας από τους ενάγοντες κατά το ποσό των 7.702.471,50 ευρώ, από το οποίο 1.300.000 ευρώ αποτελεί χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους, λόγω κλονισμού της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας από την αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων και το υπόλοιπο διαφυγόντα κέρδη, τα οποία θα αποκόμιζαν από την εκμετάλλευση εκ μέρους της μέλλουσας να συσταθεί ανώνυμης εταιρείας των ιαματικών λουτρών, των οποίων είχε αναδειχθεί πλειοδότης η κοινοπραξία, εάν δεν είχε χωρήσει η υπαίτια αντισυμβατική συμπεριφορά (καταγγελία της κοινοπραξίας) από τους εναγομένους, όπως ειδικότερα τα επί μέρους ποσά αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή.

Ζητείται δε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον καθέναν από τους ενάγοντες το ποσό των 7.702.471 ευρώ και επικουρικώς το μικρότερο ποσό των 3.129.277,60 (1.829.277,60 + 1.300.000) ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Τα εκτιθέμενα όμως με την αγωγή και σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, ως άνω περιστατικά, όπως εκτιμώνται, υποτιθέμενα αληθή, δεν μπορούν να υπαχθούν (όπως επιδιώκεται) στους ουσιαστικούς κανόνες των άρθρων 766 εδ. 1, 767 παρ. 2 και 298 του ΑΚ, επειδή η προβαλλόμενη αποθετική ζημία (διαφυγόντα κέρδη) των αναιρεσειόντων από τη ματαίωση ιδρύσεως και λειτουργίας ανώνυμης εταιρείας μεταξύ αυτών και των αναιρεσιβλήτων δεν ευρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την γενόμενη από τους τελευταίους καταγγελία της κοινοπραξίας, ενόψει του ότι η εν λόγω κοινοπραξία, κατά το εταιρικό σύμφωνο, είχε βασικό σκοπό τη συμμετοχή (δι' αυτής των διαδίκων) στο διαγωνισμό εκμίσθωσης των ιαματικών λουτρών, που εκπληρώθηκε επιτυχώς, η δε προσυμφωνημένη να ιδρυθεί ανώνυμη εταιρεία δεν αποτελούσε συνέχεια, κατόπιν μετατροπής, της κοινοπραξίας, η οποία εστερείτο νομικής προσωπικότητας και έτσι τα διαφυγόντα κέρδη από τη ματαίωση συστάσεως και λειτουργίας της ανώνυμης εταιρείας δεν αποτελούν άμεση ζημία των αναιρεσειόντων από την καταγγελία της κοινοπραξίας.

Και τούτο διότι η εν λόγω καταγγελία, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 766 εδ. 1, 767 παρ. 2 και 776 επ. ΑΚ, αφενός μεν επέφερε την αποδέσμευση από όλες τις στηριζόμενες στην κοινοπραξία ενοχικές υποχρεώσεις των διαδίκων, επομένως και από την προϋποθέτουσα το ενεργό της κοινοπραξίας και ενσωματούμενη σ' αυτή προσύμβαση για σύσταση μεταξύ των διαδίκων ανώνυμης εταιρίας, αφετέρου δε αποτελούσε πρόσφορη αιτία για τις ζημίες εκείνες που μπορούσαν να επέλθουν λόγω άκαιρης και πρόωρης, ενδεχομένως, λύσης της κοινοπραξίας, δηλαδή αναγόμενες στο ειδικώς καθοριζόμενο ως εμπίπτον σε ακαίρως γενόμενο χρόνο συμβατικής διάρκειας της εταιρικής από την κοινοπραξία σχέσης των διαδίκων.

Όμως στην άκαιρη αυτή καταγγελία δεν αναφέρονται οι προβαλλόμενες ζημίες των αναιρεσειόντων, αλλά συναρτώνται με προσυμβατική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων από τη μη σύμπραξή τους για τη σύσταση με τους αναιρεσείοντες ανώνυμης εταιρείας, που έχει ως αποτέλεσμα όμως τη θεμελίωση αξιώσεως αποζημιώσεως για το αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον και όχι το (αιτούμενο) διαφέρον εκπληρώσεως, δηλαδή πλήρη αποζημίωση (άρθρα 197, 198 ΑΚ).

Εξάλλου το αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη των αναιρεσειόντων από επικαλούμενη παραβίαση συμβατικής υποχρεώσεως των αναιρεσιβλήτων, που δεν συνιστά παραλλήλως και αδικοπραξία, δεν έχει νομικό έρεισμα σε διάταξη του Αστικού Κώδικα ή άλλο γενικό ή ειδικό νόμο. Επομένως, εφόσον το Εφετείο έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, δεν προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, όπως επίσης και ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου, της εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, προϋποθέτουν ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διετύπωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, δεν θεμελιώνονται δε, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο (Ολ. ΑΠ 44/1990). Επομένως, εφόσον η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε από το Εφετείο ως μη νόμιμη και δεν εξετάσθηκε η ουσία της υποθέσεως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται κατά της πληττόμενης αποφάσεως αιτιάσεις για μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, όπως και ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον 14ο όρο του συμφωνητικού της κοινοπραξίας, είναι απαράδεκτοι, ενώ αλυσιτελώς συσχετίζεται από τους αναιρεσείοντες η απόρριψη της εφέσεώς τους κατ' ουσίαν με την απόρριψη της αγωγής τους ως μη νόμιμης από το Εφετείο.

Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Με τον τρίτο και τελευταίο, κατά το δεύτερο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον 14ο όρο του κοινοπρακτικού συμφωνητικού των διαδίκων που προέβλεπε την σύσταση από αυτούς ανώνυμης εταιρείας για τη μίσθωση του ακινήτου των ιαματικών λουτρών, εάν η κοινοπραξία αναδεικνυόταν πλειοδότρια τούτου στον σχετικό διαγωνισμό.

Επομένως, εφόσον ο προβαλλόμενος με την αγωγή, ως άνω όρος του συμφωνητικού, με τον οποίο έμμεσα συνδέεται η επικαλούμενη ζημία των αναιρεσειόντων, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο με το σύνολο των ιστορουμένων σε αυτήν πραγματικών περιστατικών, από τη συνεκτίμηση των οποίων κρίθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, ο ως άνω εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-10-2008 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 128/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ