Supreme Court dismisses appeal on labor hours, ruling public documents are private and evidence was evaluated freely.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision in a labor dispute. The appellant argued that public documents regarding his work hours lacked the legal force required to prove overtime, claiming the court erred in accepting them without scrutiny. The court rejected this, stating the documents were private to the politician's office and the evidence was properly evaluated under the principle of free evaluation of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 340, 559, 577 of the Code of Civil Procedure; Public documents regarding a politician's private office are not public documents under Article 559, and evidence is evaluated freely under Article 340.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 653 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 653/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Σ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κάπου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μανίκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 740/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4962/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-1-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 20.1.2020 αίτηση αναίρεσης με αριθμό εκθ. καταθ. 271/26/12-1-2022 προσβάλλεται η με αριθμ. 4962/4-9-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία Α) απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 9.10.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 6418/2018) έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, Β) έγινε δεκτή κατ' ουσία η από 3.5.2018 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 5353/2018) έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 740/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η από 15.12.2014 (αριθμ. εκθ. καταθ.3085/2015) αγωγή του αναιρεσείοντος και μετά από εξαφάνιση της ως άνω αποφάσεως, απορρίφθηκε η αγωγή κατ' ουσία.
Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), λαμβανομένης υπόψη και της αναστολής των νομίμων και δικονομικών προθεσμιών για την αντιμετώπιση της πανδημίας Covid 19 κατά τις περιόδους από 13-3-2020 έως 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 5-4-2021 με βάση τις εκδοθείσες διαδοχικά Δ1α/ΓΠ.οικ.υπουργικές αποφάσεις) είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, 412/2011, 444/2009, 1517/2008, 961/2007, 648/1999). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 430/2016, ΑΠ 173/2016, 1596/2014, 128/2014, 893/2012, 412/2011, 1531/2010, 109/2008).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν' απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 883/2013).
Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 361/2004, 455/1993). Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και κατά συνέπεια δεν απαιτείται ν' αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυομένου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού (ΑΠ 445/2019 1409/2019, 1078/2017, 774/2012, 1417/2009 1152/2008, ΑΠ 259/2007).
Από την επισκόπηση της αγωγής, της προσβαλλομένης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την αγωγή του ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα στις 28.11.1984 και έκτοτε εντάχθηκε στον λογιστικό κλάδο αυτής και προσέφερε τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος στο υποκατάστημα Σερρών.
Ότι δυνάμει απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, αποσπάστηκε στη Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και στη συνέχεια κατά το χρονικό διάστημα από 23.12.2005 μέχρι 31.12.2007, διατέθηκε στο γραφείο βουλευτή.
Ότι κατά το ως άνω διάστημα άσκησε τα καθήκοντα του προϊσταμένου του πολιτικού γραφείου του βουλευτή, εργαζόμενος καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου του, παρέχοντας ημερήσια και νυχτερινή υπερωριακή εργασία καθώς και εργασία κατά Κυριακές και αργίες. Ότι ο βουλευτής, στον οποίο διατέθηκε δεν του χορήγησε τις ημέρες ανάπαυσης (ρεπό) που εδικαιούτο, ούτε και του χορήγησε κατά τα έτη 2006 και 2007 ετήσια κανονική άδεια αν και το αιτήθηκε.
Ζήτησε δε, επικαλούμενος τη σύμβαση εργασίας του και το νόμο άλλως τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσόν των 19.939,78 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 29.909,67 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 740/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το αγωγικό κονδύλιο περί αμοιβής του ενάγοντα λόγω στέρησης των ημερών ανάπαυσης (ρεπό) απορρίφθηκε ως απαράδεκτο εξ αιτίας της αοριστίας του, το δε αγωγικό αίτημα περί χορήγησης προσαύξησης λόγω της μη χορήγησης της κανονικής αδείας απορρίφθηκε ως μη νόμιμο και κατά τα λοιπά η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τυπικά τις ασκηθείσες αντίθετες εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσία την από 9.10.2018 έφεση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, και δέχθηκε κατ' ουσία την από 3.5.2018 έφεση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 740/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσον αφορά στα κεφάλαια με τα οποία αιτείτο την επιδίκαση αποζημίωσης για ημερήσια και νυχτερινή υπερωριακή εργασία και εργασία τις ημέρες Κυριακής και αργίες απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν ως προς τα ανωτέρω κονδύλια.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "... Ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντος, περί του ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του στο γραφείο του βουλευτή Α. Κ., εργάστηκε πέραν του νομίμου ωραρίου του, υπερωριακά, ημέρα και νύχτα, καθώς και Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, δεν αποδείχθηκε.
Ειδικότερα προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει τις παρακάτω βεβαιώσεις του ως άνω βουλευτή: α) υπ' αριθμ. πρωτ. 10/16.2.2006, για τις επικαλούμενες ώρες εργασίας του ενάγοντα πέραν του νομίμου ωραρίου του κατά το μήνα Ιανουάριο του 2006, β) υπ' αριθμ. πρωτ. 22/13.4.2006 για τις επικαλούμενες ώρες εργασίας του ενάγοντα πέραν του νομίμου ωραρίου του, συνολικά κατά τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2006, γ) υπ' αριθμ.
πρωτ. 28/29.5.2006 για τις επικαλούμενες ώρες εργασίας του ενάγοντα πέραν του νομίμου ωραρίου του, συνολικά κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2006, δ) υπ' αριθμ. πρωτ. 38/11.8.2006 για τις επικαλούμενες ώρες εργασίας του ενάγοντα πέραν του νομίμου ωραρίου του, συνολικά κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 2006, ε) υπ' αριθμ.
πρωτ. 42/2.10.2006 για τις επικαλούμενες ώρες εργασίας του ενάγοντα πέραν του νομίμου ωραρίου του, συνολικά κατά τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2006, στ) υπ' αριθμ. πρωτ. 54/2.1.2007 για τις επικαλούμενες ώρες εργασίας του ενάγοντα πέραν του νομίμου ωραρίου του, συνολικά κατά τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2006, ζ) υπ' αριθμ.
πρωτ. 54/2.1.2007 για τις επικαλούμενες ώρες εργασίας του ενάγοντα πέραν του νομίμου ωραρίου του, συνολικά κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2006, η) υπ' αριθμ. πρωτ. 77/3.9.2007 για τις επικαλούμενες ώρες εργασίας του ενάγοντα πέραν του νομίμου ωραρίου του, συνολικά κατά τους μήνες Απρίλιο έως και Αύγουστο του 2007, θ) υπ' αριθμ.
πρωτ. 86/2.11.2007 για τις επικαλούμενες ώρες εργασίας του ενάγοντα πέραν του νομίμου ωραρίου του, συνολικά κατά τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2007 και ι) υπ' αριθμ. πρωτ. 87/9.12.2007 για τις επικαλούμενες ώρες εργασίας του ενάγοντα πέραν του νομίμου ωραρίου του, κατά τον μήνα Δεκέμβριο του 2007. Ότι, τα παραπάνω έγγραφα δεν κρίνονται πειστικά, καθώς σε αυτά αναγράφεται απλώς ένας συνολικός αριθμός ωρών που ισχυρίζεται ο ενάγων ότι εργάστηκε υπερωριακά, κατά τις νυχτερινές ώρες και σε ημέρες Κυριακής και αργίας, είτε ανά μήνα, είτε συγκεντρωτικά ανά δίμηνο, τρίμηνο, ή και τετράμηνο, χωρίς όμως να επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, ότι ο ενάγων πράγματι εργάστηκε πέραν του νομίμου ωραρίου του, αλλά και ποια ήταν τα καθήκοντά του στο γραφείο του βουλευτή, πόσοι άλλοι υπάλληλοι απασχολούνταν σε αυτό, ποιο ήταν το ωράριο εργασίας του και ιδίως τους λόγους για τους οποίους ήταν απαραίτητη η διαρκής υπερωριακή του απασχόληση, η εργασία του τις νυχτερινές ώρες, ή τις Κυριακές και αργίες, καθ' όλο μάλιστα το χρονικό διάστημα που παρείχε τις υπηρεσίες του στο βουλευτικό γραφείο, προκειμένου να επιβεβαιωθεί κατ' αυτόν τον τρόπο ότι ο ενάγων πράγματι εργάστηκε, πέραν του νομίμου ωραρίου του και τις ώρες που αναγράφονται στις παραπάνω βεβαιώσεις.
Πρέπει δε να σημειωθεί: α) Ότι λαμβάνοντας ως βάση τις παραπάνω βεβαιώσεις του βουλευτή Α. Κ., ο ίδιος ο ενάγων, στην προηγούμενη από 3.6.2011 αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε νομότυπα, ισχυρίστηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εργάστηκε πέραν του νομίμου ωραρίου του, πραγματοποιώντας σταθερά κάθε μήνα 40 ώρες ημερήσιας υπερωριακής εργασίας, 20 ώρες νυκτερινής υπερωριακής εργασίας και 30 ώρες εργασίας τις Κυριακές και αργίες, ενώ με την υπό κρίση αγωγή ισχυρίζεται ότι εργάστηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα πέραν του νομίμου ωραρίου του διαφορετικό αριθμό ωρών, χωρίς να δίνεται κάποια διευκρίνιση προς τούτο.
β) Με την τελευταία εκ των παραπάνω αναγραφόμενων βεβαιώσεων του βουλευτή Α. Κ., με αριθμό πρωτοκόλλου 87/9.12.2007, βεβαιώνεται ήδη από τις 9.12.2007, οι ώρες που εργάστηκε ο ενάγων πέραν του νομίμου ωραρίου του καθ' όλο το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2007. Με βάση τα παραπάνω, η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που ο ενάγων ζητεί να του επιδικαστεί αποζημίωση για υπερωριακή εργασία, ημερήσια και νυχτερινή και εργασία τις ημέρες Κυριακής και αργίας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αντίθετα και έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή, επιδικάζοντας στον ενάγοντα το ποσό των 2.277,12 ευρώ για ημερήσια υπερωριακή εργασία, το ποσό των 1.309,44 ευρώ για νυκτερινή υπερωριακή εργασία και το ποσό των 2.260,05 ευρώ για εργασία τις Κυριακές και αργίες, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή ως βάσιμου του τρίτου λόγου της έφεσης της εναγομένης.
Αντίθετα, ο πρώτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη έσφαλε, καθώς έπρεπε να του επιδικάσει υψηλότερα ποσά ως αποζημίωση για τις ώρες που εργάστηκε πέραν του νομίμου ωραρίου του, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια υπό την επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των προσκομισθέντων από αυτόν με επίκληση δημοσίων εγγράφων, χωρίς αυτά να προσβληθούν ως πλαστά ήτοι των προαναφερθέντων βεβαιώσεων του βουλευτή Α.
Κ.. Ειδικότερα αιτιάται, ότι ενώ από τις ως άνω βεβαιώσεις του βουλευτή Α. Κ., που δεν είχαν προσβληθεί ως πλαστές, και αποτελούν δημόσια έγγραφα, προκύπτει ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησης του αναιρεσείοντος στο γραφείο του βουλευτή, εργάστηκε πέραν του νομίμου ωραρίου του, υπερωριακά, ημέρα και νύχτα, καθώς και Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι σε αυτά αναγράφεται ένας συνολικός αριθμός ωρών, χωρίς όμως να επιβεβαιώνεται από αυτές ότι ο αναιρεσείων καθ' όλο το διάστημα που παρείχε τις υπηρεσίες του στο γραφείο του βουλευτή, εργάστηκε πράγματι πέραν του νομίμου ωραρίου του κατά τις αναγραφόμενες σε αυτές ώρες.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και τούτο, διότι οι ως άνω βεβαιώσεις που συντάχθηκαν από τον βουλευτή Α. Κ. αφορούν ιδιωτική του υπόθεση, ήτοι τη λειτουργία του πολιτικού του γραφείου και δεν συνιστούν δημόσια έγγραφα, συνταχθέντα κατά την άσκηση των βουλευτικών του καθηκόντων, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, εξάλλου, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς το ανωτέρω αποδεικτικό θέμα, τα εκτίμησε, ως προς το περιεχόμενό τους που προαναφέρθηκε, ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει κατ' είδος και επιπλέον σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δεν επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, ότι ο αναιρεσείων εργάστηκε πέραν του νομίμου ωραρίου του, αλλά και ποια ήταν τα καθήκοντά του στο γραφείο του βουλευτή, πόσοι άλλοι υπάλληλοι απασχολούνταν σε αυτό, ποιο ήταν το ωράριο εργασίας του και οι λόγοι, για τους οποίους ήταν απαραίτητη η διαρκής υπερωριακή του απασχόληση, η εργασία του τις νυχτερινές ώρες, ή τις Κυριακές και αργίες.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.1.2020 και με αριθ. εκθ. κατάθ. 271/26/12-1-2022 αίτηση περί αναιρέσεως της 4962/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ