Supreme Court dismisses appeal on construction accident damages, upholding lower court's partial liability finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Piraeus regarding compensation for a construction accident. The appellant argued that the employer and subcontractor were solely liable for failing to provide safety goggles, while the lower court found the appellant partially at fault for not using them. The court rejected the appeal, ruling that the appellate court did not violate substantive law by considering the appellant's contributory negligence when calculating damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 932 of the Civil Code; Article 16 of Law 551/1915; Article 102 of Presidential Decree 1073/1981: Compensation for moral damage in work accidents is reduced if the victim's own negligence contributed to the injury.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 654 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 654/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Σκιαδά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ ... - ... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΧΩΡΟΔΟΜΗ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ψ2, κατοίκου ..., 3) Ψ3, κατοίκου ... και 4) Ψ4, κατοίκου ... . Ο 3ος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Αμπάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Οι 1η, 2ος και 4η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1812/2002 μη οριστική και 5355/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 758/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-6-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 3-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις προσκομιζόμενες ...-... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι κυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου κατά την προσδιορισθείσα αρχική δικάσιμο της 15-4-2008, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και η υπ' αριθμ. ... βεβαίωση του Γραμματέως του παρόντος τμήματος του Αρείου Πάγου ... περί αναβολής της υποθέσεως για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτη, τρίτο και τέταρτη εκ των αναιρεσιβλήτων. Επομένως εφόσον αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915.
Εξάλλου, για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποιήσεως, το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να λαμβάνει υπόψη, εκτός από τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία (συνθήκες ατυχήματος, έκταση της προκληθείσας σωματικής βλάβης και συνέπειες αυτής, οικονομική κατάσταση των μερών κ.λ.π.), και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, το οποίο συνεκτιμάται με τα ως άνω στοιχεία, γι' αυτό και δεν επιτρέπεται μετά τον τελικό καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, να μειωθεί εκ νέου τούτο ανάλογα με το ποσοστό της συνυπαιτιότητας.
Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν ή όχι την αόριστη νομική έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Για να υπάρχει συντρέχον πταίσμα, πρέπει η πράξη του ζημιωθέντος να έχει συντελέσει στην πρόκληση της ζημίας και να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας πράξης του ζημιωθέντος με την πρόκληση ή την έκταση της ζημίας.
Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πιο πάνω πράξη ή η παράλειψη του ζημιωθέντος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη ή μη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, που ανάγεται στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας.
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.
Ο λόγος από την ως άνω διάταξη δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ενώ κατά τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση, ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος είχε προσληφθεί, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα από τον προστηθέντα από τους αναιρεσιβλήτους εργολάβο, ως εργάτης οικοδόμος για την ανέγερση της αναφερόμενης οικοδομής, υπέστη από υπαιτιότητα του πιο πάνω προστηθέντος εργολάβου, καθώς και του επίσης προστηθέντος από αυτούς πολιτικού μηχανικού, εργατικό ατύχημα που είχε ως συνέπεια την απώλεια της οράσεως του αριστερού του οφθαλμού.
Ειδικότερα δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων έχοντας απασχοληθεί ήδη επί ενάμιση μήνα σε διάφορες βοηθητικές εργασίες χωρίς να είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, στις 28-7-1995 έλαβε εντολή από τον ΑΑ, τεχνίτη επιχρισμάτων να καθαρίσει τη μηχανή (πρέσα) εκτοξεύσεως υλικού επιχρίσματος (σοβά) από τα υπολείμματα αυτού, ώστε κατόπιν να την θέσει σε λειτουργία.
Ο αναιρεσείων είχε προσληφθεί ως ανειδίκευτος εργάτης και δεν γνώριζε τη λειτουργία της μηχανής αυτής, ούτε είχε ενημερωθεί σχετικώς και πολύ περισσότερο δεν έφερε προστατευτικά ομματοϋάλια, τα οποία ούτε του είχαν χορηγηθεί από τους υπευθύνους, ούτε ο ίδιος είχε φροντίσει να προμηθευτεί. Στο διάστημα από 07.30 έως 08.00 και ενώ οι υπόλοιποι εργαζόμενοι βρίσκονταν σε όροφο της οικοδομής, ο αναιρεσείων ήταν μόνος του στο ισόγειο και προσπαθούσε με κάποιο τρόπο να καθαρίσει το σωλήνα διοχετεύσεως του υλικού, χωρίς η μηχανή να έχει τεθεί σε λειτουργία.
Ξαφνικά εκτινάχθηκε ποσότητα από το υπάρχον υλικό που περιείχε ασβέστη και εισήλθε στον αριστερό του οφθαλμό, με αποτέλεσμα την απώλεια της οράσεως του εν λόγω οφθαλμού, λόγω της προκλήσεως εγκαύματος στον κερατοειδή. Ότι η απώλεια της οράσεως του αριστερού οφθαλμού του αναιρεσείοντος οφείλεται αποκλειστικά στο ως άνω ατύχημα και όχι σε βλάβη του οφθαλμού του που προϋπήρχε.
Με βάση δε τα ως άνω περιστατικά το Εφετείο κατέληξε ότι υφίσταται ευθύνη των προστηθέντων από τους αναιρεσιβλήτους πολιτικού μηχανικού και υπεργολάβου, οι οποίοι αμέλησαν να εφοδιάσουν τον αναιρεσείοντα με κατάλληλα μέσα προστασίας (ομματοϋάλια) κατά παράβαση του Π.Δ. 1073/1981, αλλά και να τον ενημερώσουν για τους κινδύνους που διέτρεχε καθώς και να τον επιβλέπουν στην εργασία που τους ανετέθη.
Συνυπαίτιος όμως του τραυματισμού του τυγχάνει και ο ίδιος ο ενάγων εφόσον αμελώς δεν φρόντισε να προστατεύσει τον εαυτό του, σύμφωνα με το άρθρο 102 εδ. στ' του π.δ. 1073/1981. Συνεκτιμώντας δε στη συνέχεια τις συνθήκες τραυματισμού του αναιρεσείοντος, τις συνέπειες εξ αυτού, τον βαθμό της ανικανότητας του για εργασία, την ηλικία του, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών και κυρίως τον βαθμό πταίσματος των αναιρεσιβλήτων και της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος έκρινε ότι το ποσό που δικαιούται ο αναιρεσείων ως χρηματική ικανοποίηση ανέρχεται σε 6000 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε σ' αυτόν, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε κριθεί ότι ο αναιρεσείων δικαιούται μεγαλύτερο ποσό.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού σε σχέση με την υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων, αλλά και του συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Εξάλλου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν νομίμως και συγκεκριμένα ότι δέχτηκε συντρέχον πταίσμα του αναιρεσείοντος, γιατί δεν φρόντισε να λάβει τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα, και συγκεκριμένα να προμηθευτεί και να χρησιμοποιήσει ομματοϋάλια, αν και δεν είχε προταθεί νομίμως από τους αναιρεσιβλήτους ένσταση συνυπαιτιότητας αυτού με τέτοιο περιεχόμενο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, τα παραπάνω περιστατικά προέκυψαν από τις αποδείξεις και ορθώς συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά στοιχεία για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποιήσεως που δικαιούται ο αναιρεσείων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-6-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 758/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του παρόντος αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ