Supreme Court dismisses appeal on unpaid wages, remands partial issue for recalculation of amounts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the government's appeal against the lower court's judgment regarding unpaid wages to 15 employees. While the court rejected the claim that the employer's conduct constituted a tort requiring damages, it found an error in the lower court's calculation of the specific wage period from January to March 2009. Consequently, the judgment was annulled only regarding this disputed period and remanded for further proceedings to determine the exact owed amount.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 288 of the Civil Code; The court must distinguish between contractual breach and tortious conduct, and annul a judgment only if the calculation of specific contractual obligations is erroneous, remanding the case for precise quantification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 653 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 653/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α) Του αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αγγελικής Αναστοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Η. Π. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Β. Α. του Π., κατοίκου ..., 4) Π. Β. του Γ., κατοίκου ..., 5) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 6) Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 8) Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 9) Κ. Ψ. του Ε., κατοίκου ..., 10) Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 11) Δ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 12)Σ. Σ. του Λ., κατοίκου ..., 13) Κ. Α. του Π., κατοίκου ..., 14) Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 15) Μ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Μπέη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Β) Των αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων: 1)Η. Π. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Β. Α. του Π., κατοίκου ..., 4) Π. Β. του Γ., κατοίκου ..., 5) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 6) Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 8) Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 9) Κ. Ψ. του Ε., κατοίκου ..., 10) Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 11) Δ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 12)Σ. Σ. του Λ., κατοίκου ..., 13) Κ. Α. του Π., κατοίκου ..., 14) Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 15) Μ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Μπέη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αγγελικής Αναστοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2011 αγωγή των ήδη Β αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 108/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1903/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το Α αναιρεσείον-αναιρεσίβλητο με την από 6-10-2017 αίτησή του και οι Β αναιρεσείβλητοι - αναιρεσείοντες, με την από 1-6-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος των Β αναιρεσίβλητων- αναιρεσειόντων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την παραδοχή της αιτήσεώς τους καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Υπόκεινται προς κρίση η από 6-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 7264/2017 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και η από 1-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης 3902/2017 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Η. Π. και λοιπών (15 συνολικά), κατά της 1903/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες έφεσης κατά της 108/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 29-3-2011 αγωγής, που κατατέθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με αριθμό 1743/2011. Οι ως άνω αντίθετες αιτήσεις, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν.765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται µε τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, επί της σύμβασης αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017). 3.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).
Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.
Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012).
Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση και στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.
Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).
Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.
Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017).
Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 260/2012). 4.
Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
5. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 29-3-2011 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι- αναιρεσείοντες) εξέθεσαν, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει συμβάσεων δεκαοκτάμηνης διάρκειας, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και των εναγομένων, Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού- ΟΑΕΔ (ως προς τον οποίο οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής πρωτοδίκως και δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη) και Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου), απασχολήθηκαν σε υπηρεσίες του τελευταίου, στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας χρηματοδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ, με τις ειδικότητες και κατά τα χρονικά διαστήματα που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή.
Ότι, στην πραγματικότητα, δεν προσλήφθηκαν για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε οι συμβάσεις τους ήσαν συμβάσεις μαθητείας, αλλά προσέφεραν εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι, κατά τη λήξη τους, οι συμβάσεις παρατάθηκαν για χρονικό διάστημα 18 μηνών, μετά παρέλευση του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο έπαυσε να αποδέχεται την εργασία τους.
Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί ότι καθένας από αυτούς συνδέεται με τους εναγομένους με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της σιωπηρής καταγγελίας, β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδέχονται τις υπηρεσίες τους στις θέσεις που απασχολήθηκαν μέχρι την άκυρη απόλυσή τους, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής τους, γ) επικουρικώς, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση, λόγω σιωπηρής καταγγελίας των συμβάσεών τους, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις, που αντιστοιχούν στις διαφορές μεταξύ αφενός των μεγαλύτερων αποδοχών για μισθούς και επιδόματα εορτών και άδειας, που έπρεπε να είχαν καταβάλει για το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους στον κάθε ενάγοντα, σύμφωνα με τις αντιστοίχως ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης και αφετέρου των αποδοχών που πράγματι τους κατέβαλαν, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης μαθητείας που είχαν καταρτίσει, με βάση, κυρίως, τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, άλλως, τις αρχές της ισότητας και ίσης μεταχείρισης ή, όλως επικουρικώς, σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι υπήρξε απλή σχέση εργασίας, τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι ενάγουσες προέβησαν σε νόμιμο περιορισμό των κονδυλίων της αγωγής σε αναγνωριστικά, εκτός από αυτό για τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών του έτους 2009, το οποίο παρέμεινε καταψηφιστικό. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 108/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή.
Κατά της ανωτέρω απόφασης, οι ενάγοντες και το εναγόμενο άσκησαν αντίθετες εφέσεις. Επί των ασκηθεισών αντιθέτων εφέσεων, εκδόθηκε η 1903/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφτηκε η από 10-8-2015 έφεση των εναγόντων και έγινε δεκτή η από 4-7-2014 έφεση του εναγομένου. Ακολούθως, αφού κρίθηκε νόμιμη η αγωγή μόνο ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, έγινε δεκτή η από 4-7-2014 έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και, αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως προς το δεύτερο εναγόμενο (Δημόσιο) ως και κατ' ουσία βάσιμη κατά την επικουρική βάση της και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής, για διαφορές αποδοχών και επιδόματα εορτών και άδειας που ανάγονται στο ένδικο χρονικό διάστημα του έτους 2009, ενώ ως προς τις λοιπές αξιώσεις όλων των εναγόντων που ανάγονται στο έτος 2007 και στο έτος 2008, η αγωγή απορρίφθηκε λόγω διετούς παραγραφής.
6.Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 58/2017 απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, στην έκταση που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, με το ακόλουθο σκεπτικό: Η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται, μετά τον κατά τα ανωτέρω περιορισμό, να αναγνωρισθούν οι συμβάσεις των εναγουσών ως συμβάσεις, άλλως σχέσεις, εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, είναι μη νόμιμη, διότι (κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της) οι ένδικες συμβάσεις καταρτίστηκαν στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994 και δεν μπορούν να θεωρηθούν, υπό την επίκληση κάλυψης παγίων και διαρκών αναγκών λειτουργίας των υπηρεσιών του εναγομένου, ούτε και κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτών, ως συμβάσεις ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για το έγκυρο αυτών, που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004.
Με την ανωτέρω κρίση, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, 14 παρ.2 περ. κα' και 21 του ν. 2190/1994, 20 παρ.15 του ν. 2639/1998, 648 ΑΚ και του π.δ. 164/2004, καθόσον υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή, ήτοι το ότι οι ένδικες συμβάσεις είχαν συναφθεί στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος χρηματοδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ, το ότι κατά τη διάρκεια αυτών οι αναιρεσείοντες προσέφεραν εξαρτημένη εργασία και το ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου, δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι τούτο μόνο κατ' εξαίρεση επιτρέπεται κατά το άρθρο 103 παρ.2 του Συντάγματος, εφ' όσον προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 3, 5, 6, 7 του π.δ. 164/2004.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης των εναγόντων με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
7. Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (που ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο) ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 91 του ίδιου ως άνω ν. 2362/1995 "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Προκειμένου, όμως, περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από της βεβαιώσεως αυτών".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι με την πρώτη ρυθμίζεται ειδικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων κατά του Δημοσίου, όταν αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε είδους απολαβές ή αποζημιώσεις αυτών και ορίζεται ως χρονική αφετηρία η γέννηση της κάθε επιμέρους αξίωσης.
Η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως σαφώς συνάγεται από την προαναφερόμενη ρητή επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 91 εδ.
α' του ν. 2362/1995 ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων. Τέτοια ειδική διάταξη είναι και η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3, η οποία, γι' αυτό το λόγο, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 9/2017). Η βραχυπρόθεσμη παραγραφή που θεσπίζεται με τις παραπάνω διατάξεις, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον παρόμοιων αξιώσεων του άρθρου 250 αρ.6 και 17 ΑΚ, δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια.
Η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ.1 α' της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα), ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (πρβλ ΑΕΔ 9/2009, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των νπδδ κατ' αυτών).
Ειδικότερα, ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες, στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος.
Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος.
Εξάλλου, η τακτικότητα στην καταβολή των κάθε είδους απολαβών των υπαλλήλων του Δημοσίου και η ευχερέστερη δικαστική διεκδίκησή τους διαφοροποιούν τις αξιώσεις αυτών για καθυστερούμενες αποδοχές σε σύγκριση με αξιώσεις άλλων δικαιούχων κατά του Δημοσίου, που δεν έχουν βέβαιο χρόνο γέννησης και εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, που καθιστούν δυσχερέστερη τη δικαστική διεκδίκησή τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση στο χρόνο της παραγραφής, καθώς η διαφορετική ρύθμιση αφορά σε ουσιωδώς διαφορετικές καταστάσεις και δεν δυσχεραίνει την άσκηση των σχετικών αξιώσεων.
Συνεπώς, η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετής παραγραφή από τη γέννηση της αξίωσης είναι επαρκής για τον μέσο επιμελή διάδικο, για τον οποίο είναι εξαρχής γνωστοί οι όροι παροχής των υπηρεσιών του στο Δημόσιο και δεν είναι επιβεβλημένη η προσφυγή σε εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες για την προστασία των συμφερόντων του, ενώ η εισαγόμενη απόκλιση από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετεί σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ 9/2017).
8. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με την ένσταση παραγραφής, δέχτηκε τα εξής: Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για απαιτήσεις των εναγόντων που αφορούν αξιώσεις που έχουν βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού για το χρονικό διάστημα:
για την πρώτη από 2-3-2007 έως 30-6-2010, για την δεύτερη από 11-12-2006 έως 8-6-2010, για την τρίτη από 10-5-2007 έως 14-6-2010, για την τέταρτη από 24-4-2007 έως 14-6-2010, για την πέμπτη από 10-5-2007 έως 30-6- 2010, για την έκτη από 2-3-2007 έως 4-7-2010, για την εβδόμη από 2-3-2007 έως 4- 7-2010, για τον όγδοο από 2-3-2007 έως 7-7-2010, για τον ένατο από 30-5-2007 έως 26-7-2010, για τον δέκατο από 2-5-2007 έως 31-8-2010, για την ενδέκατη από 21-6- 2007 έως 22-8-2010, για τον δωδέκατο από 28-6-2007 έως 5-9-2010, για τον δωδέκατο από 28-6-2007 έως 5-9-2010, για τον δέκατο τρίτο από 28-6-2007 έως 5-9- 2010, για την δέκατη τέταρτη από 2-3-2007 έως 8-9-2010 και για την δέκατη πέμπτη από 7-5-2007 έως 10-9-2010.
Η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 30-3-2011, ημερομηνία κατά την οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο (βλ. την ….32/30-3-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Γ. Δ.).Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις περί παραγραφής αξιώσεων κατά του δημοσίου και από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων για τα έτη 2007 και 2008 συμπληρώθηκε μετά πάροδο διετίας από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτών, ήτοι οι αξιώσεις των ετών 2007 και 2008 και για το επίδομα Χριστουγέννων από την 1η Ιανουάριου του επομένου έτους στο οποίο αφορά, επίδομα Πάσχα από 1η Μαίου του αντίστοιχου έτους και για το επίδομα αδείας από το τέλος του έτους, που αφορά αυτό.
Οι ένδικες αξιώσεις των εναγουσών που αφορούν στα έτη 2009 και 2010, οι οποίες και επιδικάστηκαν στους ενάγοντες, δεν έχουν υποκύψει στη διετή ως άνω παραγραφή, αφού οι μεν αξιώσεις του 2009 ήταν δικαστικά επιδιώξιμες μέχρι το τέλος του αντίστοιχου έτους (2009) και οι αξιώσεις του 2010 μέχρι το τέλος του ιδίου έτους (2010), η δε κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε, όπως προαναφέρθηκε στις 30-3-2011.
Με την κρίση ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγουσών υπόκεινται σε διετή παραγραφή, με χρόνο έναρξης το τέλος του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκαν και έγιναν δικαστικά επιδιώξιμες και όχι το χρόνο γέννησής τους, το εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 και 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, ερμηνεύοντας εσφαλμένα και μη εφαρμόζοντας την πρώτη, καίτοι συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής της και εφαρμόζοντας τη δεύτερη, καίτοι δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής της.
Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης του εναγομένου. Με την κρίση, όμως, ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται σε διετή και όχι πενταετή παραγραφή, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, ούτε τα άρθρα 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής.
Επομένως, ο πέμπτος και έκτος λόγοι της αίτησης των εναγουσών, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση περί παραβίασης της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου είναι απαράδεκτη, διότι η αρχή αυτή αφορά στη διοικητική λειτουργία του Κράτους και η παραβίασή της δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην επικαλούμενη νομολογία του ΕΔΔΑ επί των υποθέσεων Ζ.
και Γ. κατά Ελλάδος (ΑΠ 780/2017) 9. Περαιτέρω, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη: Δυνάμει των από 2-3-2007, 11-12- 2006, 10-5-2007, 24-4-2007, 10-5-2007, 2-3-2007, 2-3-2007, 2-3-2007, 30-3-2007, 2-5-2007, 21-6-2007, 28-6-2007, 28-6-2007, 2-3-2007 και 7-11-2008 συμφωνητικών συνεργασίας που καταρτίστηκαν μεταξύ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) αφενός και καθένα από τους ενάγοντες αφετέρου, στο πλαίσιο του Προγράμματος Stage και σε Φορείς του Δημοσίου και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, οι ενάγοντες απασχολήθηκαν προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στο Πρωτοδικείο Αθηνών, που αναφέρεται στις συμβάσεις αυτές ως "Φορέας Υλοποίησης" ως διοικητικοί υπάλληλοι και συγκεκριμένα στον κλάδο ΠΕ οι πρώτη, τέταρτη, πέμπτη, όγδοος ενάγοντες, ΔΕ η δεύτερη, τρίτη, έκτη, εβδόμη, ένατος, δέκατος, ενδέκατη, δωδέκατος, δέκατος τρίτος ενάγοντες και ΤΕ οι δέκατη τέταρτη και δέκατη πέμπτη ενάγουσες, προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία σχετική με την ειδίκευσή τους, με ωράριο που δεν υπερέβαινε τις επτά ώρες την ημέρα, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, η δε αμοιβή τους με βάση το συμφωνητικό ήταν 30 ευρώ για τους πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ, ή ισότιμων τίτλων και 25 ευρώ για τους διπλωματούχους ΙΕΚ και αποφοίτους TEA, ΕΠΛ, ΤΕΕ και Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης ή ισότιμων τίτλων.
Η διάρκεια των συμφωνητικών ορίσθηκε δεκαοκτάμηνη και συγκεκριμένα για την πρώτη από 2-3-2007 έως 2-9-2008 για τη δεύτερη από 11-12-2007 έως 11-6-2008, για την τρίτη από 10-5-2007 έως 10-11-2008, για την τέταρτη από 24-4-2007 έως 24-10-2008, για την πέμπτη από 10-5- 2007 έως 10-11-2008, για την έκτη από 2-3-2007 έως 2-9-2008, για την εβδόμη από 2-3-2007 έως 2-9-2008, για τον όγδοο από 2-3-2007 έως 2-9-2008, για τον ένατο από 30-5-2007 έως 30-11-2008, για τον δέκατο από 2-5-2007 έως 2-11-2008, για την ενδέκατη από 21-6-2007 έως 21-12-2008, για τον δωδέκατο από 28-6-2007 έως 28- 12-2008, για τον δέκατο τρίτο από 28-6-2007 έως 28-12-2008, για την δέκατη τέταρτη από 2-3-2007 έως 2-9-2008 και για την δέκατη πέμπτη από 7-5-2007 έως 7-11- 2008.
Με τη λήξη της πρώτης σύμβασης για τον καθένα ακολούθησαν νεότερα συμφωνητικά, με τα οποία επαναπροσλήφθηκαν στον ίδιο φορέα του εναγομένου με τους ίδιους όρους και συμφωνίες για 18 μήνες ακόμα και συγκεκριμένα η πρώτη από 8-12-2008 έως 8-6-2010, η δεύτερη από 8-12-2008 έως 8-6-2010, η τρίτη από 15-12- 2008 έως 14-6-2010, η τέταρτη από 15-12-2008 έως 14-6-2010, η πέμπτη από 15- 12-2008 έως 14-6-2010, η έκτη από 5-1-2009 έως 4-7-2010, η εβδόμη από 5-1-2009 έως 4-7-2010, ο όγδοος από 8-1-2009 έως 7-7-2010, ο ένατος από 27-1-2009 έως 26-7-2010, ο δέκατος από 13-2-2009 έως 12-8-2010, η ενδέκατη από 23-2-2009 έως 22-8-2010, ο δωδέκατος από 6-3-2009 έως 5-9-2010, ο δέκατος τρίτος από 6-3-2009 έως 5-9-2010, η δέκατη τέταρτη από 9-3-2009 έως 8-9-2010 και η δέκατη πέμπτη από 11-3-2009 έως 10-9-2010.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι παρά τα αναγραφόμενα στα συμφωνητικά συνεργασίας, ότι, δηλαδή, σκοπός ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στην πραγματικότητα επιδιώχθηκε η παροχή εργασίας στην ως άνω υπηρεσία του εναγομένου και συγκεκριμένα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο οποίο ανήκει το Πρωτοδικείο Αθηνών, καθόσον όλοι οι ενάγοντες απασχολούνταν όχι ως μαθητευόμενοι, αλλά παρέχοντας εργασία με τους ίδιους όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι υπάλληλοι, με τους οποίους ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και τελούσαν υπό τις ίδιες δεσμευτικές οδηγίες των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου σε σχέση με τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής της εργασίας τους.
Ειδικότερα οι ενάγοντες μετέβαιναν καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή στις υπηρεσίες του εναγομένου και παρείχαν εργασία με πλήρες ωράριο. Η πρώτη ενάγουσα πτυχιούχος φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΠΕ), εργάστηκε στο αρχείο του τμήματος δημοσίευσης ειδικών διαδικασιών μέχρι τις 8-12-2007 και στη συνέχεια μέχρι τη λήξη της πρώτης σύμβασης στο τμήμα διαθηκών και με αντικείμενο εργασίας την καταχώρηση σε τόμους των δημοσιευμένων διαθηκών από τα περιφερειακά πρωτοδικεία της Ελλάδος, την παραλαβή αιτήσεων για έκδοση πιστοποιητικού περί δημοσίευσης ή μη διαθήκης, την καταχώρηση στο πρωτόκολλο των αιτήσεων που στέλνονται από όλη την Ελλάδα για έκδοση πιστοποιητικού περί δημοσίευσης ή μη διαθήκης, την διαγραφή της καταχώρησης μετά την έκδοση του ως άνω πιστοποιητικού και την αποστολή του στους αιτούντες.
Η δεύτερη ενάγουσα (κατηγορίας ΔΕ) αρχικά απασχολήθηκε στο τμήμα πτωχεύσεων με αντικείμενο εργασίας της την παραλαβή αιτήσεων για την έκδοση πιστοποιητικών περί μη πτώχευσης, την αρχειοθέτηση των πιστοποιητικών αυτών, την εξυπηρέτηση και την πληροφόρηση του κοινού, από τον Ιανουάριο 2008 τοποθετήθηκε στο αρχείο τμήματος διαθηκών με αντικείμενο τη διαλογή και αρχειοθέτηση αιτήσεων, με τη δεύτερη σύμβαση τοποθετήθηκε στο διοικητικό τμήμα του πρωτοδικείου με αντικείμενο εργασίας την καταχώρηση αναπληρώσεων, αδειών και αρχείου συμβολαιογράφων, την ταξινόμηση της αλληλογραφίας του πρωτοδικείου, τη διακίνηση εγγράφων, την παραλαβή αιτήσεων για κατάθεση αγωγών στο τμήμα διακοπών, την καταχώρηση αιτήσεων στο γενικό πρωτόκολλο του πρωτοδικείου, την τηλεφωνική εξυπηρέτηση δικαστών, δικηγόρων και πολιτών, τη φωτοτύπηση εγγράφων και αποστολή FAX.
Η τρίτη (κατηγορίας ΔΕ) καθόλη τη διάρκεια των συμβάσεων εργάστηκε στο τμήμα ανάκρισης του πρωτοδικείου, με αντικείμενο εργασίας την καταχώρηση ανακριτικών δικογραφιών και την παράδοσή τους στα ανακριτικά γραφεία, τη διακίνηση δικογραφιών από τη γραμματεία βουλευμάτων στους προέδρους και ανακριτές, την παράδοση των βουλευμάτων στην εισαγγελία.Η τέταρτη, πτυχιούχος φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΠΕ) εργάστηκε στο διοικητικό τμήμα έως το Νοέμβριο 2009 και με αντικείμενο τη διανομή των δικογραφιών στις θυρίδες των δικαστών, την διανομή τους στα γραφεία των προέδρων, την ηλεκτρονική χρέωση και ξεχρέωση δικογραφιών και στη συνέχεια εργάστηκε στο τμήμα πτωχεύσεων με αντικείμενο εργασίας την παραλαβή και αρίθμηση των αιτήσεων για την έκδοση πιστοποιητικών περί μη πτωχεύσεως και πιστοποιητικών περί μη υποβολής αίτησης για πτώχευση.
Η πέμπτη πτυχιούχος Θεολογίας (ΠΕ), καθόλη τη διάρκεια των συμβάσεων εργάστηκε στο τμήμα πιστωτικών τίτλων και με αντικείμενο εργασίας της την κατάθεση των διαταγών πληρωμής, τη δημοσίευση των διαταγών πληρωμής του τμήματος, την τήρηση του αρχείου του τμήματος, την παράδοση του φακέλου στους δικηγόρους, επικύρωση φωτοαντιγράφων, παροχή πληροφοριών στο κοινό, καταχώρηση των δημοσιευθεισών διαταγών πληρωμής, διεκπεραίωση εκκρεμοτήτων.
Η έκτη (κατηγορίας ΔΕ) εργάστηκε αρχικά στο τμήμα του λογιστηρίου του πρωτοδικείου με αντικείμενο εργασίας της την ενημέρωση των μητρώων, την αντιπαραβολή και καταχώρηση της μισθοδοσίας των δικαστών και δικαστικών υπαλλήλων και στη συνέχεια στο τμήμα προμηθειών με αντικείμενο τη γραμματειακή υποστήριξη, την παραλαβή και παράδοση υλικών, την αρχειοθέτηση του τμήματος, ενώ κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών απασχολήθηκε στο τμήμα διοίκησης με την παραλαβή και κατάθεση αγωγών για το τμήμα διακοπών.
Η εβδόμη (κατηγορίας ΔΕ) κατά τη διάρκεια της πρώτης σύμβασης εργάσθηκε στο τμήμα διακίνησης δικογραφιών με αντικείμενο το πακετάρισμα των δικογραφιών, τη διακίνησή τους μεταξύ των κτιρίων, τη μεταφορά τους προς δημοσίευση και τη διακίνηση των δικογραφιών του τμήματος διαζυγίου, στη συνέχεια, κατά τη δεύτερη σύμβαση, εργάστηκε στο τμήμα της βιβλιοθήκης με αντικείμενο την τακτοποίηση των βιβλίων και την καταγραφή των στατιστικών στοιχείων του Μονομελούς και Τριμελούς Πλημ/κείου στον υπολογιστή, ενώ από 1-2-2010 έως 1-4-2010 εργάσθηκε στη γραμματεία του Πλημ/κείου με αντικείμενο εργασίας της την παραλαβή, χρέωση και ξεχρέωση δικογραφιών, την εξυπηρέτηση του κοινού και τη διακίνηση εφέσεων και μέχρι τη λήξη της 2ης σύμβασης απασχολήθηκε στο τμήμα εταιριών.
Ο όγδοος, απόφοιτος του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατά τη διάρκεια της πρώτης σύμβασης εργάσθηκε στο τμήμα διακίνησης δικογραφιών και αντικείμενο εργασίας το πακετάρισμά τους και τη διακίνηση μεταξύ των κτιρίων του πρωτοδικείου, κατά τη διάρκεια της δεύτερης σύμβασης εργάσθηκε στο τμήμα πτωχεύσεων με αντικείμενο την έρευνα και σύνταξη σχετικών πιστοποιητικών, στο τμήμα διοίκησης με αντικείμενο τη φωτοτύπηση εγγράφων, επανήλθε στο τμήμα διακίνησης δικογραφιών και τέλος στο τμήμα αυτοκινήτων με αντικείμενο την παράδοση των σχετικών στους δικηγόρους και επικύρωση αντιγράφων.
Ο ένατος (κατηγορίας ΔΕ) απασχολήθηκε στο τμήμα εκκαθάρισης με αντικείμενο την παραλαβή δικογραφιών από τις έδρες των ποινικών τμημάτων και παράδοση στους γραμματείς, στη συνέχεια στο τμήμα Τριμελούς Πλημ/κείου με αντικείμενο τη διόρθωση αποσπασμάτων, καταχώρηση των αναβλητικών αποφάσεων, ερήμην αποφάσεων, εφέσεων, ακυρώσεων στα αντίστοιχα βιβλία και τη διακίνησή τους στην Εισαγγελία, τέλος τοποθετήθηκε στο τμήμα δημοσίευσης τακτικής διαδικασίας με αντικείμενο την εξυπηρέτηση του κοινού, παράδοση φακέλων και σχετικών, επικύρωση αντιγράφων.
Ο δέκατος (κατηγορίας ΔΕ) αρχικά κατά τη διάρκεια της πρώτης σύμβασης εργάστηκε στο τμήμα βουλευμάτων με αντικείμενο της εργασίας του την καθαρογραφή βουλευμάτων, τη φωτοτύπηση δικογραφιών και τακτοποίηση αρχείου, στη συνέχεια κατά τη διάρκεια της δεύτερης σύμβασης εργάστηκε στο τμήμα προμηθειών με αντικείμενο την παρακολούθηση των συμβάσεων για το έγκαιρο της εκτέλεσής τους, αναζήτηση τηλεφωνικώς των προμηθευτών για παραλαβή αναλώσιμων, εφοδιασμό των τμημάτων του πρωτοδικείου με αναλώσιμα, ακολούθως στο τμήμα πτωχεύσεων με αντικείμενο την έρευνα και σύνταξη πιστοποιητικών και τέλος στο τμήμα δημοσίευσης της τακτικής διαδικασίας με αντικείμενο την παράδοση των αποφάσεων στους δικηγόρους και επικύρωση αντιγράφων.
Η ενδέκατη ενάγουσα (κατηγορίας ΔΕ) καθόλη τη διάρκεια των συμβάσεών της εργάστηκε στο τμήμα ειδικών διαδικασιών με αντικείμενο εργασίας της τη σύνταξη κλήσεων για επανασυζήτηση υποθέσεων και οίκοθεν διορθώσεις αποφάσεων, ενημέρωση βιβλίων μισθώσεων, αμοιβών, εργατικών, απαλλοτριώσεων και εκούσιας δικαιοδοσίας, αρχειοθέτηση ματαιωθεισών υποθέσεων, εκτύπωση εκθεμάτων, ταξινόμησή τους και εξυπηρέτηση του κοινού.
Ο δωδέκατος ενάγων (κατηγορίας ΔΕ), καθόλη τη διάρκεια των συμβάσεών του εργάσθηκε στο τμήμα μεθόδων και οργάνωσης πληροφορικής, όπου του ανατέθηκε ο εντοπισμός και η επίλυση προβλημάτων του μηχανογραφικού συστήματος, συντήρηση Η/Υ και δικτύου, επί του οποίου βασίζεται η εύρυθμη λειτουργία του πρωτοδικείου, ο δέκατος τρίτος (κατηγορίας ΔΕ) καθόλη τη διάρκεια των συμβάσεων εργάστηκε στο τμήμα δημοσίευσης αποφάσεων με αντικείμενο την ταξινόμηση των φακέλων, παράδοση δικογραφιών στους δικηγόρους και επικύρωση αντιγράφων.
Η δέκατη τέταρτη πτυχιούχος ΤΕΙ …. (ΤΕ), κατά τη διάρκεια της πρώτης σύμβασης, εργάστηκε στο τμήμα εταιρειών με αντικείμενο εργασίας της την παραλαβή αιτήσεων, σύνταξη πιστοποιητικών, ηλεκτρονική καταχώρηση δεδομένων εταιριών, διεκπεραίωση αλληλογραφίας, αποστολή καταστατικών στις αρμόδιες ΔΟΥ, εξυπηρέτηση κοινού ενώ κατά τη διάρκεια της δεύτερης σύμβασης εργάστηκε στο τμήμα τακτικής διαδικασίας Μονομελούς με αντικείμενο την εκτύπωση πινακίων, αρχειοθέτηση και αρίθμηση δικογράφων και ματαιωθεισών ή αναβληθεισών υποθέσεων και των πινακίων, εξυπηρέτηση κοινού.
Η δέκατη πέμπτη, πτυχιούχος ΤΕΙ ….(ΤΕ), καθόλη τη διάρκεια των συμβάσεων, εργάστηκε στο τμήμα εταιρειών με αντικείμενο την έκδοση πιστοποιητικών, επικύρωση καταστατικών αποστολή καταστατικών στη Δ.ΟΥ., παροχή πληροφοριών στο κοινό. Από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των ως άνω καθηκόντων τους σε συνδυασμό με το χρόνο διάρκειας αυτών συνάγεται ότι οι ενάγοντες δεν ήταν μαθητευόμενοι, αλλά ασκούσαν καθήκοντα μονίμων υπαλλήλων, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, που είχε ανάγκη τις συγκεκριμένες υπηρεσίες του στο Πρωτοδικείο Αθηνών (βλ.
και τις με αρ. πρωτ. ….72/23-11-2015 και ….92/30-11-2015 Υπηρεσιακές Βεβαιώσεις του Πρωτοδικείου Αθηνών). Όμως, οι ως άνω συμβάσεις των εναγόντων συνήφθησαν μετά την ισχύ του ΠΔ. 164/2004, το οποίο στο άρθρο 11 αυτού προβλέπει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη μετατροπή τους σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υπό την ισχύ του άρθρου 103 του Συντάγματος και επομένως το εναγόμενο ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής αυτών δεν έχει τη δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου και κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ.
Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες παρείχαν υπηρεσίες με απλή σχέση εργασίας και το εναγόμενο ενέχεται έναντι αυτών για την ωφέλεια που αποκόμισε από την αποδοχή και αξιοποίηση της εργασίας τους με τη μη πρόσληψη άλλων μισθωτών, που θα εκτελούσαν την ίδια εργασία με τους ίδιους όρους και που ισούται με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που κατέβαλε στους διοικητικούς υπαλλήλους του, που υπηρετούσαν με σύμβαση αορίστου χρόνου και κατείχαν το εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο χωρίς προϋπηρεσία και οικογενειακή κατάσταση, χωρίς το επίδομα που αναφέρεται ως κίνητρο παραγωγικότητας και χωρίς την ειδική παροχή των 176 ευρώ, κατά τα προαναφερθέντα, και των αποδοχών που ελάμβαναν με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας (άρθρο 904 ΑΚ).
Επομένως αυτοί δικαιούνται για τα έτη 2009 και 2010 το βασικό μισθό, επίδομα ειδικών συνθηκών και την ειδική αποζημίωση του Ειδικού Διανεμητικού Λογαριασμού, η οποία καταβαλλόταν στους τακτικούς δικαστικούς υπαλλήλους έως και τον Οκτώβριο 2011 Επίσης, οι ενάγοντες δικαιούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας, που οφείλονταν στους απασχολούμενους βάσει του νόμου.
Στη συνέχεια το Εφετείο (αφού είχε κάνει δεκτή την έφεση των εκεί εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων και είχε εξαφανίσει την πρωτόδικη 108/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως προς την επικουρική βάση της και επιδίκασε στους ενάγοντες τα ακόλουθα ποσά (εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά) , με το νόμιμο τόκο (6% ετησίως) από την επίδοση της αγωγής, δεχόμενη ότι οι ενάγοντες συνδέονταν με το εναγόμενο με άκυρες σχέσεις εξαρτημένης εργασίας κατά τα χρονικά διαστήματα της απασχόλησης της καθενός.
Ειδικότερα το Εφετείο Αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες τα εξής ποσά: στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των οκτώ χιλιάδων δέκα επτά ευρώ και εβδομήντα λεπτών (8.017,7), στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των οκτώ χιλιάδων τριών ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (8.003,39), στην τρίτη το ποσό των έξι χιλιάδων οκτακόσιων τριάντα ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (6.830,24), στην τέταρτη ενάγουσα το ποσό των επτά χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (7.499,95), στην πέμπτη το ποσό των επτά χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι τριών ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (7.423,64), στην έκτη το ποσό των επτά χιλιάδων σαράντα έξι ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (7.046,85), στην έβδομη το ποσό των επτά χιλιάδων εκατόν είκοσι πέντε ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (7.125,68), στον όγδοο ενάγοντα το ποσό των επτά χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (7.594,22), στον ένατο το ποσό των επτά χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα επτά ευρώ και εβδομήντα λεπτών (7.957,7), στον δέκατο το ποσό των εννέα χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα τριών ευρώ και εβδομήντα λεπτών (9.383,7), στην ενδέκατη ενάγουσα το ποσό των οκτώ χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (8.776,76), στον δωδέκατο ενάγοντα το ποσό των δέκα χιλιάδων οκτακόσιων εξήντα ευρώ και δέκα λεπτών (10.869,10), στον δέκατο τρίτο το ποσό των δέκα χιλιάδων είκοσι επτά ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (10.027,22), στην δέκατη τέταρτη το πόσο των εννέα χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα ευρώ και δέκα επτά λεπτών (9.370,17) και στη δέκατη πέμπτη ενάγουσα το ποσό των εννέα χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα ενός ευρώ και τριάντα δύο λεπτών (9.991,32), με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Ακολούθως, το Εφετείο υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα εξής ποσά: στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων δέκα έξι ευρώ και δέκα οκτώ λεπτών (15.516,18), στη δεύτερη το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων οκτακόσιων δώδεκα ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (14.812,14), στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι επτά ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών (14.927,83), στην τέταρτη ενάγουσα το ποσό των δέκα έξι χιλιάδων εξακοσίων είκοσι δύο ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (16.622,14), στην πέμπτη το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων δέκα έξι ευρώ (10.516), στην έκτη το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων δέκα έξι ευρώ και ογδόντα λεπτών (14.916,81), στην έβδομη το ποσό των δεκατριών χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα δύο ευρώ (13.492), στον όγδοο ενάγοντα το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων πέντε ευρώ και εξήντα δύο λεπτών (14.705,62), στον ένατο το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και είκοσι πέντε (14.278,25), στον δέκατο το ποσό των δέκα χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (10.685,54), στην ενδέκατη ενάγουσα το ποσό των δώδεκα χιλιάδων εκατόν δέκα οκτώ ευρώ και έξι λεπτών (12.118,06), στον δωδέκατο ενάγοντα το ποσό των ένδεκα χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και δέκα λεπτών (11.687,1), στον δέκατο τρίτο το ποσό των δώδεκα χιλιάδων εκατόν εβδομήντα τριών ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (12.173,41), στην δέκατη τέταρτη ενάγουσα το ποσό των ένδεκα χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα τριών ευρώ και δέκα επτά λεπτών (11.483,17) και στη δέκατη πέμπτη ενάγουσα το ποσό των δώδεκα χιλιάδων τριακο- σίων ενενήντα τριών ευρώ και είκοσι επτά λεπτών (12.393,27), με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής.
10. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με τους 1ο, 2ο ,3ο 4ο 5ο, 6ο, 7ο ,8ο ,9ο και 12ο λόγους της αίτησής τους, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι κακώς οι ένδικες συμβάσεις δεν θεωρήθηκαν ως αορίστου, άλλως ορισμένου χρόνου, για τις οποίες ισχύει η 5ετής παραγραφή, ότι κατά τον υπολογισμό των επιδικασθεισών μισθολογικών διαφορών κακώς αποκλείσθηκε α) η ανάλογη προσαύξηση από την εξεύρεση του προσήκοντος μισθολογικού κλιμακίου για κάθε ενάγοντα, σύμφωνα με το χρόνο προϋπηρεσίας τους στο εναγόμενο και β) το κατά το άρθρο 12 του ν. 3205/2003 κίνητρο απόδοσης γ) η ειδική παροχή από την 2/7093/ 0022/2004 ΚΥΑ για "επέκταση των διατάξεων του ν. 3205/2003 στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ν.3205/2003 και ότι κακώς απορρίφτηκαν οι αξιώσεις τους για επιδίκαση μισθολογικών διαφορών από την ως άνω λήξη των συμβάσεών τους και την επάνοδο στις θέσεις τους με την αναφερόμενη προσωρινή διαταγή και απόφαση ασφαλιστικών μέτρων μέχρι τις 31-5-2013.
Σύμφωνα, όμως, με τα ήδη εκτεθέντα (ανωτέρω, αρ.3), οι ενάγοντες, που προσλήφθηκαν με έγκυρες συμβάσεις μαθητείας και πρόσφεραν με απλή σχέση εξαρτημένη εργασία, δεν δικαιούνται τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης ούτε με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι είναι αβάσιμοι, ως αλυσιτελείς, διότι ακόμη και αν υπό διαφορετικές συνθήκες οι ως άνω μισθολογικές παροχές θα έπρεπε να επαυξήσουν τις νόμιμες αποδοχές εργαζόμενων στο Ελληνικό Δημόσιο, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγοντες δεν δικαιούνται ούτε αυτά που τους επιδικάσθηκαν, πέραν των επιδομάτων εορτών και αδείας.
Με δεδομένο, όμως, το ότι το εναγόμενο δεν προσβάλλει κατά τούτο την απόφαση του εφετείου (παρά μόνο για το ζήτημα της παραγραφής, όπως ήδη αναφέρθηκε), η ως άνω πλημμέλεια παραμένει εκτός αναιρετικού ελέγχου.
9. Με τον 10o λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το εφετείο εσφαλμένα απέρριψε το αγωγικό αίτημα περί αποζημίωσης απόλυσης, ως προς τους 6η έως και 15η από τους ενάγοντες (ως προς τους 1η και 5η από τους ενάγοντες δεν πλήττεται η απόφαση με τον λόγο αυτό της αναίρεσης) την οποία δικαιούνται, ακόμα και αν κριθεί ότι οι ένδικες συμβάσεις είναι άκυρες ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας σύμφωνα με την ρήτρα 4 της κοινοτικής οδηγίας 1999/70, με την αιτιολογία ότι ασκήθηκε πέραν του εξαμήνου από την λήξη των ενδίκων συμβάσεων.
Αυτές έληξαν από 5-7-2010 έως 18-9-2010 , ενώ η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 30-3-2011. Πλην όμως το εφετείο δεν έλαβε υπόψιν το γεγονός ότι η 6η έως και 15η από τους ενάγοντες είχαν ασκήσει την ομοίου περιεχομένου από 14-6-2010 αγωγή, που επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 8-10-2010 . Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια την διακοπή της αποσβεστικής προθεσμίας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στην αποσβεστική προθεσμία (άρθρο 279 ΑΚ), με την άσκηση της πρώτης αγωγής για την ως άνω αξίωση αποζημίωσης, που λογίζεται, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, ως να μη διακόπηκε, γιατί οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από την αγωγή και άσκησαν την κρινόμενη αγωγή εντός έξι (6) μηνών, οπότε η αποσβεστική προθεσμία λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή ( 572/2018, ΑΠ 210/2009, ΑΠ 2074/2007).
Ο λόγος αυτός με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 559 αριθ 1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο , όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας καθώς επίσης και ότι δεν αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο ( ΑΠ 2004/2009). 11.
Αν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου ή συνιστούν αδικοπραξία, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στο μισθωτό και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281 του Α.Κ.
και 5 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1901/2005, ΑΠ 161/1997 ΑΠ 1000/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αξίωση των εναγόντων με την εξής παραδοχή: "Με βάση τα στην αγωγή ιστορούμενα, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ, 105 ΕισΝΑΚ, και η σχετική βάση της αγωγής είναι μη νόμιμη, εφόσον δεν γίνεται επίκληση άλλων, πέραν των γενικών αναφορών των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, συγκεκριμένων διατάξεων, που τα αρμόδια όργανα του εναγόμενου παραβίασαν, σε σχέση με τις επικαλούμενες από τις ενάγουσες έργασιακές συμβάσεις και τι θα μπορούσαν να πράξουν διαφορετικά αυτά, ώστε να αποφευχθεί η επικαλούμενη ζημία τους.
Συνακόλουθα, μη νόμιμο είναι και το αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον προϋποθέτει κατά τα άρθρα 914, 932 και 57ΑΚ παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά σε βάρος των εναγόντων εκ μέρους του εναγομένου, πράγμα το οποίο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση".
Από την επισκόπιση δε της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι ενάγοντες στηρίζουν την ένδικη αξίωσή τους στην συρρίκνωση της οικονομικής τους ζωής από την μη καταβολή σ'αυτούς των αποδοχών που κατά την κρίση τους δικαιούνταν, πλην όμως τα περιστατικά αυτά δεν συνιστούν πράξεις αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου.
Ετσι, ο λόγος αυτός με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
12. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει η από 29-3-2011 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη μειωμένη, κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), ενώ πρέπει, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 6-10-2017 αίτησης του εναγομένου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε τις μη δικαιούμενες διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2009 έως 31-3-2009 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, για να προσδιορισθεί το τελικώς οφειλόμενο ποσό, καταψηφιστικώς ή αναγνωριστικώς. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη μειωμένη, κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 6-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 7264/2017 και την από 1-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης 3902/2017 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης κατά της 1903/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Απορρίπτει την από από 1-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης 3902/2017 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Η. Π. και λοιπών (15 συνολικά), κατά της 1903/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
Αναιρεί την 1903/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ