Legislator Case Law & Legislation
653/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order due to procedural error regarding lease termination document interpretation.

Case Number 653/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's eviction order, finding a procedural error in the interpretation of a lease termination document. The lower court incorrectly assumed the document was partial, leading to a finding of an active lease relationship that should not have existed. Consequently, the appeal was accepted, and the case was remanded for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 562 of the Code of Civil Procedure; The court must set aside a judgment if it contains a procedural error regarding the interpretation of evidence that affects the substantive outcome of the case.

Keywords

AI generated
procedural error lease termination appeal admissibility civil procedure remand for retrial public entity landlord tenant dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 653 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 653/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α. του Ι. και 2) Π. συζ. Σ. Α., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κωνσταντίνο Λιδωρίκη και Παναγιώτη Αθανασόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2008 μη οριστική και 1453/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-5-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 75/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο αφού δίκασε την από 14-12-2015 έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 1453/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρων 648 επ.

ΚΠολΔ) δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσία. Η προσβαλλόμενη 75/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ. ΚΠολΔ όπως ίσχυαν τότε, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων κατά το τμήμα που ενδιαφέρει εν προκειμένω:

Με την από 21/05/2007 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι, επικαλούμενοι σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης με το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο (ΥΠΕΧΩΔΕ), η οποία καταρτίστηκε στις 15/10/1999 και καθυστέρηση του τελευταίου στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, για το χρονικό διάστημα από 6/4/2006 έως 21/5/2007 (ημερομηνία σύνταξης της αγωγής), συνολικού ύψους 209.275 ευρώ και των μετά την ως άνω ημερομηνία, μισθωμάτων μέχρι την πιθανολογούμενη ημερομηνία συζήτησης της αγωγής, του χρονικού διαστήματος από 21/5/2007 έως 7/11/2007 συνολικού ποσού 368.764,56 €, ζήτησε, όπως παραδεκτώς περιορίστηκε το αγωγικό αίτημα (άρθρο 223 ΚΠολΔ), κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου, η οποία έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα υπ' αριθμ. 68/2008 πρακτικά συνεδρίασης αυτού, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει καταψηφιστικώς, το ποσό των 200.000 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο μηνιαίο μίσθωμα ήταν καταβλητέο και αναγνωριστικώς το ποσό των 278.039,56 ευρώ για καθυστερούμενα μισθώματα.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 68/2008 μη οριστική απόφασή του, ανέβαλε την συζήτηση της υπόθεσης, έως ότου περατωθεί τελεσίδικα η δίκη επί της ασκηθείσας έφεσής τους, κατά της υπ' αριθμ. 1162/2007 απόφασης του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί των από 10/10/2005 και από 20/01/2006 αγωγών των εναγόντων με αντικείμενο την καταβολή καθυστερουμένων μισθωμάτων προγενεστέρων χρονικών διαστημάτων.

Μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 3698/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών επί των ως άνω αγωγών, η ένδικη υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 17/12/2013 κλήση των εναγόντων και εκδόθηκε η 1453/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ως νόμω και ουσία βάσιμη την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με τον περιεχόμενο σ' αυτήν μοναδικό λόγο, ο οποίος ανάγεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης με σκοπό την ολοσχερή απόρριψη της αγωγής.

Επί αυτής της εφέσεως μετά τη συζήτησή της, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών η υπ' αριθμ. 75/2018 οριστική απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία. Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται το ηττηθέν Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (Ολ,ΑΠ 19/2005). Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ).

Για να θεμελιωθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005). Άρα, απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 370/2019).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία και συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη.

Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 591/2017, 1685/2008), το δεδικασμένο, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 324 και 332 ΚΠολΔ, δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (ΑΠ 1559/2017) καλύπτει δε, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.

Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία, που έγινε δεκτή, και τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης.

Η ιστορική αιτία, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, από μόνα τους, γυμνά, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο. Με άλλες λέξεις, το δεδικασμένο δεν καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς λαμβανόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από το δικανικό συλλογισμό της πρώτης αποφάσεως.

Τα ανωτέρω ισχύουν, όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης, μεταγενέστερης αξίωσης. Κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υφίσταται για προδικαστικό ζήτημα που κρίνεται παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος. Ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται "ετέρα έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού ζητήματος της δίκης".

Το δεδικασμένο του άρθρου 331 ΚΠολΔ δεν αφορά ούτε πραγματικά περιστατικά ούτε βέβαια αξιολογικές κρίσεις. Το δεδικασμένο εκτείνεται μόνο σε δικαίωμα που κρίθηκε (άρθρο 324 ΚΠολΔ). Η κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ αυτοτελής κάλυψη του προδικαστικού ζητήματος εναρμονίζεται με τη ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ στο μέτρο που προδικαστικό ζήτημα στην έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ αποτελούν μόνον οι προδικαστικές έννομες συνέπειες (και όχι τυχόν πραγματικά γεγονότα ή νομικές έννοιες κ.λπ.), κατά τον ίδιο ακριβώς λόγο που σύμφωνα με τη βασική ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ αντικείμενο του δεδικασμένου γενικώς μπορούν να αποτελέσουν μόνον έννομες σχέσεις (έννομες συνέπειες) (ΑΠ 370/2019).

Στην περίπτωση όμως που η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής αφορούσε όχι την ίδια έννομη σχέση αλλά διαφορετική από εκείνη επί της οποίας θεμελιώνεται η δεύτερη αγωγή και επομένως δεν συνιστά προδικαστικό ζήτημα αυτής, το δεδικασμένο της πρώτης δεν εκτείνεται και επί τη δεύτερης, έστω και αν κάποια από τα μερικότερα πραγματικά στοιχεία της πρώτης αυτοτελώς λαμβανόμενα αποτελούν μέρος και της δεύτερης, διότι η κριθείσα με την πρώτη απόφαση έννομη σχέση δεν συνιστά προδικαστικό ζήτημα της δεύτερης κατά την έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ (ΑΠ 744/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι νυν αναιρεσίβλητοι με την από 21-05-2007 αγωγή τους, αιτήθηκαν να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 06-04-2006 έως 21-05-2007 (ημερομηνία συντάξεως της αγωγής) ποσού 209.275 ευρώ, καθώς και μελλοντικά μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 21-05-2007 έως 07-11-2007 ποσού 368.764,56 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1453/2015 απόφασή του έκρινε το ως άνω αίτημα ως βάσιμο, με την αιτιολογία ότι έχει κριθεί αμετάκλητα ως προς την επίδικη μίσθωση ότι αυτή ήταν ενιαία για ολόκληρο το κτίριο με ενιαίο μίσθωμα και ότι η καταγγελία για μέρος του μισθίου ήταν άκυρη και δεν επέφερε την λύση της μίσθωσης και ότι κατά συνέπεια δεν έπαυσε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου για καταβολή του συμφωνηθέντος μισθώματος.

Εν συνεχεία, το νυν αναιρεσείον άσκησε την από 14-12-2015 και με αρ. καταθ. 7526/2015 έφεσή του, με την οποία αιτήθηκε την εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 1453/2015 αποφάσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου, επικαλούμενο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 26 του από 10/19-11-1932 Π/Δτος, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 66/1973, στην προκείμενη περίπτωση, για τον λόγο ότι με την υπ' αριθμ. 936/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε αμετάκλητα αποκλειστικά και μόνο το ζήτημα του αδιαιρέτου της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως και κρίθηκε αμετάκλητα αποκλειστικά και μόνο η εγκυρότητα της υπ' αριθμ.

Δ18δ/24/2/135/ Φ.Υπολ/24-06-2003 μερικής και πρόωρης καταγγελίας του Ελληνικού Δημοσίου. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κρίνοντας επί του οικείου λόγου εφέσεως του νυν αναιρεσείοντος, απέρριψε αυτόν αποφαινόμενο ότι υφίσταται δεδικασμένο, απορρέον από την υπ' αριθμ. 3698/2012 τελεσίδικη και αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι η καταγγελία για μέρος του ενιαίου επίδικου μισθίου είναι άκυρη και ως εκ τούτου δεν επιφέρει τη λύση της μισθώσεως, ούτε παύει η υποχρέωση καταβολής του συμφωνημένου μισθώματος.

Πιο συγκεκριμένα, το δικάσαν Εφετείο με την αμέσως ανωτέρω απόφασή του έκρινε ότι "...Εφόσον, λοιπόν με την προδιαληφθείσα τελεσίδικη και αμετάκλητη ως άνω απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, σε συμμόρφωση (άρθρο 580 παρ. Α του ΚΠολΔ) με την υπ' αριθμ. 936/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι η καταγγελία μέρους κάθε φορά του ενιαίου μισθίου με τις υπ' αρ.

πρωτ. Δ18δ/24/2/135/Φ.Υπολ./24.6.2003 και υπ' αρ. πρωτ Δ18δ/ 01/47Φ.Υπολ./21.3.2006 αποφάσεις του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ δεν είναι έγκυρη και δεν επέφερε την λύση της ένδικης μίσθωσης, αλλά αυτή είναι ενεργός και ισχυρή, δεν έπαυσε η υποχρέωση του εκκαλούντος για καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος". Με την ανωτέρω κρίση του όμως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, κρίνοντας ότι το ουσιαστικό δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 3698/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που εξεδόθη επί των από 10-10-2005 και από 20-01-2006 αγωγών των νυν αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες, αιτήθηκαν, επικαλούμενοι ακυρότητα αποκλειστικά και μόνο της υπ' αριθμ.

Δ18δ/24/2/135/Φ.Υπολ./24-06-2003 μερικής και πρόωρης λύσεως της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως, την καταβολή μισθωμάτων, και με την οποία επιδικάσθηκαν στους αντιδίκους τα οφειλόμενα μισθώματα αποκλειστικά και μόνο για το χρονικό διάστημα από 06-08-2003 μέχρι 06-04-2006 (σωρευτικά και για τις δύο αγωγές), καταλαμβάνει και το ζήτημα της νομιμότητας της διά του υπ' αριθμ.

πρωτ. Δ18δ/01/47/Φ.Υπολ./21-03-2006 εγγράφου πρόωρης λύσεως του συνόλου της επίδικης μισθώσεως, τα αποτελέσματα της οποίας επήλθαν την 21-04-2006 και η οποία δεν αποτελούσε αντικείμενο της οικείας δίκης. Το δικαίωμα το οποίο διαγνώσθηκε στο πλαίσιο της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3698/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, διαφοροποιείται ουσιωδώς από το δικαίωμα, το οποίο διαγνώσθηκε με την νυν αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι αντικείμενο της πρώτης δίκης ήταν η νομιμότητα μόνον της διά του υπ' αριθμ.

Δ18δ/24/2/135/Φ.Υπολ./24-06-2003 εγγράφου μερικής, πρόωρης λύσεως της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως και για το επίδικο και μόνον χρονικό διάστημα, όπως προκύπτει ευθέως τόσο από το περιεχόμενο και το αίτημα των ανωτέρω αγωγών όσο και από το σκεπτικό και το διατακτικό της ως άνω υπ' αριθμ. 3698/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ("...η καταγγελία για μέρος του μισθίου ήταν άκυρη και δεν επέφερε τη λύση της μίσθωσης, με συνέπεια να οφείλονται τα μισθώματα για το επίδικο χρονικό διάστημα").

Αντιθέτως, στην προκείμενη περίπτωση το δικάσαν Δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί επί της βασιμότητας του αγωγικού αιτήματος περί επιδικάσεως οφειλόμενων μισθωμάτων για το χρονικό διάστημα από 06-04-2006 έως 07-11-2007, έπρεπε να κρίνει επί της νομιμότητας της διά του υπ' αριθμ. πρωτ. Δ18δ/01/47/Φ.Υπολ./21-03-2006 εγγράφου πρόωρης λύσεως του συνόλου της επίδικης μισθώσεως, αν δηλαδή η πρόωρη καταγγελία της μίσθωσης που πραγματοποιήθηκε με το εν λόγω έγγραφο αφορούσε όλο το μίσθιο ή ήταν καταγγελία για μέρος του μισθίου, το οποίο όμως ουδόλως αξιολόγησε κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 3698/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Η δε αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της υπ' αριθμ. πρωτ. Δ18δ/01/47/ Φ.Υπολ./21-03-2006 πρόωρης λύσης της επίδικης μισθώσεως διηγηματικώς στην υπ' αριθμ. 3698/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η κρίση ότι αυτή έλαβε χώρα για το υπόλοιπο κτίριο έγινε από το δικάσαν Δικαστήριο πλεοναστικά, ουδόλως δε στηρίζει την έννομη συνέπεια που ζητήθηκε με τις από 10-10-2005 και από 20-01-2006 αγωγές των αντιδίκων και που εν τέλει διαγνώστηκε καθόσον με εκείνη την απόφαση (υπ' αριθμ. 3698/ 2012 του Εφετείου Αθηνών), διαγνώσθηκε μόνο η νομιμότητα της διά του υπ' αριθμ.

Δ18δ/24/2/135/Φ.Υπολ./24-06-2003 εγγράφου μερικής, πρόωρης λύσεως της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως και μόνο για το αναφερόμενο σε εκείνη επίδικο χρονικό διάστημα.

Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι το δικάσαν Δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο και κατέστησε την εκδοθείσα απόφασή του αναιρετέα κατ' άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ. Ο υπό κρίση αναιρετικός λόγος προβάλλεται παραδεκτώς, καθόσον το νυν αναιρεσείον με την από 14-12-2015 και με αρ. καταθ. 7526/2015 έφεσή του προέβαλε ως λόγο εφέσεως την εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς την ένδικη διαφορά, επισημαίνοντας ότι: "Με την υπ' αριθμ. 936/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε αμετάκλητα αποκλειστικά και μόνο το ζήτημα του αδιαίρετου της συμβάσεως μισθώσεως και κατά συνέπεια της εγκυρότητας ή μη της καταγγελίας μισθώσεως δηλ. της από 24-6-2003 για μέρος του επιδίκου μισθίου και ότι με αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) κρίθηκε αμετάκλητα αποκλειστικά και μόνο η εγκυρότητα της από 21-03-2006 καταγγελίας του Δημοσίου που αφορούσε όλο το μίσθιο". Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Από τη διάταξη τόυ άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι' ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά το άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Όχι όμως και όταν από το περιεχόμενα του εγγράφου, το οποίο ανέγνωσε σωστά, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1401/2010, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 437/2005). Για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αvαίρεσης, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1654/2005, ΑΠ 1208/2008).

Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. πρωτ. Δ18δ/01/47/Φ.Υπολ./21-03-2006 εγγράφου περί πρόωρης λύσεως του συνόλου της επίδικης μισθώσεως, που νομότυπα προσκομίσθηκε από αυτό, προς απόδειξη της βασιμότητας του ισχυρισμού ότι με το εν λόγω έγγραφο επήλθε με νόμιμη καταγγελία από αυτό η πρόωρη λύση της ένδικης μίσθωσης για όλο το κτίριο που βρίσκεται επί της οδού ....

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης η αναιρεσιβαλλόμενη κάνει ρητή αναφορά στο υπ' αριθμ. πρωτ. Δ18δ/01/47/Φ.Υπολ./21.03.2006 έγγραφο του Τμήματος Δ18δ Διοικητικής Μέριμνας της Διεύθυνσης Δ18 Οικονομικών Υποθέσεων και Προμηθειών της Γενικής Διεύθυνσης Διοίκησης και Προγράμματος της τέως Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του τέως Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.

Η ανωτέρω έγγραφη πρόωρη λύση της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως έφερε τον τίτλο "Λύση μίσθωσης κτιρίου ..." και είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: "Σας γνωρίζουμε ότι με την οικ/4767/A312/21-9-2005 Απόφαση του Υπουργού ΥΠΕΧΩΔΕ-ΓΓΔΕ καταργήθηκε το Τ.Α.Σ. Φιλαδέλφειας, το οποίο στεγαζόταν στο κτίριό σας επί της οδού ... και ως εκ τούτου λύεται πρόωρα η μίσθωσή του βάσει του διατάγματος 19/19-11-1932, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 19 (παρ.

γ') Ν. 3130/28-3-2003 και ισχύει μέχρι σήμερα. Παρακαλούμε να προσέλθετε στην Υπηρεσία μας μέχρι τις 31-3-2006 για την α) οικονομική σας τακτοποίηση, β) την παραλαβή του κτιρίου σας με σχετικό πρωτόκολλο και την διακοπή του μισθώματος. Σε περίπτωση που δεν προσέλθετε η παράδοση του κτιρίου σας θα γίνει μονομερώς με ταυτόχρονη διακοπή της μίσθωσης από 1/4/2006".

Το αμέσως ανωτέρω εκτεθέν υπ' αριθμ. Δ18δ/ 01/47/Φ.Υπολ./21-03-2006 έγγραφο περί πρόωρης λύσεως του συνόλου της ένδικης μισθώσεως λόγω καταργήσεως του ΤΑΣ Φιλαδέλφειας [(δεδομένου ότι ο Τομέας Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων Βιομηχανίας είχε ήδη καταργηθεί με την υπ' αριθμ. οικ. 9949/Α312/29-11/2002 απόφαση του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ 1503Β'/29-11-2012)], αποτελεί έγκυρη και σαφή δήλωση καταγγελίας της ένδικης μίσθωσης για όλο το κτίριο και όχι για τμήμα αυτού, τα αποτελέσματα της οποίας επήλθαν (30) ημέρες μετά από αυτή και συγκεκριμένα στις 21-04-2006, οπότε και έπαυσε η υποχρέωση του Δημοσίου για καταβολή μισθώματος (ΑΠ 421/2016).

Ωστόσο, το δικάσαν Εφετείο, κατά την ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, εσφαλμένως εξέλαβε ότι αυτό συνιστούσε πρόωρη μερική καταγγελία της ένδικης μισθώσεως και σχετικά αναφέρεται σε αυτό ως ακολούθως: "Περαιτέρω με την υπ' αρ. πρωτ. Οικ.4767/Α.312/ 21-9-2005 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ καταργήθηκε και ο ΤΑΣ Ν. Φιλαδέλφειας, ο οποίος στεγαζόταν στους υπόλοιπους ορόφους και ακολούθως με την υπ' αρ.

Δ18δ/01/47/Φ.Υπολ./ 21.3.2006 απόφαση του ίδιου Υπουργού, η οποία γνωστοποιήθηκε στους εφεσίβλητους εκμισθωτές με το υπ' αριθμ. Πρωτ. Δ18δ/01/ 47/Φ.Υπολ./21.3.2006 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ αποφασίστηκε και η πρόωρη λύση της μίσθωσης, όσον αφορά τουσ υπόλοιπους ως άνω ορόφους" και "(...) ότι η καταγγελία μέρους κάθε φορά, του ενιαίου μισθίου με τις υπ' αριθμ.

πρωτ. Δ18δ/24/2/135/Φ.Υπολ./24.06.2003 και υπ' αριθμ. πρωτ. Δ18δ/01/47/Φ.Υπολ./21-03-2006 αποφάσεις του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ δεν είναι έγκυρη και δεν επέφερε την λύση της ένδικης μίσθωσης, αλλά αυτή είναι ενεργός και ισχυρή (...). Με τον τρόπο, όμως, αυτό, η αναιρεσιβαλλόμενη οδηγήθηκε προεχόντως σε προφανώς εσφαλμένη ανάγνωση του υπ' αριθμ.

Δ18δ/01/47/ Φ.Υπολ./21-03-2006 εγγράφου, το οποίο επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως το Δημόσιο προς απόδειξη του λόγου της από 14-12-2015 και με αριθμ. κατ. 7526/2015 εφέσεώς του και του, περιεχόμενου σε αυτόν κρίσιμου για την έκβαση της ένδικης διαφοράς, ισχυρισμού του περί έγκυρης πρόωρης λύσεως της επίδικης μισθώσεως από την 21-04-2006, κατ' εφαρμογή της νυν ισχύουσας διατάξεως του άρθρου 26 του από 10/19-11-1932 Π/Δτος, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 66/1973.

Περαιτέρω, η ως άνω εξεταζόμενη προφανής παραμόρφωση είχε ως αποτέλεσμα την εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου συναγωγή του καταφανώς επιζήμιου για το νυν αναιρεσείον συμπεράσματος περί ακυρότητας της διά του υπ' αριθμ. Δ18δ/01/ 47/Φ.Υπολ./21-03-2006 εγγράφου πρόωρης καταγγελίας της επίδικης μισθώσεως, καθόσον αυτό εσφαλμένως εξέλαβε αυτή ως μερική και εντεύθεν έκρινε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο από 06-04-2006 έως 07-11-2007 υπήρχε ενεργός μισθωτική σχέση και, συνακόλουθα, υποχρέωση από το Ελληνικό Δημόσιο περί καταβολής μισθωμάτων, τα οποία και επιδίκασε τελεσίδικα στους αναιρεσίβλητους.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το υπ' αριθμ. Δ18δ/01/47/Φ.Υπολ./ 21-03-2006 έγγραφο, με το προφανώς παραμορφωθέν περιεχόμενο, το οποίο εσφαλμένα του απέδωσε η αναιρεσιβαλλόμενη, επηρέασε το διατακτικό της τελευταίας, ως προκύπτει και από την εκ μέρους της ευθεία παραπομπή σε αυτό ως στοιχείο αποδείξεως για ύπαρξη ενεργούς και ισχυρής μισθωτικής συμβάσεως κατά τον επίδικο χρόνο, με συνέπεια να οδηγήσει αιτιωδώς στην απόρριψη του σχετικού λόγου της εφέσεως του Δημοσίου.

Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη, σύμφωνα με τα ανωτέρω, υπέπεσε στην εκ του αρ. 20 άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καταστάσα έτσι αναιρετέα. Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, παραδεκτή τυγχάνει και η προβολή του παρόντος λόγου, ως εδραζόμενου σε ισχυρισμό, ο οποίος συνάπτεται με πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως που προκύπτει από την ίδια. Ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατά το πρώτο σκέλος του ο δεύτερος λόγος αναίρεσης.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων της, ενώ παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων, από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ λόγου (δεύτερο και τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης) και από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ τρίτου λόγου αναίρεσης, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των λόγων που έγιναν δεκτοί στο σύνολο της πληττομένης αποφάσεως, καθιστούν αλυσιτελή την εξέτασή τους, και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσίβλητους που χάνουν τη δίκη, μειωμένα όμως, τόσο σε περίπτωση ήττας του Δημοσίου όσο και σε περίπτωση νίκης αυτού (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 281 ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, παρ. 2 της με αριθμό 134423/1993 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, άρθρο 28 παρ. 5 ν. 2579/1998 - ΑΠ 104/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί στο σύνολό της την 75/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ