Legislator Case Law & Legislation
653/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against expropriation decision due to contradictory reasoning on benefit presumption.

Case Number 653/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Regional Court of Crete's expropriation decision, remanding the case for retrial. The Court found the lower court's reasoning contradictory regarding the benefit presumption under Article 1 of Law 653/1977, as it simultaneously rejected the presumption for specific properties while relying on it. Consequently, the Court held the decision legally unsustainable and ordered the appellants to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 of Law 653/1977; Article 576 of the Code of Civil Procedure: When a court decision contains contradictory reasoning regarding the application of the benefit presumption, the decision is legally unsustainable and must be set aside, necessitating a retrial.

Keywords

AI generated
expropriation compensation benefit presumption contradictory reasoning legal sustainability retrial remand expropriation law legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 653/1977
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 653 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 653/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 24)… οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 37/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης και συνεκδικάστηκε με την από 2-2-2010 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 171/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-4-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου διάβασε την από 12-11-2019 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ουρανίας Παπαδάκη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ' αριθμ. 171/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4εδ.β,γ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 576 εδ.

β ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι, ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια αυτή πρώτη δικάσιμο, με νομίμως διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με αριθ.3318/4-6-2019 και 3319/6-6-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Κρήτης Ε. Φ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 28-4-2014 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 17/2014, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 22-11-2019 κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, και σύμφωνα με την διάταξη αρθ 22 παρ.4 ν.2882/2001 στις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου εκπροσωπήσαντες τους αναιρεσίβλητους δικηγόρους Άννα Βεργανελάκη και Αγάπη Μικρού.

Οι αναιρεσίβλητοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή. Κατά συνέπεια, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Η κρινόμενη από 28-4-2014 (αρ. κατ.17/2014) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 171/2013 οριστικής απόφασης του Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αρθ.18,19 και 20 ν.2882/2001 έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.

α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 653/1977, κατ' άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ Ολομ. 7/2013, 11/2004 και 10/2004).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/ 2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδάφ.

α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 423/2016, ΑΠ 318/2016, ΑΠ 406/2015).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, παρ. 1 έως 7 (ΦΕΚ Α’ 285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του ν. 653/ 1977, είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.

Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή εκείνος που αξιώνει δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, αν θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, να γίνει σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.

Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή της απόφασης για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, σε περίπτωση που ζητήθηκε απευθείας οριστικός προσδιορισμός. Μετά τη λήξη του διμήνου, η αίτηση παραπέμπεται, προκειμένου να εξεταστεί από τριμελή (διοικητική) επιτροπή, αποτελούμενη από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου πρόσωπα.

Η επιτροπή αυτή, μέσα σε προθεσμία, το αργότερο, τριών μηνών από τότε που της διαβιβάστηκε η αίτηση, συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για τη βασιμότητα της αίτησης. Ακολούθως, η αίτηση μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο πιο πάνω αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), το οποίο αποφαίνεται κυριαρχικά, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, για το αν υπάρχει ή όχι ωφέλεια από το έργο στο τμήμα του ακινήτου που εναπέμεινε μετά την απαλλοτρίωση.

Κατά της απόφασης του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Οι συνέπειες του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται ο καθορισμός νέας τιμής μονάδας (ΑΠ 1363/2015, ΑΠ 34/2015).

Οι προπαρατιθέμενες διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αν ληφθεί υπόψη το δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει τη μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, δεν αντίκεινται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και έχουν εφαρμογή, όπως προεκτέθηκε, και στις απαλλοτριώσεις εκείνες που δεν είχαν συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του (ΑΠ 1258/2015).Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από αυτές διαδικασία για την αναγνώριση ή μη της ύπαρξης ωφελείας ιδιοκτητών απαλλοτριουμένων κατά τις διατάξεις του ν.653/1077 δεν εμποδίζει τον δικαιούχο της αποζημίωσης να υποβάλει το αίτημά του για άρση του τεκμηρίου της ωφελείας σωρευτικά με το αίτημά του για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου, διότι στην αντίθετη περίπτωση θα υπήρχε απαγόρευση που θα προσέκρουσε στην διάταξη του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Στην περίπτωση αυτή της συνεκδίκασης του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου της ωφελείας με εκείνο του καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης δεν εφαρμόζεται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε και η προδικασία που προβλέπονται από το ν. 2971/2001 οι οποίες μπορούν να εφαρμοστούν μόνο αν υποβληθεί χωριστό αίτημα για άρση του τεκμηρίου.

Συνεπώς, σε περίπτωση της συνεκδίκασης των ανωτέρω αιτημάτων δεν απαιτείται και η τήρηση της προθεσμίας των δύο (2) μηνών που προβλέπεται από το άρθρο 33 παρ. 3 του ν.2471/2001 και η μη τήρηση αυτής δεν καθιστά απαράδεκτο το αίτημα άρσεως του τεκμηρίου ωφελείας. (Α.Π.1747/2011). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη των γεγονότων που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.

Σφάλμα τυχόν της αποφάσεως, συνδεόμενο με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται μόνο ως παράβαση του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠολΔ. Ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν οι αντιφατικές διατάξεις της απόφασης εντοπίζονται στο διατακτικό, ούτως ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 2-2-2010 με αρ. έκθεσης κατάθεσης 98/2010 αίτησης των αιτούντων ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του Ελληνικού Δημοσίου ήδη αναιρεσείοντος και της από 2-2-2010 με αρ.

έκθεσης κατάθεσης 119/2010 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου (αναιρεσείοντος) κατά των καθ' ων (αναιρεσιβλήτων) που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αρ. 171/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης με την οποία έγιναν μερικά δεκτές οι παραπάνω αιτήσεις, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας για τα αναφερόμενα στην απόφαση και απαλλοτριωθέντα αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και δυνάμει της με αρ. 28/15-2-2006 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης ακίνητα και περαιτέρω, ενώ στο σκεπτικό της απόφασης κρίνεται ότι πρέπει να απορριφθεί το υποβληθέν αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας, στο διατακτικό της απόφασης, το δικαστήριο αποφαίνεται ότι δε συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του τεκμηρίου ωφέλειας του άρθρου 1 ν.653/1977 όσον αφορά στα ακίνητα με στοιχεία Κ.Π.1,2,4,5,6,7,7Α,8,9,12,13,14 και 15.

Με τον πρώτο λόγο αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενο ότι το δικαστήριο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα όσον αφορά το τεκμήριο ωφέλειας των αναφερομένων στην απόφαση ακινήτων και ειδικότερα ότι, ενώ στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης το δικαστήριο αποφαίνεται, ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του τεκμηρίου ωφελείας, στο σκεπτικό κρίνει απορριπτέο το αίτημα περί ανατροπής του τεκμηρίου.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 171/2013 απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης. «.....Περαιτέρω ως προς τα αιτήματα των αιτούντων B1 έως B19 της υπό στοιχείο Α αίτησης για ανατροπή του τεκμηρίου ότι τα με αρ.

ΚΠ 1 .2. 4, 5, 6, 7. 7Α, 8, 9, 12, 13, 14 και 15 ακίνητά τους ωφελήθηκαν από την απαλλοτρίωση αποδεικνύονται ότι αυτά αυτοαποζημιώνονται για τα τμήματα αναφερόμενα (κατά εμβαδόν) στον κτηματολογικό πίνακα. Όσον αφορά τα με αρ. ΚΠ 1 και ΚΠ 2 (2Α και 2Β), ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτά καθίστανται μετά την απαλλοτρίωση μη άρτια και οικοδομήσιμα, το εν λόγω αίτημα πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν αποδείχθηκε ότι βλάπτονται από την εκτέλεση του έργου για το οποίο απαλλοτριώθηκαν, ώστε να ανατραπεί το τεκμήριο.

Όσον αφορά τα ακίνητα με αρ. ΚΠ 4. 5. 6, 7, 7Α. 8. 9, 12. 13. 14 και 15, στα οποία, όπως ισχυρίζονται οι αιτούντες διαμορφώθηκαν μετά την εκτέλεση των εργασιών διαπλάτυνσης της οδού νέα πρανή με μεγαλύτερο ύψος και κλίση με αποτέλεσμα να χάνουν τη δυνατότητα πρόσβασης και εκμετάλλευσης, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός τους αυτός, καθόσον τα ακίνητα τους έχουν αυξημένη φυσική κλίση (βλ.

προσκομιζόμενες φωτογραφίες) και συνεπώς και μετά την ολοκλήρωση των εργασιών διαπλάτυνσης της οδού διατηρούν τη δυνατότητα εκμετάλλευσής τους ως βοσκοτόπων, που είναι η κύρια κατά προορισμό χρήση τους και δεν είχαν άλλη δευτερεύουσα χρήση. Σημειώνεται ότι στις προσκομιζόμενες από τους αιτούντες τεχνικές εκθέσεις αναφέρεται αορίστως ότι τα εν λόγω ακίνητα χάνουν κάθε προσβασιμότητα και δυνατότητα εκμετάλλευσης, χωρίς Καμία περαιτέρω αναφορά στο ύψος και την κλίση των πρανών πριν τη διαπλάτυνση της οδού και στο διαμορφωθέν ύψος και κλίση μετά τη διαπλάτυνση.

Πρέπει επομένως το σχετικό αίτημα των με αρ. Β1 έως Β19 αιτούντων της υπό στοιχείο Α αίτησης να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο».

Η παραπάνω αιτιολογία, που αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την συνδρομή του τεκμηρίου ωφελείας στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με την οποία τα ακίνητα ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων δεν βλάπτονται από την εκτέλεση του έργου, ώστε να ανατραπεί αυτό (τεκμήριο ωφέλειας) αλληλοαναιρείται με το διατακτικό της ίδιας απόφασης, στο οποίο αναφέρεται, όπως ήδη πιο πάνω εκτίθεται, ότι, το δικαστήριο αποφαίνεται, ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του τεκμηρίου ωφελείας του άρθρου 1 ν.653/1977 όσον αφορά στα ακίνητα με στοιχεία Κ.Π.1,2,4,5,6,7,7Α,8,9,12,13,14 και 15 (ίδια πιο πάνω ακίνητα).

Λόγω των αντιφατικών αυτών αιτιολογιών, που αναφέρονται στα ίδια ακίνητα, αποδυναμώνεται το αποδεικτικό πόρισμα όσον αφορά την ωφέλεια των αναιρεσιβλήτων και την εφαρμογή ή μη του τεκμηρίου ωφελείας του άρθρου 1 ν.653/1977 για τα ένδικα ακίνητα που είναι ουσιώδες ζήτημα της δίκης, ενώ δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη των γεγονότων που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του πιο πάνω εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή και αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης από τον αρ. 1 αρθ 559 Κ.Πολ.Δ. εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του πιο πάνω λόγου της αναίρεσης (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένα κατά το αρθ.22 παρ.1 και 3 ν.3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 171/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ